Το κείμενο που ακολουθεί γράφτηκε με αφοπλιστική μαεστρία και γοητευτικό αυθορμητισμό από τον Άκη τον Μητρόπουλο.
Αιτία – όπως ο ίδιος διευκρινίζει – μια συζήτηση που είχε με τους γιους του για τον σάλο που ξέσπασε με τα δημητριακά και τα φυτοφάρμακα που περιέχουν.
Το “αλιεύσαμε” από την προσωπική του ιστοσελίδα και το αναδημοσιεύουμε επανεκινώντας την ιστοσελίδα της “ΦΩΝΗΣ ΤΩΝ ΚΑΛΑΒΡΥΤΩΝ” καθώς ο Άκης αναφέρεται στον αείμνηστο Θάνο Τσαπάρα.

ΤΑ ΔΗΜΗΤΡΙΑΚΑ ΠΟΥ ΔΕΝ ΕΦΑΓΑ
“Σήκω Άκη ώρα για σχολείο…”
“Ασε με ρε μάννα 5 λεπτά ακόμα!”
Τρέχοντας νίψιμο ντύσιμο, έτοιμο ζεστό κατσικίσιο γάλα από την γίδα της Μαριέττας, μια φέτα ψωμί με μια κουταλιά μέλι, ναι αλλά τι μέλι, από του Κώστα του Μάλιου. Έλατο σουρωμένο. Ακόμα έχω τη γεύση του στο στόμα μου.
Καλημέρα Κυρία…
Δασκάλα η Γαλανοπούλου Αγία γυναίκα με χάδια και φιλιά να μας βάλει σε σειρά να μας κάνει να αγαπήσουμε τα γράμματα.
Αργότερα η Αγλαΐα Λουκοπούλου “φέρε βέργα να στη σπάσω πάνω σου” ναι αλλά ότι ξέρω από το σχολείο από αυτή το έμαθα κι εγώ και ο Μάριος, ο Δημητράκης, ο Αλέξανδρος, η Φρόσω, η Βάσω, η Σοφία, η Ελευθερία …
Ύστερα η Αριστέα μια κούκλα!!!
Ο Κώστας ο Καθάριος μίλαγε και Γαλλικά και ξαφνικά το σχολείο έκλεισε…
Καλάβρυτα με το τρένο!
Από τα Καλάβρυτα έχω να θυμηθώ τον Θάνο Τσαπάρα (Δημοσιογράφο “ΦΩΝΗ ΤΩΝ ΚΑΛΑΒΡΥΤΩΝ”).
Με βρήκε γύρω στις 3 το μεσημέρι να χαζεύω.
“Από πού είσαι; Γιατί δεν είσαι σπίτι; Τι κάνεις τέτοια ώρα εδώ;”
Του εξήγησα ότι είμαστε από τη Ζαχλωρού 6 παιδιά που ερχόμαστε με το πρωινό τρένο ώρα 8 και γυρνάμε το απόγευμα με τον 5.
Χωρίς φαγητό και χωρίς κάποιο χώρο να προφυλαχθούμε από τη βροχή, το κρύο.
Γύρισε γη και ουρανό και κατάφερε όταν σχολάγαμε να πηγαίνουμε στην ισόγεια αίθουσα των δικαστηρίων που είχε αναμμένο καλοριφέρ και να καθόμαστε εκεί και να διαβάζουμε μέχρι το απογευματινό τρένο. Επειδή δεν μπόρεσε να βρεθεί τρόπος να μας δίνουν και ένα πιάτο φαγητό ΚΑΤΑΦΕΡΕ να ξανά ανοίξει το σχολείο στη Ζαχλωρού!!!!!!
Από τη Δευτέρα Δημοτικού 1968 υποχρεωτικά μαθητικά συσσίτια Πρωινό και Μεσημεριανό στο σχολείο, μαγείρισσα η Ζωίτσα, τύφλα να έχουν τα Michelin.
Εκείνη η υποχρεωτική βιταμίνη στο γάλα τα χαλάει όλα…
Αχ ρε πατέρα με την σοκολατίτσα του φράγκου (μιας δραχμής) που έλιωνε μέσα στο γάλα και έκρυβε την απαίσια βιταμίνη.
Και οι μέρες κυλάνε ξένοιαστα και μόλις έρχεται το τρένο και βλέπουμε τον Παπαϊωάννου (Γιατρός), ωχ εμβόλιο…ότι κι αν υπήρχε μας το κάρφωσε στο μπράτσο χωρίς να πάρουμε βαθιά ανάσα.
Ναι αλλά το καλό το παλικάρι ξέρει κι άλλο μονοπάτι…
Στου Κουρούμαλη μας περίμενε από του Βελούση εμείς σχολείο χα χα χα και φεύγοντας μονολογούσε “Αύριο κλαίνε”…
Και κλάψαμε! Ακόμα με πονάει το χέρι μου. Καρφωτό μας τόκανε ο …..
Σχολείο πρωί απόγευμα καθημερινά πλην Κυριακής.
Κάθε δεύτερη Κυριακή Εκκλησία (ο παπάς είχε Ζαχλωρού και Ζαχλωρίτικα).
Παπαδάκι, στο θυμιατό, στο μανουάλι, στα Άγια, στην καμπάνα χτυπώντας τον Αδαμ (ρυθμός μονής κωδωνοκρουσίας) μα και ψαλτήρι.
Πρώτα το Πάτερ Ημών, αργότερα το Πιστεύω, στη συνέχεια τον Απόστολο, τον Εξάψαλμο και σιγά σιγά από το Ίσο (ισοκράτης) Αριστερός και έπειτα βοηθός Δεξιός, όταν πέθανε ο Παππούς μου και δεν ευκαιρούσε ο Πατέρας μου και ο Κουβαράς.
ΠαπαΘανάσης, Παπα Σπήλιος, Θεοδώρητος, Γεννάδιος, Νικηφόρος, Καλλίνικος μας βάζανε σε σειρά μέσα στο Ιερό.
“Φέρε το Ζέο, κόψε αντίδωρο, μην κρυφοκοιτάτε έξω (ακόμα υπάρχει στη αριστερή πόρτα στο χέρι του Αρχάγγελου ο ρόζος που έβγαλα για να βλέπω το εκκλησίασμα).
Το ότι ζούμε είναι καθαρά θέμα τύχης όταν βάζαμε την Δερμάτινη Σάκα (δεν υπήρχε τότε το πλαστικό) καθόμαστε πάνω και σφεντόνα Σχολείο – Κουβαρά σε ένα λεπτό μέσα από σπαρτιές , ασφάκες, πουρνάρια, βράχους και πεύκα…
Πρώτοοοοος ναι αλλά με μισό παντελόνι, πουλόβερ χωρίς μανίκι και θέλω και μισό μπουκάλι κόκκινο (αντισηπτικό μερκουροχρωμ).
Οι Δερμάτινες Σάκες δώρου του θείου μας του Μανέλα από την Αίγυπτο, Αθάνατες!!!
Χριστουγεννιάτικες διακοπές, κάλαντα στο χωριό, κάλαντα και στο Μέγα Σπήλαιο.
Ξύπνημα αχάραγο 5 η ώρα να προλάβουμε τους καλόγερους στο σχόλασμα πριν πάνε στα κελιά τους.
Τάλιρο οι καλόγεροι, δεκάρικο οι Αρχιμανδρίτες και εικοσάρι πάντα ο Ηγούμενος (Πάσχος).
Ο προηγούμενος (Ευγένειος) ήθελε να τα πούμε στο κελί του αλλά επειδή είχε κάνει παρκέ (!!!) μας έβαζε και βγάζαμε τα παπούτσια.
Και τέλος στον Θεοδώρητο τον δικό μας άνθρωπο! Φώναζε τον υποτακτικό του – Θοδωρής και αργότερα Βησσαρίων – βάλε στα παιδιά να φάνε σομόνι ζεστό (καλογερικό ψωμί), ελιές, άσπρα φασόλια με λεμόνι (κάτι δηλαδή σαν το Χαβιάρι με καπνιστό σολομό).
Μπούλες Μασκαράδες και γλέντια αποκριάτικα από το σπίτι του Μπισμπίκη μέχρι το μαγαζί του Στροπίτσα (το παρατσούκλι του πατέρα μου).
Γάμος και μάσκες με έμπνευση του Κολομπία με υλικά του χωριού και βάψιμο με τηγανομουτζούρα (η μαυρίλα από το τηγάνι όταν τηγανίζεις με σπαρτιές), μέχρι μάσκες 5 – 10 κιλά η μία από κολοκύθες Λύρες (πορτοκαλί κολοκύθες).
Ο πατέρας μου ετοιμάζει τις ελάτινες σούβλες, τις γούβες κι εγώ καταλαβαίνω ότι έχουμε ξενύχτια, εκκλησία και νηστεία.
Νερόβραστα φασόλια, λαδερός αρακάς, μακαροτσίνι με ξερό χταπόδι…
Τέτοια πείνα που στην εκκλησία πάω με κουλούρι στη τσέπη και μόλις σχολάσει παίρνω το φρέσκο τυρί από του παπά το χέρι και βούρ έξω για να τα φάω.
Η Μπισμπίκενα το Σάββατο το βράδυ στην Ανάσταση έβαζε μπροστά στην εικόνα του Χριστού ένα ταψί με κομμάτια φρέσκο τυρί, το ευλογούσε ο παπάς και μας το μοίραζε.
Μύρισε καλοκαίρι, γυμναστικές επιδείξεις, νάναι καλά ο Κολομπίας (Χρήστος Μητσόπουλος) δώστου θέμα κι αστον, ούτε ο Τσεκλένης, έτοιμη η εμφάνιση. Μέχρι και ναυτάκια μας έντυσε.
Μπροστά ο Αστυνόμος, ο Παπάς, ο Πρόεδρος, ο Γραμματέας, ο Αγροφύλακας. Πίσω οι πελάτες του Ξενοδοχείου που πάντα ήταν παρόντες και ο Κυρ Γιάννης ο Μπουλούμπασης που κάθε χρόνο έδινε στον καλλίτερο μαθητή… ΕΝΑ ΡΟΛΟΪ !!!
ΜΗΛΑ, ΓΟΥΡΝΙΤΣΑ, ΑΜΑΔΕΣ, ΚΡΥΦΤΟ, ΚΛΙΤΣΙΚΑ τα παιχνίδια που παίζαμε.
Τα παιδιά της Αθήνας (των παραθεριστών) ο Σπύρος, η Τίνα, η Λένα, η Μπούκη, ο Δημήτρης μας έμαθαν καινούρια του πολιτισμού… ΧΑΛΑΣΜΕΝΟ ΤΗΛΕΦΩΝΟ, ΞΕΚΑΠΟΦ κ.λπ.
Εκεί στους καναπέδες του σταθμού μας εύρισκε το ξημέρωμα να λέμε ανέκδοτα, να χορεύουμε ΣΕΙΚ, ΜΠΛΟΥΖ (αχ αυτό το μπλουζ…) και να φωνάζει ο Σταθμάρχης ο Λεχουρίτης ότι του κάνουμε ζημιές και χτυπάμε την καμπάνα.
Μπάνιο στο βούλιαγκα (πλάτωμα όπου το ποτάμι σχηματίζει πισίνα και δεν είναι ορμητικά τα νερά) του Σαφάκα με προσοχή όμως γιατί έχει και νερόφιδα.
Παγωτά δεν φάγαμε πολλά, δεν υπήρχε κατάψυξη, έφτασε πολύ αργότερα. Κανένα χειροποίητο με ΕΒΑΠΟΡΕ, ΖΑΧΑΡΟΥΧΟ ΚΑΙ ΜΟΡΦΑΤ καλλίτερο και από του Δεληολάνη!!!
Γαιδουρόμηλα στα αλώνια από του Μέλιου, το πρώτο μας φρούτο, κορόμηλα, μούρες, βατόμουρα, καλαμπόκια αγίνωτα (με το γάλα) σύκα, κρασοστάφυλα, αμύγδαλα και καρύδια κλεμμένα όλα.
Εμείς δεν μεγαλώσαμε με Δημητριακά.
Δεν φάγαμε.
Η μήπως φάγαμε; (!!)

Η ΦΩΝΗ ΤΩΝ ΚΑΛΑΒΡΥΤΩΝ