Άρθρο του οικονομολόγου Ηρακλή Ρούπα

Αποτελεί ενίσχυση ή επικοινωνιακή παρέμβαση σηματοδοτείται από την αύξηση του κατώτατου μισθού κατά 2% από 1ης Ιανουαρίου;

Τώρα που τελείωσε μία άνευ ουσίας συζήτηση στην Βουλή εξαιτίας της πρότασης μομφής που κατατέθηκε, είναι ανάγκη να επανέλθουμε επί στης ουσίας, στα πραγματικά προβλήματα που αναζητούν μακροπρόθεσμες λύσεις.

Βασικό ερώτημα που αναδεικνύεται είναι αν αποτελεί ενίσχυση ή επικοινωνιακή παρέμβαση σηματοδοτείται από την αύξηση του κατώτατου μισθού κατά 2% από 1ης Ιανουαρίου; Την περίοδο μάλιστα που ο καταγεγραμμένος ως «επίσημος» πληθωρισμός υπερβαίνει το 5% και η ανεργία σύμφωνα με τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ ανέρχεται σε 13,3%;

Ερώτημα που ίσως να μην έχει εύκολη απάντηση, καθώς οι παράμετροι εκτίμησης των θετικών ή μη επιπτώσεων από την αύξηση του κατώτατου μισθού διαφέρουν ανάλογα με τις συνθήκες της οικονομίας. Όταν δεν υφίσταται ευκρινές παραγωγικό μοντέλο, βραχυπρόθεσμα ή αύξηση του βασικού μισθού χωρίς μακροπρόθεσμο προγραμματισμό θα εντείνει τις υφιστάμενες στρεβλότητες της παραγωγικής διαδικασίας.

Μία δεύτερη αύξηση φαίνεται να προγραμματίζεται εντός του 2022. Μία ανάλυση όμως, ως προς την ουσιαστική αποτελεσματικότητα των αυξήσεων αυτών μπορεί να έχει δύο αναγνώσεις. Η μία ως έμμεση συμμετοχή στο ποσοστό της ανάπτυξης ως «μέρισμα των εργαζομένων» σύμφωνα με παλαιότερη κυβερνητική εξαγγελία. Η δεύτερη, ως αναγκαία παρέμβαση ανάσχεσης των επιπτώσεων από τις σημαντικές ανατιμήσεις και τις πληθωριστικές πιέσεις. Σε κάθε περίπτωση πάντως, όποια ανάγνωση δεχθούμε, προκύπτει πως το τελικό αποτέλεσμα για τους εργαζόμενους στην παρούσα φάση θα είναι μηδενικό στην καλύτερη των περιπτώσεων. Ειδικά αν το κύμα πληθωριστικών πιέσεων διατηρηθεί καθ΄όλο το 22’.

Η συζήτηση, ή μάλλον οι πολιτικές αντιπαραθέσεις ως προς τον βασικό μισθό, δυστυχώς παρακάμπτουν την ουσιαστικότερη παράμετρο αξιολόγησης, εμμένοντας στην επικοινωνιακή διαχείριση του ύψους του βασικού μισθού. Θα πρέπει να γίνει αντιληπτό όμως, πως κάποια στιγμή η συζήτηση – ακόμα και οι διαφωνίες -δεν θα πρέπει να εστιάζουν στα νούμερα, χωρίς ουσιαστικές προτάσεις συνολικής αναδιάταξης και ενίσχυσης των προοπτικών εργασίας. Για να θέσουμε το πραγματικό πρόβλημα σε μία ειλικρινή βάση, το βασικό ζητούμενο είναι η δημιουργία θέσεων εργασίας και όχι ποιος θα είναι η κατώτατος μισθός για θέσεις που …δεν υφίστανται.

Είναι ανάγκη να αντιληφθούν οι πολιτικοί πως η συζήτηση για το ύψος του βασικού μισθού στηρίζεται σε λανθασμένη εκτίμηση των δεδομένων της οικονομίας. Μέχρι σήμερα οι όποιες αυξήσεις του κατώτατου μισθού αναδείκνυαν πολιτική στόχευση χωρίς την σχετική ανταπόδοση. Μπορεί φαινομενικά οι όποιες αυξήσεις να είναι πάντα το ζητούμενο – ειδικά σε περιόδους πληθωριστικών πιέσεων – όμως, στην πλειοψηφία αντίστοιχων περιπτώσεων, πέρα από ένα απόλυτο νούμερο που τις περισσότερες φορές φρόντιζαν οι εκάστοτε κυβερνήσεις να το «εξαφανίσουν» με άλλες επιβαρύνσεις των φορολογούμενων, οι αυξήσεις αυτές προωθούντο σε λάθος χρόνο με κυρίως επικοινωνιακή και πολιτική στόχευση.

Ξεκινώντας από την θεώρηση πως ο κατώτατος μισθός συνιστά εργαλείο ανακατανομής πόρων προς όφελος των λιγότερο προνομιούχων εργαζομένων, είναι ανάγκη να μην εθελοτυφλούμε. Στην χώρα μας πλέον θέσεις για μη προνομιούχους εργαζόμενους φαίνεται σταδιακά να μειώνονται. Επί της ουσίας, η κρίση έχει εξαφανίσει σε πολύ μεγάλο βαθμό τις θέσεις όπου ο κατώτατος μισθός θα είχε ουσιαστικό υποστηρικτικό ρόλο. Κατά συνέπεια μπορεί η κυβέρνηση ορθώς να αναδεικνύει ως επικοινωνιακή πολιτική το θέμα του κατώτατου μισθού, επί της ουσίας όμως δεν προσφέρει κάτι μακροπρόθεσμα ουσιαστικό.

Εάν δεν προωθηθούν πραγματικές προτάσεις και ριζοσπαστικές θέσεις για το μέλλον της εργασίας από τους κοινωνικούς εταίρους και τους φορείς στον διάλογο που θα γίνει- παρά μόνον συζήτηση για το ύψους του κατώτατου μισθού- τότε δυστυχώς, για άλλη μία φορά θα εκκινήσει μία διαδικασία το αποτέλεσμα της οποίας σε τελική ανάλυση θα «βολεύει» όλους εκτός από τους εργαζόμενους.

Χωρίς ένα σταθερό μακροπρόθεσμο παραγωγικό μοντέλο, που να εμπερικλείει αύξηση της απασχόλησης σε λιγότερο προνομιούχους εργαζόμενους, επιμορφώσεις, προγράμματα άμεσης συνεργασίας κράτους-επιχειρήσεων – εργαζομένων, η επίδραση της αύξησης του κατώτατου μισθού θα είναι μηδαμινή. Άλλωστε, εκείνο που καθορίζει τα ποσοστά ανάπτυξης και των αριθμό των ανέργων μίας χώρας είναι ο τρόπος με τον οποίο κάθε χώρα διαχειρίζεται την διαδικασία αυτή και μόνον όταν συνυπολογίζεται με την συνολική ανταγωνιστική αναδιάταξη της οικονομίας.

Παρά την έγκριση των προγραμμάτων του Αναπτυξιακού ταμείου και την ύπαρξη εγκεκριμένων κονδυλίων, δεν έχει διαμορφωθεί ένα στοχευμένο πλαίσιο πολιτικής ενός μόνιμου μηχανισμού δημιουργίας κινήτρων εργασίας, ουσιαστικής επανεκπαίδευσης και εισοδηματικής στήριξης των λιγότερο προνομιούχων εργαζομένων. Όμως, η απορρόφηση κεφαλαίου και η υποστήριξη θέσεων εργασίας καθορίζεται από την ένταση διαθεσιμότητάς τους, καθώς και από την μορφή της ανάπτυξης. Καθοριστικό ρόλο βέβαια στους υπολογισμούς αυτούς παίζει το ποσοστό «μαύρης» εργασίας που βέβαια δεν μπορεί να υπολογισθεί. Αυτός φαίνεται είναι ο λόγος που προκύπτει σημαντική διαφορά μεταξύ των ανέργων που καταγράφονται στον ΟΑΕΔ και εκείνων που αναφέρονται από την ΕΛΣΤΑΤ.

Το καταγεγραμμένο ποσοστό ανεργίας είναι 13,3% επισήμως. Δυστυχώς η χώρα μας έχει το θλιβερό προνόμιο να είναι πρωταθλήτρια Ευρώπης στην ανεργία των νέων, όπως προκύπτει από τα στοιχεία της Ευρωπαϊκής Στατιστικής Υπηρεσίας για τον Νοέμβριο του 21’. Προφανώς οι δυσμενείς συνθήκες εξαιτίας της πανδημίας έχουν παίξει τον ρόλο τους για την αρνητική αυτή εξέλιξη. Ποιος όμως ο λόγος που με ποσοστό ανέργων νέων στο 39% αποτελούμε για την Ευρώπη μία κατηγορία από μόνη της, με την αμέσως επόμενη χώρα Ισπανία βρίσκεται στο 29%;

Μέτρα μπορεί να λαμβάνονται, όπως το πρόγραμμα «Πρώτο Ένσημο» καθώς και οι νέες εντάξεις στο πρόγραμμα των επιδοτούμενων θέσεων εργασίας. Μέτρα βραχυπρόθεσμου ορίζονται με αδυναμία δημιουργίας σταθερών δομών νέων θέσεων εργασίας. Όταν το μοντέλο ανάπτυξης που προωθείται μέσω των κονδυλίων του «Αναπτυξιακού Ταμείου» ενισχύει την συγκέντρωση, χωρίς ουσιαστικό έλεγχο για την αποτροπή δημιουργίας μονοπωλιακών πρακτικών, τότε γίνεται αντιληπτό πως η κουβέντα για τον βασικό μισθό – πόσο μάλλον για αύξηση 5%- επί της ουσίας οδηγεί σε πρόσκαιρες ανούσιες επικοινωνιακές αντιπαραθέσεις και μόνον.

Όποιος πολιτικός μπορέσει να διακρίνει την ωμή πραγματικότητα ως προς την αδυναμία τέτοιων μεμονωμένων μέτρων να αναδιατάξουν το μακροπρόθεσμο εργασιακό περιβάλλον, τότε σίγουρα θα μπορέσει να αναδείξει ριζοσπαστικές πολιτικές ουσίας. Αλλάζοντας ταυτόχρονα το αναπτυξιακό μείγμα της χώρας. Με μονοδιάστατες επιλογές «επιδομάτων» ελλείψει συνολικής στρατηγικής, οι παράγοντες στήριξης της εργασίας ολοένα και θα φθίνουν. Σε κάθε περίπτωση απαιτούνται συναινέσεις που όμως δεν διακρίνονται επί της παρούσης στον ορίζοντα.