Τα έως σήμερα δεδομένα ως προς την τουριστική κίνηση, αλλά και την εμφάνιση του δευτέρου κύματος του κορονοιού, παραπέμπουν δυστυχώς σε μία δύσκολη δημοσιονομικά διετία. Με σημαντικά διευρυμένα προβλήματα σε σχέση με τις μέχρι σήμερα προβλέψεις και εξαγγελίες της κυβέρνησης. Όταν οι μέχρι σήμερα εκτιμήσεις υπολογίζουν το επίπεδο της ύφεσης στην Ε.Ε. στο 9%, η ΕΚΤ τοποθετεί αυτήν σε επίπεδο άνω του 10% και η Eurostat ανακοινώνει υποχώρηση του ΑΕΠ κατά 15% σε σχέση με το αντίστοιχο β’ τρίμηνο του 2019, οι εκτιμήσεις του Υπουργείου Οικονομικών για επίπεδο ύφεσης 9,5%, πρέπει να αναπροσαρμοστούν ρεαλιστικά άμεσα.

Θα πρέπει να γίνει αντιληπτό από την κυβέρνηση πως θα απαιτηθούν μέτρα δραστικότερα – και καινοτόμα – πέραν των όσων ορθά ελήφθησαν κατά την πρώτη φάση της πανδημίας. Μέτρα που δεν θα πρέπει λανθασμένα να υπολογίζουν τα ευρωπαϊκά κονδύλια ενίσχυσης ως γέφυρα μείωσης της φορολογίας. Υβριδικές κρίσεις απαιτούν υβριδικά μέτρα, εκτός εκείνων των παροχών και της επιδοματικής πολιτικής. Αυτά τα μέτρα έχουν την τάση να ανακουφίζουν βραχυπρόθεσμα μόνον σε περίπτωση γρήγορης ανάκαμψης της οικονομίας. Δυστυχώς όμως, δεν αναμένεται να βρεθούμε σε τέτοια φάση σύντομα. Κατά συνέπεια, ο χειρισμός του “ενδιάμεσου” χρόνου μέχρι την ενεργοποίηση του “Ταμείου Ανάπτυξης”, απαιτεί μέτρα που δίνουν ένα συνολικό στίγμα ουσιαστικής αλλαγής μείγματος της πολιτικής με αποτύπωμα που θα παραμείνει ως συνέχεια μετά την κρίση περίοδο.

Με εξαίρεση την έκθεση της επιτροπής “Πισσαρίδη” μία τέτοια φιλοσοφία ακόμα δεν έχει διαφανεί στους μέχρι σήμερα κυβερνητικούς σχεδιασμούς. Στηριζόμενη όμως αποκλειστικά στο πόρισμα της επιτροπής, η κυβέρνηση αναδεικνύει την πιθανότητα να μην έχει σχεδιάσει ακόμα την αναγκαία ενδιάμεση οικονομική πολιτική για το βραχυπρόθεσμο διάστημα της περιόδου 2020-22. Ικανή και αναγκαία προϋπόθεση μετάβασης σε ένα νέο αναπτυξιακό μοντέλο ως βασική συνισταμένη του οποίου θα πρέπει να αναδεικνύεται η δυναμική στήριξη των μικρομεσαίων επιχειρήσεων κατά τα πρότυπα που επεξεργάσθηκε η κυβέρνηση του Εμμανουήλ Μακρόν στη Γαλλία.

Παρά τον χαρακτηρισμό της ελληνικής αναπτυξιακής “ιδιαιτερότητας” ως “παθογένεια” από τους δανειστές κατά το παρελθόν, το ποιοτικό άλμα που θα φέρει την καινοτομία στη χώρα – ταυτόχρονα με το αναγκαίο restart της βιομηχανίας– θα πρέπει να αναδειχθεί μέσω της παράλληλης ανάδειξης μίας δομικά μεταλλαγμένης δυναμικής των “μικρομεσαίων” επιχειρήσεων.

Θα ήταν ίσως ιδανική ευκαιρία στην παρούσα φάση συνολικής αναγκαστικής αναδιάταξης να βρισκόμαστε στην περίοδο της “δημιουργικής καταστροφής” που περιέγραψε ο Γιοζεφ Σουμπετερ. Αυτό βέβαια θα προϋπέθετε τόσο για τις παγκόσμιες οικονομίες – όσο και την εγχώρια – προληπτικό οικονομικό προγραμματισμό ή εξειδικευμένα αντανακλαστικά αναπτυξιακής προσαρμογής τόσο για την Ευρώπη στο σύνολό της, όσο και για τη χώρα.

Οι διεθνείς οικονομίες λόγω μεγέθους και μηχανισμών αποδεικνύουν –έστω και καθυστερημένα – πως μεμονωμένα έχουν τον τρόπο προσαρμογής. Αυτό όμως, δεν έχει καταστεί δυνατόν να προσδιορισθεί επακριβώς ως προς το Ταμείο Ανάπτυξης της Ευρώπης που αφορά τις χώρες της Ε.Ε. στο σύνολό τους. Την ίδια στιγμή που οι πολιτικές τοποθετήσεις ως προς τη στήριξη της Ε.Ε. παραπέμπουν σε έναν ιδιότυπο “αναπτυξιακό εκβιασμό”.

Η Ελλάδα διαχρονικά βασιζόταν στα ευρωπαϊκά κονδύλια ή στα έκτακτα κονδύλια “διάσωσης” χωρίς να τα εκμεταλλεύεται παραγωγικά προκειμένου να χαράξει μία ουσιαστική μακροπρόθεσμη πολιτική. Για τον λόγο αυτό φθάσαμε στο σημείο το 20% του ΑΕΠ να εξαρτάται από τον τουρισμό, χωρίς πρόβλεψη ή προγραμματισμό για στοχευμένη αναπτυξιακή πολιτική. Χωρίς επιλογές για μακροπρόθεσμη και διατηρήσιμη ανάπτυξη. Χωρίς στόχευση χάραξης “αναθεωρητικής αναπτυξιακής στρατηγικής”. Χωρίς σκέψη για “ευέλικτες” αναπτυξιακές δομές.

Σήμερα που το σαθρό αυτό μοντέλο κατέρρευσε, με επιπτώσεις που κατά την εκτίμησή μου θα είναι δυσμενέστερες από εκείνες της Ευρώπης, αρχίσαμε να συζητάμε – έστω και καθυστερημένα – μέσω των προτάσεων της “επιτροπής Πισσαρίδη” για το αναπτυξιακό μοντέλο της χώρας. Σε κατεύθυνση όμως, που αγγίζει μόνον ένα σκέλος του παραγωγικού ιστού. Τις μεγάλες επιχειρήσεις και τους μεγάλους οικονομικούς σχηματισμούς.

Μπορεί η επιτροπή να κάνει αναφορά σε συγκεκριμένα κίνητρα για συγχωνεύσεις και εξαγορές εταιρειών με στόχο τη μεγέθυνση της μέσης ελληνικής επιχείρησης ή ακόμα πιο προωθημένα να συστήνει φορολογικά κίνητρα σε νοικοκυριά που επενδύουν μακροπρόθεσμα σε ελληνικές εταιρίες που εισάγονται στο Χρηματιστήριο Αθηνών. Αδυνατεί όμως να αγγίξει την ουσία του προβλήματος σε βάθος, που δεν είναι άλλο από τον τρόπο υλοποίησης των προτάσεων συνολικά. Για να μπορεί να αρχίσει η υλοποίηση του “μετασχηματισμού” σύμφωνα με τις προτάσεις “Πισσαρίδη” απαιτείται συνολική και δομική αλλαγή προσεγγίσεων και φιλοσοφίας. Κατά συνέπεια χρόνος προσαρμογής που πρέπει όμως να αναζητηθεί σε υβριδικά μέτρα μεσοπρόθεσμης στόχευσης.

Δεν είναι δυνατόν για παράδειγμα να γίνεται λόγος για κίνητρα συμμετοχής των νοικοκυριών στο χρηματιστήριο, όταν αυτό σήμερα “συντηρείται” μόνον από μερικές δεκάδες εισηγμένων, αναδεικνύοντας την επικινδυνότητα μία “ρηχής” αγοράς και ουδείς να μην αγγίζει την ουσία του προβλήματος αυτού. Ούτε βέβαια αποτελεί διεύρυνση της αναπτυξιακής χρηματοδοτικής λογικής όταν μεγάλες επιχειρήσεις εκδίδουν ομολογιακά δάνεια ως μέσο κυρίως “ανώδυνης” αναχρηματοδότησης υφισταμένων δανειακών υποχρεώσεων με τις τράπεζες, την ίδια στιγμή που αυτές αποποιούνται του ρόλου τους ουσιαστικής χρηματοδότησης των “μικρομεσαίων”.

Όταν ο Υφυπουργός κύριος Ζαββός, σύμφωνα με δημοσιεύματα, δηλώνει πως “αναζητά μία Κεφαλαιαγορά που θα συνδράμει τις τράπεζες σε μία κοινή προσπάθεια χρηματοδότησης της οικονομίας”, γίνεται αντιληπτό πως από μόνη της μία τέτοια στόχευση χωρίς υποστηρικτική ουσία, κινδυνεύει να ουδετεροποιήσει τον αναγκαία διεύρυνση του χρηματιστηρίου με την συμμετοχή μικρομεσαίων επιχειρήσεων. Αρκεί να ανατρέξει ο κύριος Ζαββός στην πορεία των περιπτώσεων αντλήσεως κεφαλαίων, ή νέων εισαγωγών κατά την τελευταία δεκαπενταετία για να γίνει αντιληπτό πως απαιτούνται ρίξεις και τομές στο τρόπο που οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις θα ανακτήσουν τον ρόλου που αρμόζει σε μία νέα αναπτυξιακή προσπάθεια.

Παρά τις επιμέρους τοποθετήσεις ή διαφωνίες το θετικό είναι πως έχει αρχίσει μία σοβαρή συζήτηση για την επόμενη ημέρα της ανάπτυξης του τόπου. Το πόρισμα της “επιτροπής Πισσαρίδη” αναφέρει τα αυτονόητα. Εντός όμως της πεπατημένης. Δεν αναδεικνύει τον τρόπο επίτευξης ρήξεων και αλλαγής στόχευσης. Κινείται δε με μεγαλύτερη έμφαση στην δημιουργία μεγάλων και ισχυρών σχημάτων. Αφήνοντας ίσως την ανάδειξη του ρόλου των μικρότερων και τον τρόπο ενίσχυσης και επαναπροσανατολισμού τους σε μία … άλλη επιτροπή. Να μην διαφεύγει της προσοχής μας όμως πως η ουσιαστική ανάδειξη ενός νέου ρόλου τους τους είναι δυνατόν να αποτελέσει την αναγκαία και ικανή συνθήκη που θα τις εντάξει με προοπτική στις διεθνείς αλυσίδες αξίας.

Ο κ. Ηρακλής Ρούπας είναι Οικονομολόγος

πηγή:www.capital.gr