Γράφει η κ. Κατερίνα Κοτσώρη…

«Μια φορά και έναν καιρό ζούσε στην περιοχή ένας βασιλιάς που είχε κόρη την Κέρτεζη. Μια πανέμορφη και μονάκριβη βασιλοπούλα! Την ήθελαν όλοι οι άντρες της περιοχής και ο βασιλιάς την πρόσεχε υπερβολικά. Η Κέρτεζη πήγαινε τακτικά στο Κεφαλόβρυσο για να δροσιστεί και να παίξει με τις φίλες της. Μια μέρα, εκεί που έπαιζαν τα κορίτσια βρήκαν ένα κόκκινο μήλο στο ποτάμι. Η Κοπελιά το πήρε και το πήγε στο παλάτι. Ο πατέρας της θεώρησε ότι της το έδωσε κάποιος άντρας και ότι βασιλοπούλα ήταν ψεύτρα και άτιμη! Δεν άντεξε την ατίμωση και την έσφαξε! Την θρήνησε όλη η περιοχή και περισσότερο την θρήνησαν όταν ανακάλυψαν ότι στις πηγές του ποταμού φύτρωνε μια πανέμορφη μηλιά που έκανε κόκκινα μήλα. Για δικαιωθεί η βασιλοπούλα μετά θάνατον, δόθηκε το όνομα της στην περιοχή».

Η αιώνια μοίρα των γυναικών να θυσιάζονται με πολλούς τρόπους αλλά μετά να αποκτούν δόξα! Ο θρύλος αυτός ορίζει το όνομα του χωριού αλλά υπάρχουν κι άλλες ερμηνείες ρεαλιστικές.
Το όνομα Κέρτεζη είναι Αλβανικής προέλευσης και φανερώνει τόπο που είναι σε σκιά, ανάμεσα σε άλλο τόπο σκιερό.
Η λέξη ΖΙ στα Αλβανικά σημαίνει μαύρος, πένθιμος, μελανός, δυστυχισμένος και Qer κάρο.
Το πιθανότερο είναι πως το όνομα δόθηκε από Αλβανούς που εγκαταστάθηκαν στο μέρος του σημερινού χωριού και στη συνέχεια εξαφανίστηκαν χωρίς να αφήσουν κανένα ίχνος ή ενσωματώθηκαν με τους ντόπιους. Τη δεκαετία του 1950 η Νομαρχία ζήτησε την αλλαγή του ονόματος αλλά το Κοινοτικό Συμβούλιο αρνήθηκε υποστηρίζοντας πως το όνομα δεν είναι ξενόγλωσσο.
Η περιοχή της φαίνεται να κατοικείται από τον 3ο αιώνα, αποτελώντας επαρχία της Αρκαδίας με το όνομα Αζανία, μια από τις πόλεις της οποίας ήταν η Κύναιθα. Βρισκόταν στο βορειότερο μέρος της Αζανίας, αποκομμένη από τον υπόλοιπο Αρκαδικό χώρο, εξαιτίας των ορεινών όγκων. Η ακριβής θέση των Κυναίθων δεν έχει προσδιορισθεί, γνωρίζουμε όμως ότι κατεστράφη από τους Αιτωλούς, το 220 π.Χ., κατά τον πόλεμο των δύο συμπολιτειών (Αχαϊκής και Αιτωλικής). Το στίγμα της μας το δίνει ο Παυσανίας.
Η παρουσία του οχυρού της Παναγιάς, υπερασπίζεται την επικρατέστερη θεωρία. Γίνεται μνεία του οχυρού στο Νεώτερον Έγκυκλοπαιδικόν Λεξικόν «Ηλίου» στο λήμμα Κύναιθα , «εις θέσιν Παναγιά, καταφανή τα ερείπια κυκλώπειων (πελασγικών) τειχών». Το οχυρό είναι «αυτόνομο» στο χώρο, δεν υπερασπίζεται δηλαδή κάποιον γειτονικό οικισμό, δεν είναι ακρόπολη. Ανήκε σε ένα οικιστικό κέντρο, που πιθανότατα ήταν η Κύναιθα. Το οχυρό, λόγω θέσης, επιτηρεί μεγάλο μέρος της κοιλάδας του Ερασίνου / Βουραϊκού ποταμού, ενώ δεν είναι τυχαίο ότι έχει οπτική επαφή με το Κάστρο των Καλαβρύτων. Πιο σημαντικό όμως είναι ότι ελέγχει τα οδικά περάσματα σε μία καίρια περιοχή.Την εποχή της Φραγκοκρατίας αποκτά νέα αξία και μετά αξιοποιείται από τους Σλάβους, τους Ενετούς και τους Τούρκους.
Κατά τις ανασκαφές που έγιναν από τον Ορλάνδο και τον Φιλαδελφέα, στο νεκροταφείο της Κέρτεζης (1927-1928), βρέθηκε χάλκινο αγαλματίδιο και θεμέλιο με μεγάλους λίθους, πιθανότατα ιερού τείχους στο οποίο ανήκε το αγαλματίδιο.
Πάνω στο τείχος αυτό είναι κτισμένη η εκκλησία του νεκροταφείου, κτίσμα παλαιό ίσως και του 13ου αιώνα, με αξιόλογες τοιχογραφίες
Από τότε πέρασε η περιοχή όπως και όλη η Πελοπόννησος στην κατοχή των Ρωμαίων, των Σλάβων, των Φράγκων, των Βυζαντινών και των Τούρκων.
Η ύπαρξη του χωριού με το όνομα Κέρτεζη, για πρώτη φορά, αναφέρεται το έτος 1402, σε έγγραφο των Ιωαννιτών κατόχων της Κορίνθου. Ιπποτών της Ρόδου.
Το 1432 περιέρχεται στον κυρ Θωμά, αδελφό του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου. Στο Χρονικό του Γ. Φραντζή αναφέρεται ότι έδωσε τον τόπο στο ίδιο με Αργυρόβουλο. Μέχρι το 1944 κατοικούσαν οι απόγονοι του εδώ και υφίσταται ακόμη το τοπωνύμιο και τα ερείπια του σπιτιού.

Η σημερινή Κέρτεζη βρίσκεται σε μέσο υψόμετρο 850 μέτρων και έχει εδαφική έκταση 27 τετραγωνικών χιλιομέτρων. Είναι κτισμένη στην κοιλάδα των Καλλιφωνίων ορέων, μεσα σε πανέμορφα δάση καστανιάς, ελάτης, βελανιδιάς και άφθονα νερά. Η σημερινή μορφή γύρω από την πηγή του Κεγαλόβρυσου αποτελεί αποτέλεσμα δύο αναπλάσεων τουλάχιστον. Η αρχαιότερη γνωστή, για την οποία έχουμε λίγα ιστορικά στοιχεία, είναι αυτή του 1848 μ. Χ. επί δημαρχίας (δήμου Καλλιφωνίας) Γεωργίου Αναγν. Στριφτόμπολα, όπως φαίνεται από την αρχική και νεώτερη πινακίδα απέναντι από τα σκαλιά κατεβαίνοντας από την ομώνυμη παλαιά πλατεία.
Ο οικισμός του χωριού, όπως είναι φυσιολογικό, σχηματίστηκε και αναπτύχθηκε γύρω από την μεγάλη πηγή του Κεφαλόβρυσου, στους πρόποδες του βουνού «Κοκκινάδι», στα νοτιοδυτικά του σημερινού σχηματισμού της σε σχήμα κεφαλαίου «Υ».
Το «Υ» αυτό καθορίζουν ο νοτιοδυτικός Καρβελοχείμαρος, ο βορειοδυτικός χείμαρρος Λίθος και φυσικά στην ένωσή τους καταφτάνουν και τα ενδιάμεσα νερά του Κεφαλόβρυσου- η δημιουργία της βασικής κοίτης του Βουραϊκού ποταμού που ξεχύνεται προς τα ανατολικά.
Κατά τον Π. Μπούρδαλα, αυτά αποτελούν και την πραγματική αιτία της πάνω από δύο χιλιετίες ζωής της, έστω και με διαφορετικά κέντρα του οικισμού της.
Το χωριό πρέπει να άλλαξε θέση πολλές φορές στο πέρασμα των χρόνων και υπάρχουν πολλές θεωρίες γι αυτό. Το αρχικό χωριό ήταν στον σημερινό Αη Γιώργη, παλαιότερα υπήρχε προχριστιανικός οικισμός στις σημερινές «Φυτιές», δυτικά του ενετικού κάστρου και βόρεια των πηγών της Ντεσμένας. Αλλη θεωρία λέει ότι ο οικισμός ήταν στα νοτιοδυτικά Εξάμπελα, ανατολικά της Αγίας Μαρίνας.

Μπροστά της απλώνεται η κοιλάδα του Ερασίνου (Βουραϊκού) ποταμού. Στην έκταση της, υπάρχουν τρεις βασικές πηγές του Βουραικού ποταμού. Η αρχαία Νερομάνα, το Κεφαλόβρυσο και το Μάτι.
Στα 1700 βρίσκουμε την Κέρτεζη στην απογραφή Γριμάνι με 245 κατοίκους.
Στην επανάσταση, πρωτοστατεί με τους οπλαρχηγούς Στριφτόμπολα και Τζένο και με αρκετούς στρατιώτες. Μετά τη απελευθέρωση το 1828, αρχίζει αμέσως η ανασυγκρότηση και η ανάπτυξη. Με εισφορές από τους κατοίκους ιδρύεται το σχολείο στο οποίο φοιτούν μαθητές και από τα γύρω χωριά, από το οποίο ξεκίνησε και ο μοναχός Δοσίθεος, περίφημος σχολάρχης Σοποτού και ύστερα Κερτέζης.
Η Κέρτεζη είναι ένα υπόδειγμα ζωής σε ορεινή επαρχία με πολλά βουνά, κοιλάδες και οροπέδιο, με πολλές μεγάλες και μικρές πηγές. Έτσι μία μεγάλη αγροκτηνοτροφική κωμόπολη έχει ως «σήμα κατατεθέν» το υδρόβιο είναι της. Τα νερά της είναι και το υπόδειγμά της, αποτέλεσαν το εργαλείο της «από κάτω» προσπάθειας υπέρβασης της φτώχειας.

Οι Κερτεζίτες, διατηρώντας τα οικολογικά στοιχεία και της ελληνικής παράδοσης, αλλά και αξιοποιώντας τις ήπιες μορφές ενέργειας και τεχνικής, έστησαν για πολλές δεκαετίες ένα Μεγαλοχώρι και μάλιστα χωρίς η κυκλοφορία του χρήματος να αποτελεί βασικό πυλώνα ανάπτυξης.
Η οικονομία του χωριού είναι γεωργική και κτηνοτροφική. Αναπτύσσονται δραστηριότητες οικοτεχνίας και βιοτεχνίας: Νερόμυλοι, νεροτριβές, ένα μαντάνι, κεραμιδοκάμινα, ασβεστοκάμινα, τεζάχια (παραγωγή ξυλείας οικοδομών), σιδηρουργεία (γύφτικα), ξυλουργεία, σαγματοποιεία, πεταλωτήρια, σαραθροποιεία, καμίνια για την παραγωγή ρακής, ραφεία, τσαγκαράδικα και αργαλειοί.
Οκτώ αλεστικοί νερόμυλοι που διέθεταν οριζόντια φτερωτή. Οι νερόμυλοι που βρίσκονταν χαμηλά, κάτω από το χωριό, άλεθαν κυρίως τους καλοκαιρινούς μήνες και εξυπηρετούσαν τα χωριά της περιοχής που δεν είχαν αρκετά νερά για να λειτουργήσουν τους νερόμυλους, οι οποίοι υπήρχαν σε μερικά από αυτά.


Όταν τα νερά ήταν απαραίτητα για την άρδευση των περιοχών αυτών, ψηλότερα από τους κάτω μύλους, τότε αναγκαστικά διέκοπταν και αυτοί την λειτουργία τους το καλοκαίρι. Στις περιπτώσεις αυτές, το νερό έπρεπε να εκτραπεί πριν φτάσει στο μύλο. Οι νερόμυλοι άλεθαν κυρίως τα γεννήματα της περιοχής, σιτάρι, κριθάρι, βρώμη και αραβοσίτι.
Αναπτύχθηκαν και δραστηριότητες παροχής υπηρεσιών, καφενεία, καταστήματα τροφίμων, κουρεία, μοδίστρες, ξενοδόχοι, μεταφορείς που αργότερα έγιναν αυτοκινητιστές. Σπουδαίο ρόλο στην οικονομία του χωριού έπαιξε και η αμπελοκαλλιέργεια. Επίσης, σε οργανωμένη μορφή, λειτουργούσαν στην Κέρτεζη εποχιακά, κυρίως την άνοιξη, τυροκομεία.
Η Αρχιτεκτονική των Βαρβαριτών μαστόρων είναι αποτυπωμένη στα παλιά σπίτια που σώζονται στο χωριό. Επικρατεί ο λαϊκός τύπος σπιτιών, στον οποίο οι Βαρβαρίτες έδωσαν το δικό τους, ιδιαίτερο ύφος, που τους διαφοροποίησε από τους ανταγωνιστές τους, Ηπειρώτες, Μακεδόνες και Λαγκαδινούς μαστόρους. Οι λαϊκοί μαστόροι, χρησιμοποιούσαν το ξύλο, αλλά το κυρίως υλικό με το οποίο χτιζόταν το παραδοσιακό σπίτι ήταν η πέτρα. «… Πέτρα, που λαξεύεται με επιμέλεια για τα αγκωνάρια, τα κεφαλάρια, τα πρέκια, τους λαμπάδες και πέτρα, που δε λαξεύεται για την τοιχοποιία. Πέτρινες, επίσης, σχιστόπλακες καλύπτουν τη στέγη …», όπως αναλύει ο πολιτικός μηχανικός και συγγραφέας Βασ. Χριστόπουλος.
Στην Κέρτεζη θα βρείς νερά και δάση! Ζεστή φιλοξενία από τους ανθρώπους της! Καλό ντόπιο φαγητό! Ιστορία ! Γλέντια και μουσική! Καταπληκτικό κλαρίνο από τον Κώστα Ζαφειρόπουλο !
Το καλοκαίρι του 2014, με σκοπό την ανάδειξη και διαφύλαξη της πολιτιστικής ταυτότητας της Κέρτεζης ,την διατήρηση και αξιολόγηση του ιστορικού πολιτιστικού και λαογραφικού πλούτου της, δημιουργήθηκε ο πολιτιστικός σύλλογος του χωριού, στο όνομα του Κερτεζιώτη αγωνιστή Αναγνώστη Στριφτόμπολα, που σκοτώθηκε το 1821 στην μάχη του Λεβιδίου.
Ένας σύλλογος δραστήριος με πλούσια δράση που κρατάει ζωντανή την πολιτιστική ταυτότητα του τόπου. Η διατήρηση της παράδοσης, των εθίμων, της μουσικής, του χορού, της γεύσης, δεν είναι μόνο οπτικοακουστικές αναπαραστάσεις κάποιων στιγμών του παρελθόντος. Η παράδοση είναι η συνείδηση της ύπαρξης του παρελθόντος μέσα στο παρόν. Η διατήρηση της είναι η ανάδειξη των αξιών που η ίδια η παράδοση εμπεριέχει και η συνέχεια – λειτουργία των αξιών αυτών στις νεώτερες γενιές.
Οι τρόποι και τα μέσα συμπεριφοράς μιας κοινωνίας και οι συχνοί τυπικοί κανόνες λειτουργίας σε ένα ιδιαίτερο πολιτιστικό κλίμα, όπως κοινωνικές αξίες και παραδόσεις, έθιμα και πρακτικές, οι αισθητικές και πνευματικές αντιλήψεις, η καλλιτεχνική έκφραση, η γλώσσα και άλλες πτυχές της ανθρώπινης πολιτιστικής δραστηριότητας είναι η άυλη πολιτιστική μας κληρονομιά. Η διατήρηση της άυλης κληρονομιάς είναι δυσκολότερη από τη διατήρηση φυσικών και χειροπιαστών αντικειμένων.

Όταν συναντώ ομάδες ανθρώπων να προσπαθούν να το πετύχουν, θυμάμαι τα λόγια του Οδυσσέα Ελύτη : «Μέσα στη θλίψη της απέραντης μετριότητας που μας πνίγει από παντού, παρηγοριέμαι ότι κάπου, σε κάποιο καμαράκι, κάποιοι πεισματάρηδες αγωνίζονται να εξουδετερώσουν τη φθορά….»

Γράφει η κ. Κατερίνα Κοτσώρη