Η ΑΓΙΑ ΣΟΦΙΑ

                   Το μεγαλύτερο μνημείο της Χριστιανοσύνης

(Για να το γνωρίσουν όσοι δεν το έχουν επισκεφθεί και να το θυμηθούν όσοι το έχουν)

ΓΡΑΦΕΙ: Ο φιλόλογος Παναγιώτης Παπαδέλος

Η πρόσφατη απόφαση του πρωθυπουργού της Τουρκίας κ. Ερντογάν να μετατρέψει τον χριστιανικό ναό της Αγίας Σοφίας στην Κωνσταντινούπολη από μουσείο και  μνημείο παγκόσμιας πολιτιστικής κληρονομιάς της UNESKO σε μουσουλμανικό τζαμί, δημιουργεί την ανάγκη να φέρουμε πάλι στη μνήμη μας τα ιστορικά στοιχεία για τον «μητροπολιτικό» ναό του Βυζαντίου και μέγιστο θρησκευτικό μνημείο της Ορθοδοξίας. Στο κείμενο αυτό παρουσιάζονται όλα τα ιστορικά στοιχεία γύρω από την κτίση του ναού, την αρχιτεκτονική δομή, την καλλιτεχνική  αξία αλλά και τη μεγάλη του ιστορικότητα, η οποία δεν μπορεί να αλλοιωθεί με μια πολιτικοθρησκευτική απόφαση απόρροια μεγάλου θρησκευτικού και εθνικιστικού  φανατισμού.

Η Αγία Σοφία λοιπόν είναι το πρώτο κτίσμα, που αντικρίζει ο επισκέπτης, καθώς εισέρχεται από την Προποντίδα στην Κωνσταντινούπολη. Το ξεχωριστό αυτό σημείο είχαν επιλέξει, για να χτίσουν  ναούς αιώνες πριν από τους Βυζαντινούς οι αρχαίοι Έλληνες. Ο πρώτος ναός της Αγίας Σοφίας, τύπου «ξυλόστεγης βασιλικής», θεμελιώθηκε από τον Μεγάλο Κωνσταντίνο το 330 μ.Χ., όταν μετέφερε την πρωτεύουσα της παραπαίουσας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας από τη Ρώμη στην Νέα Ρώμη (Κωνσταντινούπολη αργότερα). Η ανέγερση του ναού ολοκληρώθηκε από τον γιο του Κωνστάντιο και τα εγκαίνια έγιναν στις 15 Φεβρουαρίου 360 μ. Χ.  Κατά την διάρκεια της βασιλείας του Αρκαδίου, το 404 μ. Χ, ο πρώτος ναός πυρπολήθηκε από εξαγριωμένους υποστηρικτές του Ιωάννη του Χρυσόστομου, τον οποίο είχε εξορίσει η αυτοκράτειρα Ευδοξία. Η Αγία Σοφία ξανακτίσθηκε ως «ξυλόστεγη βασιλική» από τον αυτοκράτορα Θεοδόσιο Β’ τον «μικρό» και τα εγκαίνια έγιναν στις 11 Ιανουαρίου 415 μ.Χ. από τον πατριάρχη Αττικό. Όμως ο ναός θα πυρποληθεί εκ νέου, το 532 μ. Χ, κατά τη «Στάση του Νίκα». Έτσι ο αυτοκράτορας Ιουστινιανός Α’ αποφάσισε να κατασκευάσει την εκκλησία από την αρχή στον ίδιο χώρο, αλλά πολύ πιο επιβλητική, για να δεσπόζει στη Βασιλεύουσα. Τα θεμέλια αυτού του μεγαλοπρεπούς ναού τέθηκαν στις 23 Φεβρουαρίου 532 μ.Χ., σαράντα ημέρες μετά την καταστολή της εξέγερσης, με σχέδια που εκπόνησαν ο Ανθέμιος ο Τραλλιανός (474-534 μ. Χ ) ( από τις Τράλλεις της Μ. Ασίας) και ο Ισίδωρος ο Μιλήσιος (442-534 μ.Χ). (από τη Μίλητο)

Οι δυο έμπειροι μηχανικοί, αλλά και αρχιτέκτονες και μαθηματικοί και καλλιτέχνες, έδωσαν νέες λύσεις σε μέχρι τότε άλυτα αρχιτεκτονικά προβλήματα. Εφάρμοσαν το σύστημα «θολοδομίας» και δημιούργησαν ένα νέο τύπο εκκλησίας, τη «βασιλική με τρούλλο», ενώ η αντισεισμική προστασία του ναού, στην κατ’ εξοχήν σεισμογενή Κωνσταντινούπολη, θαυμάζεται ακόμη και σήμερα από τους ειδικούς. Για την ολοκλήρωση του κολοσσιαίου έργου δούλεψαν αδιάκοπα επί έξι χρόνια 10.000 τεχνίτες, ενώ το κόστος κατασκευής  ανήλθε, κατά προσέγγιση, στο ποσόν των 320 «κεντηναρίων» χρυσού (με σημερινή ισοδυναμία περίπου 2,5 δισ. Ευρώ ).

Από κάθε σημείο της αυτοκρατορίας, έγιναν προσφορές. Έφτασαν στη βασιλεύουσα για τις ανάγκες της διακόσμησης πράσινα μάρμαρα από τη Μάνη και την Κάρυστο,  τριανταφυλλιά από τη Φρυγία και  κόκκινα από την Αίγυπτο. Από τον υπόλοιπο κόσμο προσφέρθηκαν  πολύτιμα πετράδια,  χρυσός,  ασήμι και  ελεφαντόδοντο για τη διακόσμηση του εσωτερικού. Τα εγκαίνια έγιναν στις 27 Δεκεμβρίου του 537 μ. Χ.  από τον Ιουστινιανό, ο οποίος βλέποντας την υπεροχή της Αγίας Σοφίας έναντι του ξακουστού ναού του Σολομώντα στην Ιερουσαλήμ, αναφώνησε: «Δόξα τω Θεώ τω καταξιώσαντί με τοιούτον έργον επιτελέσαι. Νενίκηκά σε Σολομών».

Ο ναός έχει μέγιστες διαστάσεις 77Χ72 μέτρα και ο εντυπωσιακός τρούλλος, που κυριαρχεί σε όλη την σύνθεση, έχει διάμετρο 33 μέτρα και ύψος από το δάπεδο 62 μέτρα. Κανένας από τους δύο δημιουργούς της Αγίας Σοφίας, τον Ανθέμιο και τον Ισίδωρο, δεν ευτύχησε να δει το έργο τελειωμένο, καθώς πέθαναν το ίδιο έτος και οι δύο (534 μ.Χ.) πριν από την ολοκλήρωσή του. Ο ναός είναι κτισμένος, όπως λέμε και πιο πάνω, σε αρχιτεκτονικό ρυθμό «βασιλικής με τρούλο». Ο κυρίως χώρος του κτίσματος έχει σχήμα περίπου κύβου. Τέσσερις τεράστιοι πεσσοί, (κτιστοί τετράγωνοι στύλοι), που απέχουν μεταξύ τους ο ένας από τον άλλο 30 μ., στηρίζουν τα τέσσερα μεγάλα τόξα πάνω στα οποία εδράζεται ο τρούλος. Ο τρούλος δίνει την εντύπωση ότι αιωρείται εξαιτίας των παραθύρων που βρίσκονται γύρω στη βάση του (ο τότε ιστορικός Προκόπιος λέει: «…δίνει την εντύπωση ότι είναι ένα κομμάτι ουρανού που κρέμεται στη γη…»).  Είναι  κτισμένος στη ΝΔ. πλευρά του πρώτου λόφου της Κωνσταντινούπολης με κατεύθυνση ΝΑ. Περιβάλλεται από δύο αυλές τη βόρεια και τη δυτική, η οποία ονομάζεται  αίθριο. Συνορεύει προς νότο με τα Πατριαρχικά κτίρια, τα οποία συνδέονται με το «Αυγουσταίο», τη μεγάλη δηλαδή πλατεία, που βρισκόταν το λαμπρό από πορφυρό μάρμαρο άγαλμα της Αυγούστας Ελένης.  Εσωτερικά ο Ναός διαιρείται από δύο κιονοστοιχίες εξαρτώμενες από τους πεσσούς σε τρία κλίτη και το όλο οικοδόμημα αποτελείται από τα εξής μέρη:

Το αίθριο

Υπαίθρια μαρμαρόστρωτη και περίστυλη αυλή στο μέσον της οποίας είναι η  μαρμάρινη κρήνη, που φέρει την ονομαστή καρκινική επιγραφή (διαβάζεται και ανάποδα) «ΝΙΨΟΝ ΑΝΟΜΗΜΑΤΑ ΜΗ ΜΟΝΑΝ ΟΨΙΝ» (δηλ. πλύνε τις αμαρτίες, όχι μόνο το πρόσωπο).

Ο έξω και ο κυρίως νάρθηκας

Πέντε πύλες από το αίθριο οδηγούν στον έξω νάρθηκα και από αυτόν άλλες πέντε πύλες οδηγούν στον εσωτερικό (κυρίως) νάρθηκα, από τις οποίες η μεσαία  λέγεται και Μεγάλη ή Ωραία Πύλη. Από τον κυρίως νάρθηκα εννέα πύλες, τρεις ανά κλίτος οδηγούν στον κυρίως Ναό. Οι τρεις μεσαίες από αυτές λέγονται Βασιλικές πύλες, επειδή έμπαινε ο Αυτοκράτορας στις επίσημες τελετές. Και οι δύο νάρθηκες καταλαμβάνουν περίπου όλο το πλάτος του Ναού με μικρό μήκος εισόδου ο καθένας. Στο δεξιό μέρος  του νάρθηκα υπάρχει το αποδυτήριον (μητατώριον) όπου ο Αυτοκράτορας  άλλαζε το «τζιτζάκιο» (στρατιωτική χλαμύδα) και φορούσε το «σαγίο» (απλή χλαμύδα ή «σάκο»). Πάνω από τον έσω νάρθηκα είναι ο γυναικωνίτης.

Ο κυρίως  Ναός

Ο κυρίως Ναός χωρίζεται σε τρία κλίτη (στοές θα λέγαμε σήμερα), των οποίων το μεσαίο είναι διπλάσιου πλάτους από τα άλλα δύο. Το εσωτερικό σχέδιο είναι απλό. Τέσσερις «πεσσοί», (κτιστοί στύλοι), συνδέονται μεταξύ τους με υπερώα τόξα, στα οποία στηρίζεται ο τεράστιος θόλος. Η περιμετρική βάση φέρει πλήθος στυλιδίων υπό μορφή παραθύρων από τα οποία και ολόκληρος ο Ναός γεμίζει από το φως. Η όλη κατασκευή παρουσιάζει πράγματι την εντύπωση μιας αρμονίας φωτός και αρχιτεκτονικής. Τα 100 αυτά παράθυρα, 40 επί της στεφάνης του θόλου και τα υπόλοιπα στα ημιθόλια, τις κόγχες και τους τοίχους δίδουν την εικόνα της ανακρέμασης του θόλου από τον ουρανό, οι δε ακτίνες του ήλιου, που εισέρχονται στο χώρο δίνουν την εντύπωση ότι έρχονται από τους ουρανούς. Στην κατασκευή του θόλου έχουν χρησιμοποιηθεί ελαφρόπετρες από τη Ρόδο, που φέρουν την επιγραφή «Μεγάλη Εκκλησία του Κωνσταντίνου». Εξωτερικά και επί της κορυφής του θόλου υπήρχε ο μέγας «ερυσίπτολις σταυρός» (=στήριγμα της πόλης), Μετά τη μετατροπή του ναού σε μουσουλμανικό τέμενος προστέθηκαν τέσσερις μιναρέδες και ο εξωτερικός σταυρός αντικαταστάθηκε από την ημισέληνο.. Μεγάλης καλλιτεχνικής αξίας είναι τα ψηφιδωτά πολλά των οποίων έχουν καταστραφεί, ενώ κάποια από αυτά έχουν αποκατασταθεί κατά καιρούς.

Από τα καλύτερα ψηφιδωτά που

απεικονίζει τον Μ. Κων/νο.

Για χίλια περίπου χρόνια (537-1453), η Αγία Σοφία ήταν το κέντρο της πολιτικής, εκκλησιαστικής και πνευματικής ζωής της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. Εκεί, ο λαός  γιόρτασε τους θριάμβους,  θρήνησε τις συμφορές και αποθέωσε τους νέους αυτοκράτορες. Η εκκλησία είναι αφιερωμένη στην Σοφία του Θεού, αλλά για τους Βυζαντινούς ήταν περισσότερο ταυτισμένη με την Παναγία. Το 626 μ. Χ., όταν η Κωνσταντινούπολη σώθηκε από την πολιορκία των Αβάρων  εψάλη εκεί για πρώτη φορά  ο Ακάθιστος Ύμνος. Το 860 μ. Χ, όταν την Κωνσταντινούπολη πολιόρκησαν οι Ρως (Ρώσοι), ο πατριάρχης Φώτιος πήρε το πέπλο της Θεοτόκου που φυλασσόταν εκεί και το «εμβάπτισε’ στη θάλασσα. Τότε προκλήθηκε μεγάλη θαλασσοταραχή, που κατέστρεψε τον εχθρικό στόλο, σύμφωνα με την παράδοση.

Την εποχή της Εικονομαχίας (726-843) απομακρύνθηκαν από την Αγία Σοφία οι εικόνες και κάθε είδους αναπαράσταση των θείων και αγίων προσώπων. Επί πατριαρχίας του εικονομάχου πατριάρχη Νικήτα Α΄ (766-780) μόνο ο σταυρός εξέφραζε την ταύτιση του ναού με την χριστιανική θρησκεία. Στις 16 Ιουλίου 1054 μ. Χ. μέσα στην εκκλησία εκτυλίχθηκε ένα από τα σοβαρότερα επεισόδια του εκκλησιαστικού Σχίσματος, όταν ο απεσταλμένος του Πάπα καρδινάλιος Ουμβέρτος επέθεσε επιδεικτικά τη «Βούλα Αφορισμού» του πατριάρχη Μιχαήλ Κηρουλάριου στην Αγία Τράπεζα, πριν από την έναρξη της Θείας Λειτουργίας. Κατά την διάρκεια της Λατινοκρατίας (1204-1261), η Αγία Σοφία μετατράπηκε σε Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία και έδρα του Λατίνου Πατριάρχη. Η τελευταία λειτουργία τελέστηκε στις 29 Μαΐου 1453. Ο αυτοκράτορας Κωνσταντίνος ΙΑ’ Παλαιολόγος, αφού προσευχήθηκε μαζί με τον λαό και ζήτησε συγγνώμη για τα λάθη του, έφυγε για τα τείχη, όπου έπεσε μαχόμενος.

Μετά την άλωση της Κωνσταντινούπολης, η Αγία Σοφία έγινε μουσουλμανικό τέμενος (τζαμί) από τον Μωάμεθ Β’ τον Πορθητή και μετά την Μικρασιατική Καταστροφή και την ίδρυση του σύγχρονου Τουρκικού Κράτους από τον Κεμάλ Ατατούρκ, μετατράπηκε σε μουσείο με απόφαση του υπουργικού συμβουλίου στις 24 Νοεμβρίου 1934.  Η Αγία Σοφία ως μουσείο άνοιξε τις πύλες της την 1η Φεβρουαρίου 1935 και στις 6 Δεκεμβρίου 1985, ανακηρύχθηκε από την UNESCO, Μνημείο της Παγκόσμιας Πολιτιστικής Κληρονομιάς

Πρόσφατα, όπως όλοι ξέρουμε, μετατράπηκε πάλι σε τζαμί μετά τη μισαλλόδοξη απόφαση του Ερντογάν και  εξαιτίας της απόφασης αυτής δημιουργείται το απίθανο φαινόμενο, να τελούνται μουσουλμανικές τελετές εντός χριστιανικού χώρου και…… «υπό το βλέμμα των χριστιανών Αγίων»!  Τέτοια θέματα όμως, που μονοπωλούν μεν την επικαιρότητα αλλά έχουν διαχρονικές επιπτώσεις, όπως η σύληση ορθοδόξων εκκλησιών, η αρπαγή και η καπηλεία Ελληνικών αρχαιοτήτων, η αμφισβήτηση της ιστορικότητας αλλά και της προσφοράς του Ελληνισμού  πρέπει να ευαισθητοποιούν όλους τους Έλληνες, κάτι που τόνισε και ο εθνικός μας ποιητής Κωστής Παλαμάς στο «Δωδεκάλογο του Γύφτου»:

                        Γνώμες, καρδιές, όσοι Έλληνες, ό,τι είστε, μην ξεχνάτε,

                        δεν είστε από τα χέρια σας  μονάχα, όχι. Χρωστάτε

                        και σε όσους ήρθαν, πέρασαν, θα ’ρθούνε, θα περάσουν.

                        Κριτές, θα μας δικάσουν οι αγέννητοι, οι νεκροί.

Γράφει Ο φιλόλογος  Παναγιώτης Αντ. Παπαδέλος

πηγή – φωτο:www.tovima.gr

πηγή φωτο:www.liberal.gr

http:sandemetriobo.blogspot.com