Θρύλος της Αγίας Λαύρας

Σύμφωνα με τον θρύλο της Αγίας Λαύρας, η Ελληνική Επανάσταση ξεκίνησε στις 25 Μαρτίου 1821, όταν ο Παλαιών Πατρών Γερμανός ύψωσε το λάβαρο της επανάστασης στο μοναστήρι της Αγίας Λαύρας στα Καλάβρυτα. Η άποψη αυτή γνώρισε μεγάλη διάδοση ήδη από τα πρώτα μετεπαναστατικά χρόνια:[1] η θρυλική σκηνή αναφέρεται σε πλήθος πηγών και οι καλλιτεχνικές αναπαραστάσεις της αναπαράχθηκαν μαζικά. Από τον 19ο αιώνα, ορισμένοι ιστορικοί θεωρούσαν τη διήγηση αυτή φανταστική.[2] Επίσης και ορισμένοι σύγχρονοι ιστορικοί δέχονται πως ο θρύλος στερείται ιστορικής βάσης[3] και είναι εμπνευσμένος από τον Γάλλο φιλέλληνα Φρανσουά Πουκεβίλ,[4][1][5][6][7][8] ή δεν αναφέρονται καθόλου σ’ αυτόν.[9][10]

Ο θρύλος της κήρυξης της Επανάστασης στην Αγία Λαύρα κατέχει σημαντική θέση στην ελληνική δημόσια ιστορία και αποτελεί αντικείμενο ιδεολογικής αντιπαράθεσης. Διδασκόταν ως γεγονός στα ελληνικά σχολεία μέχρι το 1982, αλλά έχει απαλειφθεί από τα νεότερα βιβλία ιστορίας, στα οποία η 25η Μαρτίου αναφέρεται απλώς ως η καθιερωμένη ημερομηνία εορτασμού της επετείου της Επανάστασης.

Τα ιστορικά γεγονότα

Κύριο λήμμα: Ξεσηκωμός της Πάτρας (1821)

Ως ημέρα έναρξης της επανάστασης είχε οριστεί από τον Αλέξανδρο Υψηλάντη «ως ευαγγελιζομένη την πολιτικήν λύτρωσιν του ελληνικού έθνους»[11] η 25η Μαρτίου, εορτή του Ευαγγελισμού για τους Ορθοδόξους.[12][13] Οι συγκεντρωμένοι στη συνέλευση της Βοστίτσας πρόκριτοι της Πελοποννήσου εξέτασαν ως εναλλακτικές ημερομηνίες κήρυξης της Επανάστασης την 23 Απριλίου και την 21 Μαΐου, εορτές του Αγίου Γεωργίου και των αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης αντίστοιχα, σε περίπτωση που δεν είχαν πληροφορηθεί τις διαθέσεις της Ρωσίας, αλλά κατέληξαν στην 25η Μαρτίου, εκτός εάν λάμβαναν πρόσκληση μετάβασης στην Τριπολιτσά.[14]

Το καθολικό της μονής της Αγίας Λαύρας.

Στις 10 ή 13 Μαρτίου πραγματοποιήθηκε στην Αγία Λαύρα σημαντική σύσκεψη, παρουσία του Μητροπολίτη Παλαιών Πατρών Γερμανού και πάρθηκαν αποφάσεις σχετικά με τη στρατολογία αγωνιστών. Κατά ορισμένους μελετητές, μετά την 15η ή 16η Μαρτίου, κανείς από τους αρχηγούς της περιοχής Αχαΐας δεν φαίνεται να βρισκόταν πια στη μονή καθώς ο Γερμανός με τον Ζαΐμη πήγαν στα Νεζερά και από τους υπόλοιπους ο καθένας στην περιφέρειά του. Αυτός είναι και ο λόγος που ο απεσταλμένος των Τούρκων, Νικόλαος Γεωργακόπουλος ή Μοθωνιός, δεν βρήκε τους προεστούς στο μοναστήρι.[9][15] Ο Ιωάννης Κολοκοτρώνης αναφέρει ότι στις 19 Μαρτίου έγινε σύσκεψη στην Αγία Λαύρα και μετά κατέφυγαν σε ασφαλή μέρη.[16] Την ίδια μέρα σύμφωνα με ορισμένες μαρτυρίες, οι συγκεντρωμένοι στη Αγία Λαύρα απέστειλαν μήνυμα στον Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη ενημερώνοντάς τον για την έναρξη του αγώνα. Το μήνυμα ήταν γραμμένο με τον συνθηματικό κώδικα της Φιλικής Εταιρείας και έλεγε: «Εξοχώτατε Α.Μ. Χθές (18 Μαρτίου) ετελέσθη το στεφάνωμα και έστω εις γνώσιν Σας. Ν. Χριστοδούλου Σολιώτης – Α. Σκαλτσάς».[17] Ο μελετητής της Επανάστασης Γ. Αναπλιώτης σημειώνει ότι πηγές δεν λένε πότε ακριβώς έφυγαν οι αρχιερείς και προεστοί από την Αγία Λαύρα. Ο ίδιος αναδημοσιεύει επιστολή του επισκόπου Κερνίκης Προκοπίου και των Ασημάκη ΖαΐμηΙ. Παπαδόπουλου κ.ά. από τα Καλάβρυτα την 23 Μαρτίου, προς τον ηγούμενο και τους μοναχούς της Αγίας Λαύρας, συμπεραίνοντας ότι αυτή την ημέρα οι σημαίνοντες πρόκριτοι ήταν συγκεντρωμένοι στα Καλάβρυτα.[18] Η απόσταση της Μονής από την πόλη των Καλαβρύτων είναι 5 χιλιόμετρα.[19]

Σύμφωνα με την αφήγηση του Παλαιών Πατρών Γερμανού στα απομνημονεύματά του, προκειμένου να αποφύγει τη μετάβαση στην Τρίπολη, όπου είχε προσκληθεί από την οθωμανική διοίκηση, και λόγω υποψιών των μουσουλμάνων της Πάτρας, αναχώρησε από την πόλη την Κυριακή της Ορθοδοξίας, 27 Φεβρουαρίου, με προορισμό δήθεν την Τρίπολη, αλλά κατέφυγε στα Καλάβρυτα, όπου συναντήθηκε με τον Ανδρέα Λόντο και κατασκεύασαν πλαστά γράμματα, βάσει των οποίων, όταν τους επιδόθηκαν καθ’ οδόν προς την Τρίπολη στις 4 Μαρτίου, αρνήθηκαν να συνεχίσουν την πορεία τους προφασιζόμενοι φόβο για τη ζωή τους.[20] Σύμφωνα με τον Γερμανό, την επομένη μετέβησαν στο μοναστήρι της Αγίας Λαύρας όπου μετά από σύσκεψη αποφάσισαν να μη δώσουν καμία αφορμή, αλλά να μείνουν παράμερα μέχρις ότου να δουν πώς θα εξελιχθεί η υπόθεση: αν η οθωμανική διοίκηση τους καταδιώξει, να φύγουν από την Πελοπόννησο, για να μη θέσουν τους υπόλοιπους Έλληνες σε κίνδυνο, ενώ, αν οι οθωμανικές αρχές λάβουν γενικευμένα βίαια μέτρα εναντίον των Ελλήνων, τότε αναγκαστικά να αναλάβουν ένοπλη δράση. Όταν τους στάλθηκε ένας απεσταλμένος από τους οθωμανούς αγάδες της Τριπολιτσάς για να τους μεταπείσει να μεταβούν στην Τρίπολη, μετά από σύσκεψη αποφάσισαν «ως πεφοβισμένοι να παραμερίσωσιν εις ασφαλή μέρη» και χωρίστηκαν κατευθυνόμενοι ο μεν Γερμανός με τον επίσκοπο Κερνίκης Προκόπιο και τον Ανδρέα Ζαΐμη στα Νεζερά, ο Ασημάκης Ζαΐμης με τον Φωτήλαστην Κερπινή και ο Σωτήρης Χαραλάμπης με το Σωτήρη Θεοχαρόπουλο στη Ζαρούχλα.[22] Σύμφωνα με διάφορες πηγές, στην πραγματικότητα μετά τις 17 Μαρτίου ο Γερμανός και οι προεστοί άρχισαν ενέργειες στρατολόγησης στα ορεινά χωριά της περιοχής Καλαβρύτων. Σύμφωνα με τη διήγηση του Γερμανού, όταν στις 21 Μαρτίου οι μουσουλμάνοι της Πάτρας επιτέθηκαν στους Έλληνες, ο Νικόλαος Λόντος, ο Ιωάννης Παπαδιαμαντόπουλος κ.ά. Πατρινοί έστειλαν επιστολή στο Γερμανό, που βρισκόταν στα Νεζερά, ζητώντας του να βοηθήσει την πόλη που βρισκόταν σε κίνδυνο. Ο Γερμανός με τον Ζαΐμη κάλεσαν τους Κουμανιώτες καπετάνιους να τους συνδράμουν και την επομένη εισήλθαν στην Πάτρα επικεφαλής 500 ενόπλων και ξεκίνησε η πολιορκία του κάστρου της Πάτρας από τους επαναστατημένους Έλληνες.[25]

Με βάση τα όσα αναφέρονται στα απομνημονεύματα του Γερμανού, η πλειονότητα των ιστορικών υποστηρίζει πως στη σύσκεψη των αρχών Μαρτίου στην Αγία Λαύρα δεν πάρθηκε καμία απόφαση σχετικά με την έναρξη της επανάστασης. Άλλοι ιστορικοί υποστηρίζουν το αντίθετο, βασιζόμενοι σε μαρτυρίες από οικογενειακά αρχεία αγωνιστών του 21, που αναφέρουν ότι στις 17 Μαρτίου, ημέρα εορτής του Αγίου Αλεξίου, πολιούχου των Καλαβρύτων, τελέστηκε δοξολογία και ακολούθησε ορκωμοσία των αγωνιστών.

Ο επαναστατικός αναβρασμός εκείνων των ημερών ήταν τόσο μεγάλος που καθιστούσε πια επικίνδυνη την αναβολή της εξέγερσης. Από τις 14 έως τις 20 Μαρτίου έλαβαν χώρα σε διάφορες περιοχές της Πελοποννήσου επιθέσεις εναντίον Μουσουλμάνων, εν μέρει με σκοπό να παραμεριστούν οι δισταγμοί κάποιων προκρίτων.[17] Στις 21 Μαρτίου 600 άνδρες επιτέθηκαν στους πύργους των Καλαβρυτινών Μουσουλμάνων, οι οποίοι παραδόθηκαν μετά από σύντομη αντίσταση. Παρά το γεγονός ότι η παράδοση έγινε με τον όρο της ασφάλειας των Μουσουλμάνων ένας αριθμός τριακοσίων περίπου κατοίκων βιαίως αιχμαλωτίστηκαν, σύμφωνα με τον Γάλλο Αξιωματικό Μαξίμ Ρεμπώ μέχρι και τον ερχόμενο Αύγουστο το σημαντικότερο μέρος των ανδρών εκτελέσθηκαν, ενώ οι γυναίκες και τα παιδιά δόθηκαν ως υπηρέτες σε σπίτια Ελλήνων, διακριτή περίπτωση αποτέλεσε ο Καλαβρυτινός Αρναούτογλου εκπρόσωπος εύπορων Μουσουλμανικών οικογενειών του Μοριά ο οποίος απελευθερώθηκε σε ανταλλαγή αιχμαλώτων το έτος 1825.[28] Στις 22 Μαρτίου 2.000 ένοπλοι με επικεφαλής τον Κολοκοτρώνη κινήθηκαν προς την Καλαμάτα και το πρωί της επομένης εισήλθαν στην πόλη. Το μεσημέρι τελέστηκε δοξολογία στο ναό των Αγίων Αποστόλων· η τέλεση δοξολογίας ήταν συνηθισμένη τελετή μετά από κάθε επιτυχία των επαναστατημένων.[29] Μετά τη δοξολογία, συγκροτήθηκε επαναστατική επιτροπή, η «Μεσσηνιακή Γερουσία» με επικεφαλής τον Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη. Στο Αίγιο υψώθηκε μετά την αποχώρηση των Τούρκων από την πόλη επαναστατική σημαία από τον Ανδρέα Λόντο είτε «το αργότερο στις 23 Μαρτίου» είτε, κατ’ άλλους, στις 24 ή 25 Μαρτίου ή πιθανώς και στις 26 Μαρτίου. Στην Πάτρα η γενική εξέγερση αναμενόταν την 25 Μαρτίου,[33][34] αλλά μικρότερης έκτασης εχθροπραξίες είχαν ξεκινήσει ενωρίτερα. Στις 23 έγιναν επιθέσεις Τούρκων εναντίον των ελληνικών σπιτιών. Οι Έλληνες αντεπιτέθηκαν και οι Τούρκοι κλείστηκαν στο φρούριο. Την επομένη ξεκίνησαν να συρρέουν στην πόλη πρόκριτοι και δυνάμεις από τα γειτονικά χωριά, ενώ οι φοβισμένοι Έλληνες κάλεσαν και τον Παλαιών Πατρών Γερμανό, ο οποίος ήλθε με άλλους Καλαβρυτινούς για να βοηθήσει.[35] Ο Παλαιών Πατρών Γερμανός ανέλαβε και στρατιωτικά καθήκοντα «χωρίς να παραμελήσει ουδέν των ιεραρχικών αυτού καθηκόντων»:[36] μπήκε στην Πάτρα [37] είτε στις 25 Μαρτίου σύμφωνα με τον Αμβρόσιο Φραντζή και τον G. Finlay, είτε στις 22 Μαρτίου σύμφωνα με τον Αναστάσιο Γούδα [38] και τον Σπ. Τρικούπη. Την είσοδο του Γερμανού στην Πάτρα την 25 Μαρτίου επικεφαλής χιλιάδων ενόπλων αναφέρουν προς τους προϊσταμένους τους και οι πρόξενοι της Σουηδίας-Νορβηγίας και της Ολλανδίας στην Πάτρα. Ο πρώτος αναφέρει ότι ο Γερμανός και άλλοι προύχοντες «ενεφανίσθησαν και πάλιν» (την 25/3). Ο πρόξενος της Ολλανδίας αναφέρει ότι την ίδια μέρα οι επαναστάτες εχάραξαν σταυρό στην πλατεία του Αγ. Γεωργίου με τις λέξεις «Νίκη ή θάνατος». Ο Φρ. Πουκεβίλ, αντιγράφοντας από το ημερολόγιο του αδελφού του Υγκ που ήταν πρόξενος στην Πάτρα, αναφέρει ότι ο Γερμανός αναμένεται στην Πάτρα το βράδυ της 25 Μαρτίου. Ο G. Finlay αναφέρει ότι στις 6 Απριλίου (25 Μαρτίου με το Παλ. Ημ/γιο) ο Π. Πατρών Γερμανός επικεφαλής πολλών οπλαρχηγών και ενόπλων εισέρχεται στην Πάτρα. Μια ομάδα ανδρών παρουσιάζει στον αρχηγό της τα κεφάλια πέντε Τούρκων που είχαν σκοτωθεί στη Βοστίτσα (Αίγιο). Το επόμενο πρωί (δηλαδή στις 26 Μαρτίου) έγινε Θεία Λειτουργία από τον Γερμανό. Όλοι οι συγκεντρωμένοι Έλληνες ορκίστηκαν να ελευθερώσουν την πατρίδα τους ή να πεθάνουν. Ο Ιωάννης Φιλήμων στο Ιστορικό Δοκίμιο αναφέρει και αυτός ότι ο Παλ. Πατρών Γερμανός μπήκε στην Πάτρα την 24 Μαρτίου και ενέπηξε τον Σταυρό στην πλατεία του Αγίου Γεωργίου, τον οποίον όλοι ασπάστηκαν με πλήρη αυλάβεια, ορκιζόμενοι ελευθερία ή θάνατο. Παρόμοια αναφορά υπάρχει και στο έργο του Karl Mendelssohn-Bartholdy με τίτλο Ιστορία της Ελλάδος από της εν έτει 1453 Αλώσεως της Κωνσταντινουπόλεως υπό των Τούρκων μέχρι των καθ’ ημάς χρόνων, σε μετάφραση του Αγγέλου Βλάχου, το 1873, σύμφωνα με την οποία ο Γερμανός έστησε τη σημαία του σταυρού στην Πάτρα στις 4 Απριλίου 1821, (με το νέο ημερολόγιο, όπως ίσχυε το 1873). Ο ίδιος ο Παλαιών Πατρών Γερμανός και σε αυτήν την περίπτωση δεν αναφέρει τίποτα σχετικό για τα γεγονότα αυτά στα απομνημονεύματά του. Έχει διατυπωθεί η άποψη ότι δεν το έκανε ίσως για να μη θεωρηθεί δοξομανής ή γιατί δεν το θεώρησε σημαντικό. Αυτό έκανε μερικούς ιστορικούς, που γενικά αμφισβητούν το ρόλο του ανωτέρου κλήρου στην Επανάσταση, να αμφισβητήσουν τον ρόλο του Γερμανού όχι μόνο στην Αγία Λαύρα αλλά και στην Πάτρα.

Σε επιστολή του Λουδοβίκου Στράνη, προξένου του Βασιλέως της Σουηδίας και Νορβηγίας στην Πάτρα, προς τον Ιππότην, πρεσβευτή αυτού του Βασιλέως στην Κωνσταντινούπολη με ημερομηνία 8 Απριλίου/27 Μαρτίου 1821:

«Ο αρχιεπίσκοπος της επαρχίας ταύτης [Γερμανός], εκείνος των Καλαβρύτων ως και τρεις προύχοντες, οίτινες είχον αρνηθή να μεταβούν εις την Τρίπολιν, όπου είχον κληθή υπό της κυβερνήσεως, ενεφανίσθησαν και πάλιν προχθές, τώρα δε ευρίσκονται εις την πόλιν και διευθύνουν τα πράγματα.»

Έτσι, την 25η Μαρτίου είχε ήδη γενικευθεί η επανάσταση στην Πελοπόννησο.Την είδηση για την έναρξη της Επανάστασης στα Καλάβρυτα έφερε στην Ύδρα στις 27 Μαρτίου 1821 ο Παναγιωτάκης Βαφειόπουλος, που είχε σταλεί με πλοίο στα παράλια της Πελοποννήσου για να παρακολουθεί τα γεγονότα.[48] Επίσης την 25 Μαρτίου ο Πετρόμπεης με επιστολές του προς βασιλείς της Ευρώπης ανακοίνωσε την έναρξη της Επανάστασης και ζήτησε τη βοήθειά τους.[49] Η 25 Μαρτίου αναφέρεται ως ημέρα έκρηξης της Επανάστασης στην Πελοπόννησο, «κατά την επαρχίαν των Καλαβρύτων, όπου πρώτοι οι Πετιμεζαίοι, ο Ανδρέας Ζαΐμης, ο Σωτ. Χαραλάμπης, ο Αναγν. Στριφτόμπολας και ο Νικ. Σολιώτης εκίνησαν όπλα …».

Μη επαγγελματίες ιστορικοί, όπως ο Σαράντος Καργάκος και ο Διονύσιος Μαυρόγιαννης, θεωρούν ότι πράγματι τελέστηκε η δοξολογία της Αγίας Λαύρας. Ο Καργάκος θεωρεί αυτονόητο ότι την 25 Μαρτίου έγινε πανηγυρική δοξολογία στην Μονή Αγίας Λαύρας η οποία είναι αφιερωμένη στην Παναγία και κατά την οποία, όπως συνηθίζεται, υψώνονται εκκλησιαστικά λάβαρα. Θεωρεί όμως ότι αν υπήρχε δεσπότης στη δοξολογία θα πρέπει να ήταν ο επίσκοπος Κερνίκης και Καλαβρύτων, Προκόπιος ενώ ο Μαυρόγιαννης υποστηρίζει πως η δοξολογία τελέστηκε από τον Παλαιών Πατρών Γερμανό.

Δημιουργία, διάδοση και σημασία του θρύλου

Η τέταρτη σελίδα του φύλλου υπ.αριθμ.157 της γαλλικής εφημερίδας Le Constitutionel της 6ης Ιουνίου 1821. Κάτω δεξιά αναφέρει: «Ομιλία του Γερμανικού, έξαρχου της πρώτης Αχαΐας, αρχιεπίσκοπου Πατρών, προς τον κλήρο και τους πιστούς της Πελοποννήσου, που εκφωνήθηκε στο μοναστήρι των αδελφών της Λαύρας του όρους Βελέν, την 8η (20ή) Μαρτίου 1821»

Κατ’ όσους υποστηρίζουν ότι πρόκειται για μη πραγματικό γεγονός, ο θρύλος δημιουργήθηκε και επικράτησε από πολύ νωρίς και οφείλεται κατ’ εξοχήν στον Γάλλο ιστορικό Φρανσουά Πουκεβίλ.[54] Άλλοι διαφωνούν ως προς το ρόλο του Πουκεβίλ, παρ’ όλο που δέχονται την διήγηση ως θρύλο. Ο ερευνητής της έναρξης της Επανάστασης Διονύσης Μιτάκης θεωρεί ότι είναι επιπόλαια άποψη να αποδίδεται ο θρύλος στον Πουκεβίλ, αφού αυτός μόλις το 1890-91 μεταφράστηκε στα ελληνικά και τον γνώρισε το ελληνικό κοινό. Κατά τον Μιτάκη ο θρύλος έχει ιστορικό πυρήνα, αφού και συσκέψεις έγιναν στην Αγ. Λαύρα, και η μεγάλη απόφαση πάρθηκε εκεί από τους προκρίτους και οπλαρχηγούς με προεξέχοντα τον Γερμανό ο οποίος σίγουρα τέλεσε εκεί λειτουργία.[55] Ο Απ. Δασκαλάκης γράφει ότι ο Φρ. Πουκεβίλ δεν προσδιορίζει την ημερομηνία των «γεγονότων» (εισαγωγικά του σ.) της Αγ. Λαύρας και επομένως δεν είναι υπεύθυνος για τον «μεταγενέστερον καθορισμόν των κατά την 25 Μαρτίου».[56]

Η πρώτη δημοσίευση που σχετίζεται με τελετή και ομιλία του Γερμανού στην Αγία Λαύρα έγινε στη γαλλική εφημερίδα Le Constitutionnel του Παρισιού, στο φύλλο της 6ης Ιουνίου 1821 (νέο ημ.). Εκεί δημοσιεύεται ομιλία του Γερμανού, την οποία σύμφωνα με το δημοσίευμα είχε εκφωνήσει ο μητροπολίτης στην Αγία Λαύρα, την 8η (20ή) Μαρτίου 1821, καλώντας τον κλήρο και τους πιστούς της Πελοποννήσου σε εξέγερση, ενώ παράλληλα τους απήλλασσε από την επικείμενη νηστεία της Σαρακοστής.[57] Το δημοσίευμα αναφέρει τον Γερμανό ως «Γερμανικό», και τό όρος Βελιά ως «Βελίκο». Την είδηση αυτή δημοσίευσαν και οι Times του Λονδίνου στις 11 Ιουνίου, τοποθετώντας την ομιλία του Γερμανού προς κληρικούς και πιστούς της Πελοποννήσου «στο μοναστήρι του όρους Βέλικο» στις 8/21 Μαρτίου[58] και αναδημοσιεύτηκε στο βρετανικό Monthly Magazineτον Ιούλιο του 1821 (και πάλι με τα λάθη «Γερμανικός» και «Βελίκο») μαζί με μερικές άλλες ειδήσεις από την Επανάσταση.[59] Μια άλλη γαλλική εφημερίδα, η Journal de Savoie, ανέφερε εν συντομία ότι έγινε μια σχετική τελετή στο «μοναστήρι του όρους Βελιά», χωρίς να αναφέρει ημερομηνία και το όνομα του επισκόπου, στο φύλλο της 15ης Ιουνίου 1821 (3 Ιουνίου με το παλαιό ημερολόγιο).[60] Ιταλική εφημερίδα στο φύλλο της 17ης Ιουλίου 1821 αναφέρει ότι μια ομιλία που εκδόθηκε από τον Γερμανό κατάφερε να ανυψώσει το πεσμένο ηθικό των Ελλήνων και να τους χαρίσει νέες νίκες, μετά την αποτυχημένη προσπάθεια κατάληψης της Πάτρας.[61] Κατά τον ιστορικό Βασίλη Κρεμμυδά, η ομιλία αυτή (δηλ. της 8/20 Μαρτίου) δεν έγινε «τουλάχιστον στο χρόνο και το χώρο που αναφέρεται».[62] Ο ίδιος πιστεύει ότι αυτή ήταν προϊόν της στενής συνεργασίας του Γερμανού με τον Φρανσουά Πουκεβίλ και τον αδερφό του Ίγκ (Hugues), που ήταν την περίοδο εκείνη πρόξενος της Γαλλίας στην Πάτρα. Όπως γράφει, η συνεργασία ήταν αμφικερδής: το κύρος του Γερμανού είχε τρωθεί εξαιτίας της διστακτικής στάσης του ίδιου αλλά και της επίσημης Εκκλησίας και τα εμπορικά συμφέροντα της Γαλλίας περιορίζονταν από τα αντίστοιχα αγγλικά. Ετσι, ο Γερμανός έστελνε κείμενα διαμαρτυρίας για τον Άγγλο πρόξενο στην Πάτρα και ο Γάλλος πρόξενος μετέφερε στον αδελφό του, Φρανσουά, κι αυτός στην Le Constitutionnel, ειδήσεις που του έδινε ο Γερμανός, οι οποίες εξήραν τον ρόλο του στις πρόσφατες εξελίξεις.[63]Όμως ο Κρεμμυδάς δεν αποκλείει να εκφωνήθηκαν άλλες ομιλίες από τον Γερμανό σε άλλες ημερομηνίες.[64] Σε πρόσφατη (2017) μελέτη του Γ. Λουκίδη αντικρούονται οι παραπάνω ισχυρισμοί του Β. Κρεμμυδά. Μάλιστα όπως αναφέρει ο μελετητής, ένας από τους βασικούς λόγους που δεν μπορεί να ευσταθεί η θεωρία του Β. Κρεμμυδά είναι ότι το κείμενο της ομιλίας του Γερμανού ήταν ήδη γνωστό στη Βιέννη στις 25 Μαΐου, πολύ νωρίτερα δηλαδή από την ημερομηνία της δημοσίευσής του στην Γαλλική εφημερίδα Le Constitutionnel που λογικά θα έπρεπε να είναι η πρώτη που θα δημοσίευε τις «κατασκευασμένες» ειδήσεις από τον Φρανσουά Πουκεβίλ.[65] Το 1822 δημοσιεύτηκε η πρώτη αναφορά για ύψωση επαναστατικής σημαίας από τον Γερμανό. Σύμφωνα με τον Σαρλ Λουί Λεσίρ (Charles-Louis Lesur) ο Γερμανός ύψωσε τη σημαία του σταυρού στην Πάτρα στις 18 Μαρτίου 1821 (30 Μαρτίου με το νέο ημερολόγιο),[66] ενώ είναι γνωστό από άλλες πηγές ότι ο Γερμανός και άλλοι προύχοντες τις Αχαΐας βρίσκονταν εκείνο το διάστημα (17-19 Μαρτίου) στην Αγία Λαύρα[17].

Λίγα χρόνια αργότερα, στο έργο του Ιστορία της Ελληνικής Επανάστασης που δημοσίευσε το 1824 ο Πουκεβίλ αφηγήθηκε ότι στην Αγία Λαύρα ο Παλαιών Πατρών Γερμανός τέλεσε δοξολογία, εκφώνησε επαναστατικό λόγο και όρκισε τους αγωνιστές[67], λεπτομέρειες που έχουν κριθεί ως φανταστικές από τους σύγχρονους ιστορικούς[1]. Π.χ. ο ιστορικός Απ. Δασκαλάκης απορρίπτει την ιστορική βάση αυτής της αφήγησης[8] δεχόμενος από τα λεγόμενα του Πουκεβίλ μόνο τις χρονολογίες (όταν ληφθεί υπόψη η διαφορά μεταξύ ιουλιανούκαι γρηγοριανού ημερολογίου)[68].

Τα Καλάβρυτα ως τόπο κήρυξης της Επανάστασης με ύψωση της επαναστατικής σημαίας από τον Γερμανό ανέφερε ο φιλέλληνας και αρχίατρος του ελληνικού στόλου Σάμιουελ Γκρίντλεϊ Χάου το 1828,[69] και το 1829 Αμερικανός ιεραπόστολος που επισκέφθηκε την περιοχή, χωρίς να αναφέρει ημερομηνία.[70] Αναφορές στην ύψωση της επαναστατικής σημαίας από τον Γερμανό στις 25 Μαρτίου έγιναν σε εορταστική ομιλία του Προέδρου της Βουλής και Πελοποννήσιου αγωνιστή Ρήγα Παλαμήδη το 1846,[71] και του Αλέξανδρου Δεσποτόπουλου στα Καλάβρυτα το 1861, ο οποίος περιέγραψε λεπτομέρειες της θρυλικής σκηνής αναφέροντας ότι ήταν παρών στην τελετή,[72] ενώ σε αίτηση αγωνιστή προς την Γραμματεία επί των Στρατιωτικών το 1843 αναφέρεται η Αγία Λαύρα ως τόπος έναρξης της Επανάστασης.[73] και από τον αγωνιστή Αναγνώστη Γιαννόπουλο από την Περιστέρα Καλαβρύτων.[74] Την κήρυξη της επανάστασης στις 17 Μαρτίου αναφέρει και ο Ι. Κωλέττης το 1835, ενώ θεωρεί ότι η Επανάσταση γενικεύτηκε την 25 Μαρτίου την οποία και θεωρεί ημέρα αναγέννησης της Ελλάδος.[75] Η δοξολογία, της 17ης Μαρτίου καταγράφεται και από ανώνυμο συγγραφέα το 1850, ο οποίος ταυτόχρονα παραθέτει και άλλο έντυπο όπου επίσης αναφέρεται η σκηνή στην Αγία Λαύρα υπό τον Γερμανό.[76] Ο ιστοριοδίφης Δημήτριος Καμπούρογλου που μελέτησε τα απομνημονεύματα και τα χειρόγραφα του Πατρών Γερμανού πίστευε ότι οι σχετικές αναφορές «δεν μπορούν να θεωρηθούν απίθανες».[77] Άλλες σχετικές αναφορές βρίσκονται σε επιτάφιο ομιλία του Καλλίνικου Καστόρχη (1789-1877) για τον αγωνιστή Χριστόδουλο Μελετόπουλο [78] και στην αυτοβιογραφία του αγωνιστή Βασίλειου Πετιμεζά (1785/6-1872).[79][80] Από όσους έγραψαν απομνημονεύματα της Eπανάστασης μόνο ο Κανέλλος Δεληγιάννης ανέφερε τα γεγονότα της Αγίας Λαύρας. Τα απομνημονεύματά του τα έγραψε πολύ αργότερα (εκδόθηκαν το 1854), και πιστεύεται ότι θέλησε να συνδέσει την Αγία Λαύρα με την εξέγερση της ιδιαίτερης πατρίδας του.[1] Την παρουσία λαβάρου στη σχετική τελετή αναφέρει ο Φ. Πουκεβίλ.[81] Ωστόσο, κατά τον Τ. Σταματόπουλου, έγινε για πρώτη φορά λόγος για το λάβαρο της Αγίας Λαύρας το 1851.[82] Οι πληροφορίες αυτές αναπαράγονταν σε πολλές δευτερογενείς και τριτογενείς πηγές.[83]

Ιστορικοί της επαναστατικής περιόδου είχαν αρχίσει να διατυπώνουν τις αντιρρήσεις τους: ο Τζορτζ Φίνλεϊ στην Ιστορία της Ελληνικής Επανάστασης, που εκδόθηκε το 1861 στα αγγλικά, διόρθωνε την αντίληψη ότι η επανάσταση ξεκίνησε από την Αγία Λαύρα,[84] ενώ ο Σπυρίδων Τρικούπης, που είχε αναφερθεί στα γεγονότα της Αγίας Λαύρας ως αληθή στον επικήδειο του Ανδρέα Ζαΐμη, έγραφε στη δεύτερη έκδοση της Ιστορίας της Ελληνικής Επαναστάσεως που εξέδωσε το 1860 ότι «Ψευδὴς εἶναι ἡ ἐν Ἑλλάδι ἐπικρατοῦσα ἰδέα , ὅτι ἐν τὴ μονὴ τῆς Ἁγίας Λαύρας ἀνυψώθη κατὰ πρῶτον ἡ σημαία τῆς Ἑλληνικῆς Ἐπαναστάσεως.»[85] Ο Ιωάννης Φιλήμων – ο «πάντοτε αφοσιωμένος στους Υψηλάντες»[86] – αναφερόμενος στην ημερομηνία έναρξης της Επανάστασης (αλλά όχι στα γεγονότα) αποκαλούσε «παχυλὸν ψεῦδος» το ότι η 25 Μαρτίου είναι η πραγματική ημερομηνία έναρξης της Επανάστασης, θεωρώντας ως ημέρα έναρξης της Επανάστασης την 24η Φεβρουαρίου.[87] Ο William Miller έκανε λόγο για «ποιητική παράδοση», που επικυρώθηκε με την καθιέρωση της 25ης Μαρτίου ως εθνικής εορτής.[88]

Ο θρύλος έγινε αγαπητός στους Έλληνες, διότι συνέδεε την αρχή του επαναστατικού αγώνα με την ημέρα του Ευαγγελισμού.[1] Απέκτησε σημαντική θέση στην επίσημη ελληνική εθνική αφήγηση και στο εθνικό φαντασιακό, καθώς αποκατέστησε το ρόλο της Εκκλησίας στην επανάσταση, επιβεβαίωσε την κεντρική της θέση στην εθνική αφήγηση, και ταύτισε την εθνική και θρησκευτική ταυτότητα.[89] Το μήνυμα αυτό της ταύτισης θρησκευτικής και εθνικής ταυτότητας υπογράμμισε και ο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και πάσης Ελλάδος Χριστόδουλος όταν στο κλείσιμο συλλαλητηρίου της 21ης Ιουνίου 2000 υπέρ της αναγραφής του θρησκεύματος στα δελτία αστυνομικών ταυτοτήτων ύψωσε το λάβαρο της Αγίας Λαύρας, που είχε μεταφερθεί από το μοναστήρι στην Αθήνα.[90]

Κάθε χρόνο στις 25 Μαρτίου πραγματοποιούνται εκδηλώσεις στην Αγία Λαύρα και επαναλαμβάνεται -συμβολικά – η πρώτη πράξη της αναπαράστασης που γίνεται στα Καλάβρυτα στις 21 Μαρτίου, στα πλαίσια του ετήσιου εορτασμού για την απελευθέρωσης της πόλης.[91][92]

Καλλιτεχνικές απεικονίσεις

Λουδοβίκος Λιπαρίνι (1800-56), λιθογραφία, Ο Παλαιών Πατρών Γερμανός υψώνει τη σημαία της Ανεξαρτησίας στα Καλάβρυτα.

Η θρυλική σκηνή αποτέλεσε θέμα ζωγραφικής από αρκετούς ζωγράφους, Έλληνες και ξένους, επώνυμους και ανώνυμους. Εξ αυτών ξεχωρίζουν ο σχετικός πίνακας του Πέτερ φον Ες, στη Στοά του Μονάχου, του Λιπαρίνι που απεικονίζει το γεγονός σε ύπαιθρο χώρο. Ο Θεόδωρος Βρυζάκης φιλοτέχνησε δύο σχετικούς πίνακες, το 1851 και το 1865 και εκτίθενται στο Μουσείο Μπενάκη και στην Εθνική Πινακοθήκη Αθηνών αντίστοιχα. Στις συνθέσεις αυτές, που μυθοποιούν την έκρηξη της επανάστασης,[93] ο Π. Πατρών Γερμανός παριστάνεται να ευλογεί τη σημαία της Επανάστασης στη Μονή της Αγίας Λαύρας, στα Καλάβρυτα, μπροστά στην Ωραία Πύλη του μικρού ναού της Θεοτόκου, εν μέσω αγωνιστών.[94][95] Όμοια σημαία (γαλάζιος σταυρός σε άσπρο φόντο) εικονίζεται και στο πίνακα Έξοδος του Μεσολογγίου του ίδιου ζωγράφου.

Το μετάλλιο του 1836, επί τη ευκαιρία του γάμου των βασιλέων Όθωνα και της Αμαλίας.

Ανώνυμος συγγραφέας εντύπου που αφηγείται κάποιες λεπτομέρειες των πρώτων ημερών της Επανάστασης, αναφέρει το 1850 ότι ήταν ήδη γνωστή η απεικόνιση του Π.Πατρών Γερμανού να κρατά σημαία. Επίσης ο συγγραφέας αναφέρει ότι σημαιοφόρος κατά την δοξολογία της 17ης Μαρτίου στην Αγία Λαύρα ήταν ο Αναγνώστης Κορδής από τα Χάσια Καλαβρύτων, καπετάνιος ομάδας ενόπλων υπό τον Αναγνώστη Στριφτόμπολα.[96]

Σε μετάλλιο που κόπηκε το 1836 με την ευκαιρία του γάμου του βασιλιά Όθωνα και της Αμαλίας εικονίζεται η θρυλική σκηνή, με τον Γερμανό να κρατά σημαία και σταυρό και δύο αγωνιστές σε κίνηση ορκωμοσίας ή χαιρετισμού. Φέρει την επιγραφή «ΘΕΟΣ ΤΟΥ ΠΑΤΡΟΣ ΜΟΥ ΚΑΙ ΥΨΩΣΩ ΑΥΤΟΝ – ΚΑΛΑΒΡΥΤΑ 25 ΜΑΡΤ. 1821» (το απόφθεγμα είναι από την Έξοδο, ιε΄, 3). Η άλλη όψη του μεταλλίου εικονίζει τον Γερμανό σε προφίλ χωρίς κάλυμμα κεφαλής. Το μετάλλιο είναι το ένα από σειρά δώδεκα αναμνηστικών μεταλλίων προς τιμήν διαφόρων προσωπικοτήτων και συμβάντων της Επανάστασης καθώς και των βασιλέων. Σχεδιάστηκαν από τον Γερμανό χαράκτη Konrad von Lange (1809-1856, μαθητής του C. Voigt) ο οποίος ήλθε στην Ελλάδα το 1834 και εργάστηκε στο Νομισματοκοπείο Αθηνών έως το 1840. Κατά τον χαράκτη Α. Τάσσο η ερμηνεία της μορφής του Γερμανού σ΄ αυτό το μετάλλιο είναι σημαντική για την εικονογραφία του Αγώνα, ενώ είναι και πρωτότυπη γιατί δεν συνηθιζόταν η προφίλ απεικόνιση προσωπικοτήτων. Σήμερα τα μετάλλια αυτά θεωρούνται σπανιώτατα.[97][98]

Απεικονίσεις της τελετουργίας και της ευλογίας των όπλων από τον Γερμανό αναπαρήχθησαν μαζικά και τοποθετήθηκαν σε δημόσια κτήρια και σχολεία, ως οπτικές αποδείξεις της αλήθειας του θρύλου.[99]

Η θρυλική σκηνή στα ελληνικά σχολικά βιβλία

Τὴν 25 Μαρτίου 1821 ὁ Ἐπίσκοπος Παλαιῶν Πατρῶν Γερμανὸς μὲ τοὺς προκρίτους τῶν Καλαβρύτων Ἀνδρέα Ζαΐμη καί τοῦ Αἰγίου Ἀνδρέα Λόντο ὕψωσαν τὴ σημαία τῆς ᾽Επανάστασης στὸ μοναστήρι τῆς Ἁγια-Λαύρας. ᾽Εκεῖ, ὕστερα ἀπὸ κατανυκτικὴ λειτουργία ὁ φλογερὸς ἐκεῖνος ᾽Επίσκοπος κάτω ἀπὸ τὸν ιστορικὸ πλάτανο τοῦ μοναστηριοῦ κάλεσε τοὺς γενναίους πολεμιστὲς νὰ ὁρκιστοῦν «ἐλευθερία ἢ θάνατος». Ὅλοι οἱ συγκεντρωμένοι πατριῶτες γονατιστοὶ μὲ ξεγυμνωμένα τά γιαταγάνια, ὁρκίστηκαν: «νὰ μὴ μείνη Τοῦρκος στὸν Μωριά, μηδὲ στὸν κόσμον ὅλο». Ἀπὸ τὴν Ἁγία Λαύρα, κατέβηκαν στὴν Πάτρα καὶ ἐξανάγκασαν τοὺς Τούρκους νὰ κλειστοῦν στὸ Κάστρο.

— Ιστορία των Νεωτέρων Χρόνων για την ΣΤ΄ Δημοτικού, 1974, σελ. 46

Στο βιβλίο ιστορίας ΣΤ΄ Δημοτικού Ιστορία των Νεωτέρων Χρόνων του 1974 παρουσιάζεται ο θρύλος ως ιστορικό γεγονός (όπως φαίνεται στο ανωτέρω απόσπασμα).[100] Το 1982 το βιβλίο Γ΄ Γυμνασίου αλλάζει και το νέο βιβλίο Νεότερης και Σύγχρονης Ιστορίας του Οργανισμού Εκδόσεως Διδακτικών Βιβλίων γράφεται από τον ιστορικό Βασίλη Κρεμμυδά.[101] Στο βιβλίο αυτό, που προσεγγίζει την ιστορία από την πλευρά των κοινωνικών και οικονομικών σχέσεων[102], προστέθηκε μια παράγραφος η οποία αναφέρει τον θρύλο της έναρξης της επανάστασης στην Αγία Λαύρα χωρίς την άδεια του συγγραφέα.[103][104] Συγκεκριμένα στην σελίδα 186-187 χωρίς την επιθυμία του συγγραφέα προστέθηκε: «Προηγουμένως, από τις 21 Μαρτίου, είχε αρχίσει η πολιορκία των Τούρκων στο φρούριο των Καλαβρύτων… το γεγονός αυτό συνδυάστηκε αργότερα με την Αγία Λαύρα και την ύψωση εκεί της σημαίας της Επανάστασης από το Π. Πατρών Γερμανό».[105]

Η απαλοιφή της σχετικής αναφοράς (όπως και άλλων σχετικά με το ρόλο της Εκκλησίας στην Επανάσταση) από κρατικό σχολικό βιβλίο ιστορίας του 2006, θεωρήθηκε σημαντική καινοτομία μεν, αλλά κρίθηκε αρνητικά ως προσπάθεια «εκ των άνω» κατασκευής μιας νέας Ελληνικής εθνικής ταυτότητας μέσω της μαζικής εκπαίδευσης και ως εισαγωγή προσωπικών ιδεολογικών αντιλήψεων των συγγραφέων του (Μ. Ρεπούση, Χ. Ανδρεάδου, Αρ. Πουταχίδης, Αρμ. Τσίβας) με την πρόφαση της αντικειμενικότητας.[106]

Στα σύγχρονα βιβλία ιστορίας δεν αναφέρεται η δοξολογία στην Αγία Λαύρα υπό τον Π.Π. Γερμανό ως ιστορικό γεγονός. Στο βιβλίο Ιστορίας Γενικής Παιδείας Γ΄ Λυκείου αναφέρεται ότι στις 25 Μαρτίου ο Παλαιών Πατρών Γερμανός ορκίζει τους αγωνιστές της Πάτρας.[107] Στο βιβλίο ιστορίας Γ΄ Γυμνασίου η μόνη αναφορά στο θρύλο γίνεται στην λεζάντα του πίνακα του Βρυζάκη «Ο Παλαιών Πατρών Γερμανός ευλογεί τη σημαία της επανάστασης (φανταστική σύνθεση). Αν και ο Αγώνας είχε ξεκινήσει λίγες μέρες νωρίτερα, η 25η Μαρτίου ορίσθηκε το 1838 ως εθνική επέτειος όπως είχε προγραμματιστεί από τη Φιλική Εταιρεία.[108] Στο βιβλίο Ιστορίας ΣΤ΄ Δημοτικού Στα Νεότερα Χρόνια (πριν την αναθεώρηση του 1997) αναφέρεται ότι «στην πλατεία του Αγίου Γεωργίου ο Γερμανός έστησε το Σταυρό, στον οποίο ορκίστηκαν οι αγωνιστές».[109] Στο αναθεωρημένο (1997) βιβλίο Ιστορίας ΣΤ΄ Δημοτικού Στα Νεότερα Χρόνια αναφέρεται μόνο ότι «Η απόφαση ήταν να αρχίσει η Επανάσταση στις 25 του Μάρτη, που ήταν η γιορτή του Ευαγγελισμού. Τα γεγονότα εξελίχθηκαν διαφορετικά [..] Αργότερα καθιερώθηκε να γιορτάζεται η επέτειος της Επανάστασης του 1821 την 25η Μαρτίου» (δεν γίνεται αναφορά σε ορκωμοσία ή δοξολογία του Παλαιών Πατρών Γερμανού).[110]

Στη δημόσια χρήση της ιστορίας

Η ιστορία περί τα γεγονότα ή θρύλο της Αγίας Λαύρας αποτελούν αντικείμενο ιδεολογικής και πολιτικής αντιπαράθεσης κατά τη δημόσια χρήση της ιστορίας, δηλαδή σε εφημερίδες, ηλεκτρονικά μέσα κτλ. Ο συγγραφέας της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς Γιώργος Καραμπελιάς πιστεύει ότι η αμφισβήτηση των γεγονότων περί την κήρυξη της επανάστασης την 25η Μαρτίου – όπως και άλλων γεγονότων της επανάστασης – γίνεται στα πλαίσια της λεγόμενης αποδομητικής κριτικής των «εθνικών αφηγήσεων» και ότι για το σκοπό αυτό γίνεται συστηματική διαστρέβλωση και αποσιώπηση της ιστορικής αλήθειας.[111] Οι μέθοδοι που χρησιμοποιούνται από αυτή τη σχολή έχουν χαρακτηριστεί ως «ψευδο-επιστημονικές».[112]Ο ιστορικός ερευνητής Χρήστος Μούλιας επίσης αναφέρει ότι η εξιστόρηση περί την Αγία Λαύρα αποτελεί ιδιαίτερο στόχο της «τάσης αποδόμησης της νεοελληνικής ιστορίας».[113]Από την οπτική αριστερής αρθρογραφίας (Εφημερίδα των Συντακτών), η εικόνα της ευλογίας των όπλων στην Αγία Λαύρα (όπως και του Κρυφού Σχολειού) έχει εμπεδωθεί ως κύριο γεγονός της Επανάστασης στα πλαίσια ιδεολογικής χρήσης του πίνακα του Βρυζάκη.[114] Η εφημερίδα Ριζοσπάστης έγραψε ότι η υπόθεση είναι «θρύλος […] ιστορικά ανεπιβεβαίωτος, εντελώς πλαστός [που] έχει μόνο μυθικό χαρακτήρα»·[115] ο φιλελεύθερος συγγραφέας Νίκος Δήμου θεωρεί τη διδασκαλία τους παράδειγμα της ανορθολογικής βάσης της νεοελληνικής ταυτότητας.[116]

Σημειώνεται ότι η υποβάθμιση της παρουσίας του Π.Π. Γερμανού στην Επανάσταση και η αποσιώπηση της δοξολογίας της Αγίας Λαύρας ήταν μια από τις ιδιαιτερότητες του σχολικού βιβλίου ιστορίας της ΣΤ΄ Δημοτικού του 2006-07, το οποίο αποτέλεσε αντικείμενο έντονης δημόσιας αντιπαράθεσης. Η Μ. Ρεπούση που επόπτευσε τη σύνταξη του βιβλίου, είχε αποκαλέσει συνοπτικά τους φερόμενους ως μύθους της Επανάστασης με τον απαξιωτικό χαρακτηρισμό «Κρυφά Σχολειά και δαίμονες». Πιστεύεται ότι αυτές οι παραλείψεις από το σχολικό βιβλίο έγιναν λόγω της δυναμικής που είχαν να υποσκάψουν την επιρροή της Εκκλησίας στην ελληνική κοινωνία και αποτελούσαν μια «εκ των άνω» προσπάθεια κατασκευής μιας νέας Ελληνικής εθνικής ταυτότητας μέσω της μαζικής εκπαίδευσης. Η αποτυχία αυτής της προσπάθειας ίσως υποδεικνύει ότι η σύγχρονη ελληνική ταυτότητα είναι βαθύτερη απ’ όσο προτείνει η μοντερνιστική θεωρία περί του έθνους. Επίσης θεωρείται ότι το σχολικό βιβλίο επιδίωξε να περάσει τις ιδεολογικές αντιλήψεις των συγγραφέων για τα ιστορικά γεγονότα, οι οποίες ήταν κάποιες φορές παραπλανητικές.[117]

πηγή-el.wikipedia.org

Διαβάστε επίσης

Τα σχόλια είναι κλειστά.

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί cookies για την παροχή των υπηρεσιών του, και για την ανάλυση της επισκεψιμότητας. Με τη χρήση αυτού του ιστότοπου, αποδέχεστε τη χρήση των cookies.Αποδοχή