Η Φλόγα της Αγ. Λαύρας Καίει άσβεστα στο Μνημείο του Αγνώστου Στρατιώτη Από το 1932.

Το κράτος σε ένδειξη σεβασμού στα παραπάνω , το 1932 έφερε «φλόγα» από την καντήλα της Αγ. Λαύρας την οποία κρατά άσβεστη μέχρι σήμερα στο Μνημείο του αγνώστου στρατιώτη. Αυτό λέει πολλά για εμάς !!! Ίσως δεν λέει για κάποιους άλλους, αυτό όμως είναι δικό τους πρόβλημα και όχι δικό μας. Όσοι δεν πείθονται, για λεπτομέρειες παραπέμπω στις πηγές και μετά ( εάν θέλουν ) «αναστοχαζόμαστε» από κοινού την ιστορία. Μέχρι τότε εγώ δεν πείθομαι από τον αόριστο και ανεπίδεκτο επιστημονικής εκτιμήσεως λόγο τους. Άλλο κάτι δεν έχω να προσθέσω στο παρόν .

Το Μνημείο του Άγνωστου Στρατιώτη και η ιστορία του

Το Μνημείο του Άγνωστου Στρατιώτη είναι ένα ταφικό μνημείο για τους αφανείς πεσόντες των πολεμικών αγώνων του έθνους. Βρίσκεται κάτω από την κεντρική είσοδο του κτιρίου της Βουλής των Ελλήνων (Παλαιά Ανάκτορα) και φυλάσσεται τιμητικά επί εικοσιτετραώρου βάσεως από τους άνδρες της Προεδρικής Φρουράς.

Η ιδέα ενός μνημείου για τους νεκρούς των πολέμων, που δεν ήταν δυνατόν να αναγνωρισθούν, ανάγεται στην αρχαία Ελλάδα. Σχετικές αναφορές υπάρχουν σε κείμενα του Θουκυδίδη, του Σοφοκλή, του Ευριπίδη και του Χαρίτωνα.

Στα νεώτερα χρόνια μνημείο για τους άταφους πεσόντες της Επανάστασης του ‘21 αποφάσισε να ιδρύσει πρώτη φορά στην Ελλάδα ο δήμος Ερμούπολης Σύρου στις 16 Ιανουαρίου 1858. Η εκτέλεση του έργου έγινε το 1880 σε σχέδια του γλύπτη Γεωργίου Βιτάλη. Το Μνημείο του Άταφου Αγωνιστή βρίσκεται στον περίβολο της εκκλησίας του Αγίου Νικολάου.

Η σκέψη για την ίδρυση μνημείου του Άγνωστου Στρατιώτη οφείλεται στους Γάλλους και πραγματοποιήθηκε μετά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, που άφησε πίσω του εκατομμύρια νεκρούς. Στα χρόνια που ακολούθησαν, το παράδειγμα της Γαλλίας μιμήθηκαν κι άλλες χώρες.

Ακολουθώντας το παράδειγμα των υπόλοιπων Ευρωπαίων, η Ελλάδα αποφάσισε στις αρχές του 1926 την ανέγερση εθνικού μνημείου του «Αγνώστου Στρατιώτου» στην Αθήνα και συγκεκριμένα «εις την έμπροσθεν των Παλαιών Ανακτόρων Πλατείαν, καταλλήλως προς τούτο διαρρυθμιζομένην». Η πρωτοβουλία ανήκε στον υπουργό Στρατιωτικών Θεόδωρο Πάγκαλο και η προκήρυξη του διαγωνισμού δημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως της 28ης Φεβρουαρίου 1926 κι έφερε την υπογραφή του υφυπουργού Στρατιωτικών. Κωνσταντίνου Νίδερ. Τον διαγωνισμό κέρδισε στις 9 Οκτωβρίου ο αρχιτέκτονας Εμμανουήλ Λαζαρίδης, ο οποίος υπέβαλε τη μελέτη του με το ψευδώνυμο ΣΚΡΑ.

Τα αποκαλυπτήρια του μνημείου του Άγνωστου Στρατιώτη, που φιλοτέχνησε ο γλύπτης Φωκίων Ρωκ με την επίβλεψη του Λαζαρίδη, έγιναν στις 25 Μαρτίου 1932, επέτειο της Εθνικής εορτής, μέσα σε πανηγυρική ατμόσφαιρα και με μεγάλη επισημότητα. Την κυβέρνηση του Ελευθερίου Βενιζέλου εκπροσώπησε ο αντιπρόεδρος του υπουργικού συμβουλίου και υπουργός Εξωτερικών Ανδρέας Μιχαλακόπουλος, ενώ παρέστησαν εκπρόσωποι πολλών ξένων κρατών (Ρουμανία, Πολωνία, Τουρκία, Γαλλία, Ιταλία, Γιουγκοσλαβία, Αίγυπτος και ΗΠΑ), οι οποίοι κατέθεσαν στεφάνια και απέδωσαν τιμές στο νεοαναγερθέν μνημείο.

Τα αποκαλυπτήρια του μνημείου από τον Ανδρέα Μιχαλακόπουλο

Στο τέλος της τελετής, στην οποία συνέρρευσε πλήθος κόσμου, πραγματοποιήθηκε παρέλαση της φρουράς, των προσκόπων και των σχολείων. Το βράδυ τελέστηκε στρατιωτική λαμπαδηφορία, με συμμετοχή 3.000 ανδρών της φρουράς Αθηνών.Την τιμητική φρούρηση του μνημείου ανέλαβε ο ευζωνικός λόχος της «Φρουράς του Προέδρου της Δημοκρατίας», ο οποίος μετονομάστηκε σε «Φρουρά του μνημείου του Αγνώστου Στρατιώτου», όνομα το οποίο διατήρησε έως τη μεταπολίτευση του 1935. Μετά την επάνοδο του Βασιλιά Γεωργίου Β’, ο λόχος μετονομάστηκε σε «Βασιλική Φρουρά». Η ονομασία αυτή παρέμεινε σχεδόν μέχρι το τέλος της επτάχρονης δικτατορίας του 1967. Μετά τη μεταπολίτευση του 1974 επικράτησε επίσημα το όνομα «Προεδρική Φρουρά».

Το ταφικό μνημείο του Άγνωστου Στρατιώτη βρίσκεται ανάμεσα σε δύο μνημειακές κλίμακες, που συνδέουν το χώρο του μνημείου με την πρόσοψη των Παλαιών Ανακτόρων (σημερινής Βουλής), ενώ στον τοίχο που έχει δημιουργηθεί πίσω από τον τάφο υπάρχει ανάγλυφη παράσταση γυμνού οπλίτη με κράνος και ασπίδα, σε ύπτια στάση. Αριστερά και δεξιά τής παράστασης έχουν χαραχθεί αντίστοιχα οι φράσεις από τον Επιτάφιο του Περικλέους «μία κλίνη κενή φέρεται εστρωμένη των αφανών» και «ανδρών επιφανών πάσα γη τάφος».

Στον τοίχο που περιβάλλει και από τις τρεις πλευρές το μνημείο είναι στερεωμένες κατά διαστήματα ορειχάλκινες ασπίδες, ενώ στους πελεκημένους πωρόλιθους του τοίχου είναι χαραγμένα κατά ενότητες τα ονόματα των τόπων, στους οποίους έχουν διεξαχθεί οι ενδοξότερες και φονικότερες μάχες των αμυντικών και απελευθερωτικών πολέμων του Ελληνισμού. Προ του μνημείου καίει ακοίμητο καντήλι, το φως του οποίου μεταφέρθηκε από την Αγία Λαύρα κατά την ημέρα των αποκαλυπτηρίων του.

www.sansimera.gr

Το ότι τα Καλάβρυτα και τα Καλαβρυτοχώρια πρωτοστάτησαν στον αγώνα της ανεξαρτησίας («πρώτοι μεταξύ ίσων»), επ’ ουδενί μειώνει τον ρόλο, την σπουδαιότητα και την σημασία των υπολοίπων αγωνιστών ( στεριανών και θαλασσινών), καθώς και της απελευθερώσεως των πόλεων, χωριών και νησιών τους, μιας και το κίνημα/ αγώνας ήταν μαζικός και όχι αγώνας δρόμου για το ποιος θα βγει πρώτος !!!

Θερμή παράκληση λοιπόν στους ερευνητές των ιστορικών πηγών, πριν αβασάνιστα υιοθετήσουν νέες όψιμες «ανατρεπτικές» απόψεις, να έχουν πρόσβαση στα οθωμανικά αρχεία και Τούρκικες πηγές/ ιστοριογραφία και σε συνδυασμό με μια καλόπιστη ματιά στα ελληνικά αρχεία και πηγές να επαναπαρουσιάζουν μεν τα γεγονότα, με σύγχρονη ματιά, αλλά χωρίς εμπάθεια και τοπικισμό …!!!

Αγαπητοί, τα παραπάνω γεγονότα, με την συμβολική συγκέντρωσή τους το 1838 (διάταγμα Όθωνα) σε μία ημερομηνία (25η Μαρτίου/Ευαγγελισμού, συμβολισμός, θέλημα θεού να σκλαβωθούμε, θέλημα θεού να ελευθερωθούμε), ουδέποτε αμφισβητήθηκαν έντονα ή ανατρεπτικά από τους ζώντες Αγωνιστές του 1821, τουναντίον τελικά τα συμφώνησαν και είπαν: «Οι Καλαβρυτινοί πρώτοι, μεταξύ ίσων, εκεί στην Άγια Λαύρα». Αν η Αγ. Λαύρα ήταν «μύθος» δε θα το συνομολογούσαν ο Κολοκοτρώνης και ο Πλαπούτας,, ενώ αν ήταν απλά μια εμμονή της εκκλησίας για να έχει μερίδιο στη δόξα τότε γιατί να μην ήταν συμβολικά οποιοδήποτε άλλο μοναστήρι ή εκκλησία της Πελοποννήσου; Όχι όμως, ήταν ειδική αναφορά. Εκεί στην Άγια Λαύρα, πιστοποιώντας τα γεγονότα της 17ης Μαρτίου 1821 και τις πηγές ( Ελληνικές και Οθωμανικές ). Το λένε τα τραγούδια, οι αδιαμφισβήτητοι καταγραφείς των γεγονότων όπως έλεγε και ο Κολοκοτρώνης, το λένε οι προφορικές παραδόσεις εκατοντάδων δήθεν «μυθοπλαστών/sic» προπαππούδων μας.

Δημήτρης Σταθακόπουλος

Δρ. κοινωνιολογίας της ιστορίας, Παντείου πανεπιστημίου Διπλωματούχου Βυζαντινής μουσικής – μουσικολόγου Μέλους του international society for ethnomusicology Bloomington Indiana Univ. Δικηγόρου παρ’ Αρείω Πάγω Μέλους του Δ.Σ του Δικηγορικού Συλλόγου Πειραιά Μέλους της Ελληνικής αντιπροσωπείας στην Ευρωπαϊκή Ένωση Δικηγόρων CCBE

Διαβάστε επίσης

Τα σχόλια είναι κλειστά.

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί cookies για την παροχή των υπηρεσιών του, και για την ανάλυση της επισκεψιμότητας. Με τη χρήση αυτού του ιστότοπου, αποδέχεστε τη χρήση των cookies.Αποδοχή