Στις 7 Σεπτεμβρίου του 1999 και ώρα 14:56:50 το μεσημέρι η Αθήνα χτυπιέται απροειδοποίητα από σεισμό μεγέθους 5,9 Ρίχτερ και διάρκειας 15 δευτερολέπτων.
Έμεινε γνωστός ως ο Σεισμός της Αθήνας του 1999 στην περιοχή της Πάρνηθας. Είναι ο φονικότερος σεισμός των τελευταίων 50 ετών προκαλώντας 143 θανάτους και με υλικές ζημιές που έφτασαν τα 3 δισεκατομμύρια ευρώ, δηλαδή το μεγαλύτερο κόστος σε φυσική καταστροφή που έχει συμβεί ποτέ στην Ελλάδα.
Ενώ ιστορικά έχουμε δεχτεί πιο δυνατούς σεισμούς και με μεγαλύτερη διάρκεια, ο συγκεκριμένος προκάλεσε πολλές καταστροφές εξαιτίας ότι το επίκεντρο του ήταν δίπλα στην Αθήνα σε μόλις 18 χιλιόμετρα από το κέντρο της πόλης, ανάμεσα στις Αχαρνές και τον Εθνικό Δρυμό Πάρνηθας. Επίσης το μικρό εστιακό του βάθος, από 9 μέχρι 14 χιλιόμετρα. Στην επιφάνεια του εδάφους υπήρξαν ελάχιστες ρηγματώσεις και ήταν δύσκολο να βρεθεί η προέλευση του σεισμού. Το Γεωδυναμικό Ινστιτούτο του Εθνικού Αστεροσκοπείου Αθηνών ανακοίνωσε πως ο σεισμός προκλήθηκε από ρήγμα μήκους 15 χιλιομέτρων στην περιοχή Πεντέλης και Πάρνηθας. Μετά από μελέτη δορυφορικών δεδομένων της παραμόρφωσης καθ’ ύψος του εδάφους βρέθηκε ότι έγιναν δύο σεισμοί, μεγέθους 5,8 και 5,5 ρίχτερ, σε διαφορετικά ρήγματα και με διαφορά 3,5 δευτερολέπτων ο ένας από τον άλλο.
Ο απολογισμός είναι βαρύς αφού τα θύματα του σεισμού υπολογίζονται σε 145, γεγονός που κατατάσσει τον σεισμό ως τον πιο θανατηφόρο που έλαβε χώρα στην Ελλάδα τα τελευταία 50 χρόνια. Από αυτοψίες από τα θύματα του σεισμού, 36 άνθρωποι πέθαναν από τραύματα, 38 άνθρωποι έφεραν τραύματα από τα οποία κινδύνευε η ζωή τους ενώ 31 πέθαναν από ασφυξία. Οι περισσότεροι από τους θανάτους οφείλονται σε καταρρεύσεις κτιρίων, τρία από αυτά εργοστάσια. Έξι άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους λόγω εμφράγματος του μυοκαρδίου, δύο από τραύματα όταν πήδηξαν από το κτίριο στο οποίο βρίσκονταν και ένας όταν χτυπήθηκε από αντικείμενο. Υπολογίστηκε ότι τουλάχιστον άλλοι 85 σώθηκαν μέσα από τα συντρίμια, 2.000 τραυματίστηκαν και 50.000 έμειναν άστεγοι.
Το πιο τραγικό γεγονός εκείνης της ημέρας ήταν η κατάρρευση του εξαώροφου εργοστασίου της Ρικομέξ στο Μενίδι στο οποίο έχασαν τη ζωή τους 39 εργαζόμενοι ανάμεσα στους οποίους δύο έγκυες γυναίκες. Οι συγγενείς που υπέστησαν την απώλεια των αγαπημένων τους στη συνέχεια έδωσαν αδιανόητες δικαστικές μάχες, χωρίς τελικά οι υπεύθυνοι να τιμωρηθούν. Πέρασαν 11 χρόνια ως το Μάιο του 2010 που αποφασίστηκε από το Συμβούλιο της Επικρατείας ότι η Νομαρχία έχει αυτοτελείς ευθύνες και το 2012, για να αποφασιστεί από την Περιφέρεια Αττικής η καταβολή 13 εκατομμυρίων για αποζημιώσεις στις οικογένειες των θυμάτων, καθώς οι υπηρεσίες της νομαρχίας δεν είχαν εντοπίσει κανένα πρόβλημα στο κτίριο σε παλαιούς ελέγχους.
Άλλες φονικές υποθέσεις καταρρεύσεων που εκδικάστηκαν, ήταν της πολυκατοικίας στη Νέα Φιλαδέλφεια, όπου εφτά άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους. Για την κατάρρευση κατηγορήθηκαν τεχνικοί εκπρόσωποι του DIA και του Continent οι οποίο αθωώθηκαν σε Α’ βαθμό. Ο ιδιοκτήτης της ΦΙΑΛΟΠΛΑΣΤ, όπου πέθαναν 3 γυναίκες, βρέθηκε ένοχος σε Α’ βαθμό για ανθρωποκτονία από αμέλεια, με ποινή φυλάκισης οχτώ μηνών, αλλά πέθανε πριν αυτή πραγματοποιηθεί. Για την κατάρρευση του εργοστασίου FARAN, όπου έχασαν τη ζωή τους 4 άνθρωποι, οι τέσσερις κατηγορούμενοι αθωώθηκαν. Για την κατάρρευση πολυκατοικίας στην οδό Ψυχάρη, στη Μεταμόρφωση με οχτώ νεκρούς τα αδικήματα παραγράφηκαν. Από εκεί οι πυροσβέστες ανέσυραν ζωντανά δύο μικρά παιδιά στην αγκαλιά του νεκρού πατέρα τους. Η δίωξη του ιδιοκτήτη, του πολιτικού μηχανικού και του αρχιτέκτονα του εργοστασίου ΦΟΥΡΛΗΣ, όπου έχασαν τη ζωή τους 6 εργαζόμενοι, για ανθρωποκτονία από πρόθεση με ενδεχόμενο δόλο, παύθηκε το 2001 ύστερα από βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών. Οι μηχανικοί που είχαν υπογράψει τις μελέτες των κτιρίων που κατέρρευσαν σε όλη την Αθήνα είτε αθωώθηκαν, συνήθως επειδή τα αδικήματα είχαν παραγραφεί, είτε αντιμετώπισαν πλημμεληματικές κατηγορίες και μετά την εξαγορά των ποινών τους συνέχισαν να εργάζονται κανονικά.
Οι περιοχές που επλήγησαν περισσότερο από το σεισμό ήταν οι Θρακομακεδόνες με το 84% των σπιτιών που χαρακτηρίστηκε κόκκινο ή κίτρινο, στα Άνω Λιόσια το 64% και στη Φυλή το 56%. Εκτεταμένες ζημίες έγιναν και στην Κηφισιά, στην Μεταμόρφωση και τις Αχαρνές. Το 30% των καλά κατασκευασμένων κτιρίων ειχε καταρρεύσει. Δεν αναφέρθηκαν σημαντικές υλικές καταστροφές στο Δήμο Αθηνών και στα νότια και ανατολικά προάστια. Το Στάδιο Νίκος Γκούμας στη Νέα Φιλαδέλφεια της ΑΕΚ υπέστη τόσες ζημιές, από το σεισμό ώστε να έπρεπε να κατεδαφιστεί. Συνολικά από το σεισμό κατέρρευσαν 110 κτίρια, 5.222 κρίθηκαν κατεδαφιστέα και 38.165 επισκευάσιμα.
Η Ακρόπολη και τα άλλα αρχαία μνημεία της Αθήνας είτε έμειναν ακέραια είτε είχαν μικρές υλικές ζημιές. Στον Παρθενώνα και στο Ερέχθειο παρατηρήθηκε ελαφρά περιστροφή κάποιων κιόνων. Αρκετά από τα κτίρια με πλίνθινη τοιχοποιία που χρονολογούνται από τον 19ο αιώνα δεν υπέστησαν ζημίες. Η Μητρόπολη Αθηνών, η οποία είχε υποστεί ζημιές και από το σεισμό του 1981, χρειάστηκε να αναστηλωθεί. Μνημεία στα οποία προκλήθηκαν σημαντικές ζημιές από το σεισμό ήταν η Μονή Δαφνίου και το Κάστρο της Φυλής, που χρονολογείται από τον 5ο αιώνα π.Χ., όπου στους τοίχους εμφανίστηκαν μεγάλες ρωγμές.
Στις 17 Αυγούστου του 1999 έγινε μεγάλος σεισμός στο Ιζμίτ της Τουρκίας. Οπως αποδείχθηκε στη συνέχεια, ολόκληρο το ασιατικό κομμάτι της Τουρκίας είχε ολισθήσει 6 μέτρα προς το Αιγαίο. Αναλύοντας τα δεδομένα, φάνηκε ότι όντως ο ελλαδικός χώρος συμπιέστηκε και κάπου θα εκδηλωνόταν μεγάλος σεισμός. Η αμοιβαία βοήθεια των δύο χωρών, έδωσαν την αφορμή για συζητήσεις οι οποίες έγιναν γνωστές ως η «ελληνοτουρκική διπλωματία των σεισμών», με σημαντική ανάκαμψη στις διμερείς σχέσεις, οι οποίες είχαν αμαυρωθεί από δεκαετίες αμοιβαίας εχθρότητας. Η Τουρκία ανταπέδωσε την ενίσχυση που ήλθε από την Ελλάδα αμέσως μετά το σεισμό στις 17 Αυγούστου 1999. Η τουρκική ενίσχυση ήταν η πρώτη που έφτασε στις πληγείσες περιοχές, με την πρώτη εικοσαμελή ομάδα διάσωσης να φτάνει στην Αθήνα εντός 13 ωρών μετά το χτύπημα του Εγκέλαδου. Τα τηλέφωνα στα Ελληνικά Προξενεία και την Πρεσβεία της Τουρκίας κυριολεκτικά μπλόκαραν από τους Τούρκους πολίτες που προσέφεραν αίμα.
Ο σεισμός της Αθήνας του 1999 μάς δίδαξε πολλά σε επιστημονικό επίπεδο. Βελτιώθηκε ο αντισεισμικός κανονισμός έτσι οι νέες κατασκευές, που ανεγέρθηκαν μετά το 2000, επέδειξαν καλύτερη «συμπεριφορά». Δημιουργήθηκαν άλλες έξι ΕΜΑΚ πλην των δύο σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη που ήδη υπήρχαν και εκπαιδεύτηκαν κατάλληλα οι άνθρωποι που τις στελέχωσαν. Την περίοδο εκείνη, επίσης, ευαισθητοποιήθηκαν πολλοί ιδιώτες, φορείς, ιδρύματα και μεμονωμένοι άνθρωποι, που μέσω δωρεών βοήθησαν στον εκσυγχρονισμό και στην ανανέωση των μέσων μας.
Ακολουθήστε το Ταξίδι Στον Χρόνο – Time Travel και στο Instagram https://www.instagram.com/taxidistonxrono_timetravel/