Στις 8 Δεκεμβρίου, πεζοπόρες φάλαγγες του τακτικού Γερμανικού στρατού υπό τον Εμπερσμπέργκερ (Ebersberger), διοικητή του συντάγματος Αιγίου, ο οποίος ορίστηκε επικεφαλής της «Επιχείρησης Καλάβρυτα» στις 6/12 σε αντικατάσταση του συνταγματάρχη Wolfinger, φτάνουν στην περιοχή των χωριών Ρογοί και Κερπινή.

Ο Ebersberger χώρισε το στρατό σε δύο ομάδες. Η μία κατευθύνθηκε προς τους Ρογούς και η άλλη μπήκε στην Κερπινή.

Οι Γερμανοί έμειναν στο χωριό μέχρι το απόγευμα και ζήτησαν από τους άνδρες να συγκεντρωθούν για να τους μιλήσουν. Στο μεταξύ απέναντι φαίνονταν οι πυκνοί καπνοί από το χωριό Ρογοί που καιγόταν.

Αρκετοί κάτοικοι δεν υπάκουσαν στην εντολή της συγκέντρωσης και κατάφεραν να κρυφτούν ή να ξεφύγουν.

Εκτέλεσαν 9 άτομα μέσα στο χωριό σε διάφορα σημεία, στις αυλές των σπιτιών και στο δρόμο, ανάμεσά τους και τον άρρωστο από τύφο Κωνσταντίνο Καλλιά, τον οποίο έσυραν από το κρεβάτι του έξω από το σπίτι και τον σκότωσαν.

Στο μεταξύ έβαλαν φωτιά στο χωριό. Τα σπίτια λαμπάδιαζαν το ένα μετά το άλλο από τη δύναμη της φωτιάς και της πυρίτιδας που έριχναν.

Οδήγησαν στη συνέχεια τους συγκεντρωμένους άνδρες στο πρανές ενός χωραφιού πιο κάτω από το χωριό, κοντά στην εκκλησία της Αγίας Παρασκευής, όπου ήταν ήδη στημένα τα πολυβόλα και τους εκτέλεσαν. Ο κρότος των πολυβόλων ακούστηκε μέχρι το χωριό.

Συνολικά στις 8-12-1943 εκτελέστηκαν 36 άνδρες ηλικίας από 17 έως 80 ετών. Από την εκτέλεση διασώθηκαν 4 άνδρες μεταξύ των οποίων ένας βαριά τραυματίας που πέθανε λίγες μέρες μετά.

   Ο συνολικός αριθμός των Κερπινιωτών που εκτελέστηκαν από τα Γερμανικά στρατεύματα Κατοχής κατά την «Επιχείρηση Καλάβρυτα, 5-15 Δεκεμβρίου 1943» ήταν 39 άνδρες ενώ συνολικά την περίοδο της Κατοχής ο αριθμός των θυμάτων του χωριού Κερπινή σε μαζικές ή μεμονωμένες εκτελέσεις ήταν 44 άνδρες.

   Στις 8/12/1943 εκτελέστηκαν 36 άνδρες (27 στη θέση «Λιθακιά» δίπλα κοντά στην εκκλησία της Αγίας Παρασκευής, 8 μέσα στο χωριό στις αυλές των σπιτιών και στο δρόμο και 1 στην εκτέλεση των Ρογών – Αγία Βαρβάρα Ρογών), στις 6/12/1943 στη θέση Λιθάρια εκτελέστηκε 1 άνδρας, στις 8-9-/12/1943 στη Στάση Κερπινής 1 άνδρας και στις 10/12/1943 στο χωριό Βραχνί 1 άνδρας. 4 άνδρες εκτελέστηκαν στη θέση Λιβαδάκια στις 8-9-1943.   Ένας ακόμη Κερπινιώτης συνελήφθη αιχμάλωτος με την γνωστή «κλούβα» την περίοδο της Κατοχής και δεν επέστρεψε ποτέ.

  Από τα 130 και πλέον σπίτια του χωριού, που πριν τον πόλεμο ήταν παραθεριστικό θέρετρο και διέθετε ταχυδρομείο, τμήμα χωροφυλακής και διτάξιο σχολείο με 100 και πλέον παιδιά, καταστράφηκαν τα 100.

Το 1991 ανηγέρθη στον χώρο της εκτέλεσης των κατοίκων της Κερπινής Μνημείο από το Σύλλογο Κερπινιωτών & Φίλων του χωριού, όπου κάθε χρόνο την ημέρα της θλιβερής επετείου πραγματοποιείται Εκδήλωση Μνήμης προς τιμήν των θυμάτων. Στην άκρη του πρανούς του χωραφιού όπου έγινε η εκτέλεση διασώζεται παλαιότερο Μνημείο που είχε στηθεί εκεί από τους κατοίκους τα πρώτα χρόνια μετά την Κατοχή.

Ονόματα Εκτελεσθέντων στην Κερπινή Καλαβρύτων // 8-12-1943   

Video – Κερπινή Καλαβρύτων – Ολοκαύτωμα 8-12-1943 

 

που σας μεταφέρει στο εφιαλτικό Δεκέμβριο του 1943 ,ενώ έχει απόσπασμα ομιλίας από έναν συγχωριανό μας τον Παναγιώτη Ασημακόπουλο που κατάφερε να διασωθεί την ίδια ημέρα στην εκτέλεση στις Ρογούς…

Μνήμες Ολοκαυτώματος 

Γράφει ο Θεόδωρος Αντωνόπουλος

Στις 8 Δεκεμβρίου, πεζοπόρες φάλαγγες του τακτικού Γερμανικού στρατού υπό τον Εμπερσμπέργκερ (Ebersberger), διοικητή του συντάγματος Αιγίου, ο οποίος ορίστηκε επικεφαλής της «Επιχείρησης Καλάβρυτα» στις 6/12 σε αντικατάσταση του συνταγματάρχη Wolfinger, φτάνουν στην περιοχή των χωριών Ρογοί και Κερπινή.
Ο Ebersberger χώρισε το στρατό σε δύο ομάδες. Η μία κατευθύνθηκε προς τους Ρογούς και η άλλη μπήκε στηνΚερπινή.

ΤΕΤΑΡΤΗ 8 ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ 1943 – ΚΕΡΠΙΝΗ

Το πρωί της 8-12-1943 – την ίδια ώρα με τους Ρωγούς – ένα τμήμα της μάχιμης ομάδος Εμπερσμπέργκερ κατέλαβε την Κερπινή. Πολλοί κάτοικοι ήταν της άποψης ότι έπρεπε να φύγουν και να πάνε στα βουνά. Οι περισσότεροι έμειναν, διότι αν έφευγαν, οι Γερμανοί θα νόμιζαν ότι βγήκαν αντάρτες και θα καίγανε το χωριό. Εξ άλλου οι Γερμανοί είχαν ξανάρθει και δεν είχε συμβεί τίποτε.

  Οι Γερμανοί γύριζαν στο χωριό σαν τουρίστες και φάνηκε ότι δεν είχαν κακές προθέσεις. Οι κάτοικοι τους κάλεσαν στα σπίτια τους, τους κέρασαν και τους φιλοξένησαν. Η Παρασκευή σύζυγος του Φίλιππα Μπουρή, που είχε καφενείο στην πλατεία, έδωσε σε έναν Γερμανό ένα κοτόπουλο ψημένο για να φάει. Της έκανε εντύπωση που ο Γερμανός έτρωγε το κοτόπουλο με μαχαίρι και πιρούνι, και όχι με τα χέρια. Πολιτισμένος άνθρωπος. Της έφαγε την κότα, της έκαψε και το μαγαζί μαζί με το σπίτι.

  Το απόγευμα οι Γερμανοί φόρτωσαν τα άλογα και εγκατέλειψαν το χωριό, με προορισμό τα Καλάβρυτα. Οι άνθρωποι ξανάσαναν. Αλλά όχι για πολύ.

  Όταν οι Γερμανοί έφθασαν στην Αγία Παρασκευή, ο διοικητής της μονάδος έλαβε σήμα από τον Εμπερσμπέργκερ να εκτελέσει το σχέδιο «αντίποινα». Ο Διοικητής επέλεξε ένα χωράφι λίγο πιο πέρα στη θέση «Λιθακιά», και εκεί έστησε τα πολυβόλα.

   Οι πλουσιοπάροχα φιλοξενηθέντες Γερμανοί επέστρεψαν στο χωριό τελείως αλλαγμένοι. Τώρα είχαν όψη άγριου θηρίου. Οι κάτοικοι απόρησαν. Οι Γερμανοί τους καθησύχασαν, λέγοντάς τους ότι ήθελαν απλώς να κάνουν μια σημαντική ανακοίνωση, και γι’ αυτό έπρεπε να έλθουν όλοι οι κάτοικοι από 16 ετών και πάνω στην πλατεία. Έστειλαν μερικούς νέους, μεταξύ των οποίων και τον Γενναίο Βασιλόπουλο, μαζί με Γερμανούς και έναν που μιλούσε σπαστά ελληνικά, να πάνε από σπίτι σε σπίτι και να ειδοποιήσουν τους κατοίκους. Τρία από αυτά τα παιδιά υπάκουσαν στη διαταγή και πήγαν να ειδοποιήσουν. Ο Γενναίος και τα υπόλοιπα το έσκασαν και κρύφθηκαν στο λαγκάδι. Δύο από αυτά τα έπιασαν οι Γερμανοί και δεν ξαναφάνηκαν.

  Κάποιοι που προσπάθησαν να διαφύγουν, εκτελέστηκαν επί τόπου. Τον Κώστα Καλλιά 21 ετών και άρρωστο τον σήκωσαν διά της βίας από το κρεβάτι για να τον πάνε στον τόπο της εκτελέσεως. Επειδή δεν μπορούσε να περπατήσει τον εκτέλεσαν μπροστά στο σπίτι του.

 Ο πατέρας μου αμφιταλαντευόταν αν θα έπρεπε να πάει στη συγκέντρωση. Σε κάτι τέτοια ήτανε πρώτος. Είχε όμως μια πικρή εμπειρία, όταν πριν από μήνες – δεν είχε γίνει ακόμη παπάς – είχαν έρθει οι Ιταλοί και πήγε πρόθυμα να τους ακούσει, και ένας Ιταλός τον χαστούκισε βάναυσα. Συνεννοήθηκε με τον γείτονα Πανάγο Ρόδη – τα σπίτια μας είναι κολλητά στο κάτω μέρος του χωριού – και την τελευταία στιγμή έτρεξαν προς το φαράγγι που έχει βάθος 50 μέτρα, και το κατέβηκαν κουτρουβαλώντας. Προχώρησαν προς τα κάτω και κρύφθηκαν στην Πρόπαντη. Εκεί άκουσαν τα πολυβόλα που θέριζαν. Εγώ εκείνη την ημέρα ήμουν έμβρυο 3 μηνών.

   Ο Φίλιππας Μπουρής μόλις είδε τους Γερμανούς να πιάνουν ανθρώπους, ανέβηκε στο ταβάνι του σπιτιού του που είναι στην πλατεία πάνω από το καφενείο του. Από κει είδε απέναντι στην Αγία Βαρβάρα μερικούς κατοίκους που τους είχαν μαζέψει, και ήσαν με τα πουκάμισα, διότι εκείνη η μέρα ήταν σαν καλοκαιρινή. Ο Φίλιππας ανέβηκε στο ταβάνι  διότι υποψιάστηκε σκοτωμούς αλλά όχι φωτιά. Όταν έβαλαν φωτιά και στο σπίτι του, πήδηξε στο πίσω μέρος που υπήρχε κήπος και παρά λίγο να κάτσει πάνω σε ένα παλούκι. Μετά ντύθηκε με τα ρούχα της γριά-Ανδρομάχης πήρε και τη μαγκούρα της και σκυφτός πέρασε από την πλατεία ανάμεσα σε Γερμανούς.

  Ο Αγγελής Μπουρής (αδελφός του Φίλιππα) συνελήφθη με το Ντίνο Ασημακόπουλο και μερικούς ακόμη. Οι Γερμανοί τους οδηγούσαν στον τόπο της εκτέλεσης. Όταν περνούσαν δίπλα στου Σταυράκη Βρύση, οι πιο πάνω μαζί με έναν τρίτον ξέφυγαν από το τσούρμο και έτρεξαν προς έναν αχυρώνα που ήταν εκεί κοντά. Ένας Γερμανός έριξε μια ριπή και σκότωσε τον τρίτο. Ο Αγγελής κρύφτηκε πίσω από ένα μεγάλο βαγένι. Μπήκε ο Γερμανός και με τη ξιφολόγχη τρυπούσε τη φάκνα που υπήρχε σε ένα αμπάρι διότι υπέθεσε ότι εκεί μέσα θα είχαν κρυφτεί. Μετά κοίταξε δίπλα στο βαγένι κοντά στον τοίχο. Ο Αγγελής γύρισε από την άλλη μεριά. Ο Γερμανός πήγε να κοιτάξει από την άλλη, και ο Αγγελής ξαναγύρισε στην πρώτη. Μετά το κρυφτούλι ο Γερμανός έβαλε φωτιά στον αχυρώνα. Όταν φούντωσε η φωτιά, ανέβηκαν στο πάνω πάτωμα για να πηδήσουν από το παράθυρο. Ρωτούσαν ένα γέρο  αν βλέπει κανέναν Γερμανό. Ο γέρος ήταν βαρήκοος και δεν καταλάβαινε. Πήγε στο σπίτι της Γαρουφαλιάς και της λέει «δύο παιδιά κάτι θέλουν, δεν πάς να δεις;» Εκείνη πήγε και τους είπε να φύγουν, και αυτοί  πήδησαν την ώρα που τους ζώνανε οι φλόγες.

   Στους συγκεντρωθέντες στην πλατεία είπαν ότι η «ομιλία» δεν θα γινόταν εκεί, αλλά έξω από το χωριό. Τότε έγινε βέβαιο τί θα ακολουθούσε και προκλήθηκε πανικός. Οι γυναίκες ακολούθησαν την πομπή του θανάτου και έτρεχαν πίσω από τους άντρες τους για να τους συγκρατήσουν. Οι Γερμανοί τις απώθησαν με τους υποκόπανους των όπλων. Μια έγκυος   δεν άφηνε να την σπρώξουν πίσω και ακολούθησε τον άντρα της ουρλιάζοντας. Οι Γερμανοί βαρέθηκαν τις φωνές της και την έκλεισαν σε μια εκκλησία.

   Οι άμαχοι αιχμάλωτοι οδηγήθηκαν στη θέση «Λιθακιά», όπου τους περίμενε το απόσπασμα. Οι σκοπευτές με τα πολυβόλα δεν άργησαν να τελειώσουν το αποτρόπαιο έργο τους. Οι ριπές των πολυβόλων ακούστηκαν σε όλο το χωριό. Σκοτώθηκαν όλοι εκεί εκτός από δύο. Ο φίλιππος Γκρίντζος έπεσε πρώτος τραυματισμένος, και από πάνω του έπεσε νεκρός ο αδελφός του Τριαντάφυλλος. Αυτό τον γλίτωσε και επέζησε. Ο δάσκαλος Δημήτριος Παντελιάς έζησε με μια σφαίρα στην κοιλιά για ένα μήνα, και πέθανε μέσα σε φρικτούς πόνους.

   Αλλά οι Γερμανοί δεν είχαν τελειώσει το έργο τους. Ξαναγύρισαν στο χωριό και έβαλαν φωτιά σε πολλά σπίτια χρησιμοποιώντας μια εύφλεκτη σκόνη. Έκαψαν και το σχολείο το οποίο είχε κτίσει ο Συγγρός. Την Εκκλησία δεν την πείραξαν. (Αυτή την είχε κάψει ο Καραϊσκάκης όταν κυνηγούσε τον Ζαΐμη πληρωμένος με λεφτά που του είχε δώσει ο Κουντουριώτης από το Αγγλικό Δάνειο.) Έβγαλαν από την εκκλησία την έγκυο σε κακή κατάσταση και την άφησαν στο έλεος της μοίρας της. Τότε σκότωσαν και τους 5 Μαμουσιώτες που τους είχαν αγγαρεύσει με τα άλογά τους.

 Οι γυναίκες, μάνες και σύζυγοι, μετέφεραν πάνω σε σκάλες, γιούς και συζύγους, και τους έθαψαν στο νεκροταφείο. Εκεί που οι σημερινοί νεκροί είχαν θάψει ευλαβικά τους 4 Γερμανούς που είχαν σκοτωθεί στη μάχη της 16-10-1943. Ο Ερυθρός Σταυρός προσέφερε μερικές σκηνές. Το μεγάλο πέτρινο σπίτι του Ζαΐμη στο πάνω μέρος του χωριού δεν κάηκε. Εκεί κατέφυγαν μερικές οικογένειες για να βγάλουν το χειμώνα. Όλοι έψαχναν στα ερείπια των σπιτιών τους να βρούνε ότι απόμεινε. Ο Φίλιππος Μπουρής και η γυναίκα του Παρασκευή βρήκαν στο αμπάρι τους λίγο σιτάρι μισοκαμένο. Από αυτό έτρωγαν και έδιναν και στον γιό τους Ανδρέα, 3ωνετών, του οποίου τα κακάκια έβγαιναν μαύρα.

kerpini.blogspot.com