Ένας διασωθείς, ο Σταύρος Γκρίντζος από τους Ρωγούς, αφηγείται.…08-12-1943.

Σαν σήμερα…08-12-1943
Οι Γερμανοί στα πλαίσια της «Επιχείρησης Καλάβρυτα» συγκλίνουν προς την ομώνυμη πόλη από πέντε διαφορετικές κατευθύνσεις: Πάτρα, Αίγιο, Κόρινθο, Πύργο και Τρίπολη. Στον δρόμο τους σκορπούν τον θάνατο και τον όλεθρο.
Στις 08-12-1943 τα χωριά Ρωγοί, Κερπινή, Ζαχλωρού και η Μονή του Μεγάλου Σπηλαίου, λεηλατούνται, πυρπολούνται, καταστρέφονται. Οι κάτοικοι και οι Μοναχοί εκτελούνται ή θανατώνονται απάνθρωπα…

Ένας διασωθείς, ο Σταύρος Γκρίντζος από τους Ρωγούς, αφηγείται:
(…)Κάποια ώρα πλακώνει ένας λόχος, σαν τάγμα ήρθαν από τα Δουμενά και κατασκήνωσαν εδώ στην αυλή τη δική μου. Είχαν κρέατα, κόφες, χοιρινά, έβαλαν τα καζάνια και μαγείρευαν να φάνε. Μετά από ώρα ήρθε διαταγή να φύγουν. Μαζεύουν τα κρέατα, τα βάζουν στις κόφες και πισωπάτησαν για το Μέγα Σπήλαιο. Στο χωριό είχε μείνει ένα παλιόσκυλο, Γερμανός, άγριος άνθρωπος. Μίλαγε Ελληνικά και λέγαμε εμείς που τα χαμπάριζε αυτός.
Πέρασε η ώρα και πάω κάτω στο γαμπρό μου και του λέω:
«Τάκη τι θα κάνουμε; θα μας σκοτώσουν».
«Δεν πιστεύω», μου λέει.
Πάω σε ένα άλλο σπίτι, οι Γερμανοί είχαν ανοίξει το κατώι και έπιαναν κρασί να πιουν. Έδιναν πρώτα σε εμάς να πιούμε και μετά έπιναν και εκείνοι, επειδή φοβόντουσαν να μη τους δηλητηριάσουμε.
Συγκεντρωθήκαμε στην πλατεία, δεν τους άρεσε και πήγαν να βρουν τόπο εκτελέσεως έξω από το χωριό. Κάτι έδειχναν με το χέρι τους και κάτι λέγανε. Εκεί μας μίλησε στα Ελληνικά εκείνος ο βλοσυρός Γερμανός (πολύ αργότερα μάθαμε ότι ήταν ο Τέννερ):
«Ελάτε εδώ ρε παιδιά, στρατός κατοχής είμαστε και αν κάνουμε καμιά ζημιά δεν χάλασε και ο κόσμος θα σας αφήσουμε ρούχα και λεφτά. Όσοι έχουν παράπονο να πηγαίνουν δεξιά και όσοι δεν έχουν αριστερά».
Εμείς νομίσαμε ότι μας συγκέντρωσαν για να μας αποζημιώσουν. Πετάγεται ένας συγχωριανός και λέει:
«700 οκάδες στάρι και δυο μουλάρια».
Μετά μας μαζέψανε στην εκκλησία.
Μπήκαμε όλοι μέσα στην εκκλησία. Ο Παπάς (Χρήστος Καλογερόπουλος) και ο δάσκαλος (Ανδρέας Γαλάνης) μέσα όλοι. Μπαίνουμε μέσα στην εκκλησία, συγκεντρωνόμαστε όλοι κάτω από τον πολυέλαιο και στα στασίδια. Λέω στον Θεοφάνη Θεοφανόπουλο:
«Κουμπάρε εγώ θα πάω πάνω στον γυναικωνίτη, δεν πάμε να κρυφτούμε;»
Εκείνος μου κάνει νόημα με το κεφάλι
«Τράβα».
Δεν τον ξανάδα. Κάηκε ζωντανός μέσα στην εκκλησία. (Τον αναγνωρίσαμε –μετά την καταστροφή-από ένα χαϊμαλί που φόραγε και βρέθηκε σε μια χούφτα τέφρας της σορού του κοντά στην αριστερή είσοδο του Ιερού).
Έξω ο Γερμανός αξιωματικός (Τέννερ) έδινε διαταγές στα γερμανικά και μεγαλοφώνως. Είχαν πολυβόλα κάτω στη γωνία και επάνω στη μάντρα. Του λέω του Θεμιστοκλή (Τριανταφύλλου):
«Δεν τα βλέπω καλά τα πράγματα».
Εκείνος πήγε έκανε το σταυρό του, έκανε την προσευχή του.
Σε λίγο, ο αξιωματικός (Τέννερ) μπήκε μέσα και λέει:
«Έξι έξω!».
Ξεκινάει λοιπόν ο Θεμιστοκλής…κοντά κι άλλοι πέντε. Σε λίγο ακούστηκαν απ’ έξω πυροβολισμοί και ριπές. Μπουκάρουμε όλοι μέσα στο ιερό. Γονατισμένος ο παπάς Αγία Τράπεζα λέει:
«Παιδιά, το σταυρό σας, χανόμαστε ετούτη την ώρα».
Αφού στριμώχτηκαν μέσα στο Ιερό όλοι οι άνθρωποι ερχόντουσαν και τους έβγαζαν έξω. Τους σπρώχνανε. Παίρνουν και τον παπα-Χρήστο.
«Είστε Ούννοι. Σκοτώνετε αθώους ανθρώπους», φώναζε εκείνος. Πάνω να ανοίξω την πίσω πόρτα του Ιερού, μια μικρή πορτούλα που είναι εκεί, και μου φωνάζει ο φρουρός:
«Νοοο…..», και πιάνει και μου την κλείνει πίσω.
Γυρίζω πίσω. Η Αγία Τράπεζα είχε τέσσερις στύλους με κάλυμμα από πάνω. Το Τέμπλο ήταν γερτό, δυο σειρές με τους Αγίους Αποστόλους και είχε κούφωμα μέσα. Ανεβαίνει ένα παιδί ( ένα παλικάρι) επάνω, κοντά πηγαίνω κι εγώ. Ανέβηκαν και δύο τρεις άλλοι. Ακούγαμε τις γυναίκες να φωνάζουν απέξω:
«Πω…πω…!!!»
και λέγαμε:
«Παναγία μου, τι γίνεται;. Αγία μου Βαρβάρα…σώσε μας».
Οι Γερμανοί φωνάζουν:
«έξι έξω, έξι έξω»,
Πού να βγει όμως κόσμος. Έρχονται μέσα στην εκκλησία, πετούν μια καπνογόνα χειροβομβίδα, ρίχνουν ριπές. Εκείνη τη στιγμή ανέβαινε πάνω στο Τέμπλο ο κουνιάδος μου. Είδαν ότι υπάρχουν και άλλοι άνθρωποι στο Τέμπλο. Βάζουν φωτιά στην εκκλησιά. Καπνούρα, κακό, εκεί μέσα. απέξω να ακούς τους πυροβολισμούς!!! Ήμουν μαζεμένος. Ήμουνα με ένα παιδί, το Γιώργο τον Αποστολόπουλο, μαζεμένοι και του ρίχνουν δύο ριπές και τον βρίσκουν στην κοιλιά.
«Σταύρο, σώσε με», μου λέει.
Δεν πρόλαβε να τελειώσει τη φράση του, γύρισε το κεφάλι του πάνω στον ώμο μου και ξεψύχησε (…).
[ΚΑΛΑΒΡΥΤΑ 13-12-43 – Στα μονοπάτια της μνήμης», Δημοτικό Μουσείο Καλαβρυτινού Ολοκαυτώματος», Καλάβρυτα 2011]
Περισσότερα www.dmko.gr. Μαρτυρικές πόλεις και χωριά.

Ο διασωθείς Σταύρος Γκρίντζος
Η εκκλησία της Αγίας Βαρβάρας και το Μνημείο των Εκτελεσθέντων Ρωγιτών

πηγή – Δημοτικό Μουσείο Καλαβρυτινού Ολοκαυτώματος

Η εικόνα ίσως περιέχει: υπαίθριες δραστηριότητες

Διαβάστε επίσης

Τα σχόλια είναι κλειστά.

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί cookies για την παροχή των υπηρεσιών του, και για την ανάλυση της επισκεψιμότητας. Με τη χρήση αυτού του ιστότοπου, αποδέχεστε τη χρήση των cookies.Αποδοχή