Η αντιπαλότητα με τους Μαυρομιχαλαίους, το καταφύγιο στη γαλλική πρεσβεία και η απαίτηση του Άγγλου πρεσβευτή να αντιμετωπιστεί ακόμη και με όπλα ο εξεγερμένος λαός μετά το φονικό

Κυριακή 27 Σεπτεμβρίου 1831 ξημέρωνε ολόφωτη στη φθινοπωρινή πόλη του Ναυπλίου. Οι δείκτες του ρολογιού έδειχναν λίγα λεπτά μετά τις έξι το πρωί, όταν στην παλιά αρχοντική πολιτεία ακούστηκε η καμπάνα του Αγίου Σπυρίδωνα που καλούσε τους πιστούς για τον όρθρο. Ο ήχος τρύπωσε και στο ασκητικό δωμάτιο του 55χρονου κυβερνήτη Ιωάννη Καποδίστρια που είχε ήδη ξυπνήσει. Του άρεσε να σηκώνεται αξημέρωτα και ποτέ δεν παρέλειπε να πηγαίνει τις Κυριακές στην εκκλησία. Φόρεσε το τσόχινο παλτό και το καπέλο του και κατέβηκε στην είσοδο του σπιτιού, όπου τον περίμενε ήδη ο 31χρονος σωματοφύλακάς του, Γεώργιος Κοζώνης ή Κοκκώνης, βετεράνος της Επανάστασης του 1821, με καταγωγή από την Κρήτη, που είχε χάσει το ένα χέρι στο πεδίο της μάχης με τους Οθωμανούς Τούρκους.

Για μεγαλύτερη ασφάλεια έπαιρνε μαζί του και έναν στρατιώτη, τον Δημήτριο Λεωνίδη, καθώς τον τελευταίο καιρό είχαν πυκνώσει οι απειλές κατά της ζωής του κυβερνήτη. Όλο το Ναύπλιο γνώριζε την αντιδικία του με τους Μαυρομιχαλαίους, φεουδάρχες από τη Μάνη που διέθεταν ισχυρή δύναμη και επιρροή, καθώς ήταν κοινό μυστικό ότι πίσω τους κρύβονταν οι δύο από τις τρεις «προστάτιδες δυνάμεις» της εποχής, η Αγγλία και η Γαλλία, εν αντιθέσει με τη Ρωσία που συμπαραστεκόταν στον πάλαι ποτέ υπουργό Εξωτερικών της, Ιωάννη Καποδίστρια. Προκειμένου να αντιληφθούμε καλύτερα τα όσα συνέβησαν εκείνο το πρωινό, θα πρέπει αρχικά να κατανοήσουμε τα όσα προηγήθηκαν.

Πριν από εννέα μήνες ο αρχηγός του κράτους είχε συγκρουστεί ανοιχτά με τους Μαυρομιχαλαίους, συλλαμβάνοντας τον γενάρχη τους, τον 66χρονο Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη. Με συνοπτικές διαδικασίες τον έριξε σε ένα κελί του βραχώδους φρουρίου του Ιτς-Καλέ (Ακροναυπλία) με την κατηγορία της εσχάτης προδοσίας για υποκίνηση σε στάση κατά του κυβερνήτη. Όταν έγινε γνωστό στη Μάνη ότι ο Πετρόμπεης φυλακίστηκε, ο αδελφός του, Κωνσταντίνος, έτρεξε στο Ναύπλιο προκειμένου να μεριμνήσει ώστε να αφεθεί ελεύθερος. Όλες οι σχετικές προσπάθειες όμως έπεσαν στο κενό. Ακόμη και η μητέρα του φυλακισμένου Πετρόμπεη, η γριά Μαυρομιχαλιάνισσα, που ήταν γύρω στα 90, πήγε στον Καποδίστρια προκειμένου να τον πείσει να δεχθεί τον κρατούμενο γιο της και να συνομιλήσουν

Το ραντεβού που δεν έγινε ποτέ

Όντως το ραντεβού κλείστηκε για το Σάββατο 26 Σεπτεμβρίου 1831, μία μέρα πριν από τη δολοφονία, στο σπίτι του κυβερνήτη και υπό την παρουσία του Ρώσου ναυάρχου Πέτρου Ρίκορντ, που έναν μήνα νωρίτερα είχε καταστείλει εξέγερση του Ανδρέα Μιαούλη εναντίον του Καποδίστρια. Η συνάντηση αυτή, όμως, δεν έγινε ποτέ. Εκείνο το πρωινό ο πολύπειρος πολιτικός είχε τύχει να διαβάσει ένα άρθρο σε βρετανική εφημερίδα που κατέκρινε την πολιτική του και είχε εξοργιστεί. Όταν η φρουρά του Ιτς-Καλέ έφερε μπροστά του σιδηροδέσμιο τον Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη, εκείνος αρνήθηκε να τον δει.

Ο γενάρχης της Μάνης αισθάνθηκε ταπεινωμένος. Θεώρησε ότι τον έβγαλαν στον δρόμο δεμένο με τις αλυσίδες προκειμένου να τον διαπομπεύσουν. Επιστρέφοντας με τα πόδια στο κελί, ζήτησε από τους φρουρούς να περάσει η πομπή μπροστά από το σπίτι του 31χρονου γιου του, Γιώργη, στο οποίο φιλοξενούνταν και ο θείος του νεαρού (και αδελφός του κρατούμενου), Κωνσταντίνος. Κάτω από τα παράθυρα ο Πετρόμπεης με βροντερή φωνή που έτρεμε από την οργή φωνάζει: «Γεια σας μωρέ σεις παιδιά»! Γιος και αδελφός αναγνωρίζουν τη φωνή του και τρέχουν στο περβάζι. «Τι κάνεις;» τον ρωτούν με αγωνία και οι δύο. «Να, τα βλέπετε» απαντά ο Πετρόμπεης δείχνοντας τις χειροπέδες. Δεν χρειαζόταν να πει τίποτε άλλο.

Από εκείνη τη στιγμή οι δύο άνδρες είχαν αποφασίσει να τελειώνουν μια και καλή με τον Καποδίστρια. Αποφασίζουν να τον δολοφονήσουν την ίδια ή την επόμενη μέρα που θα πήγαινε στην κυριακάτικη Θεία Λειτουργία. Στο μεσοδιάστημα ο κυβερνήτης είχε ειδοποιηθεί πως με την προσβολή που έγινε στο πρόσωπο του Πετρόμπεη κινδύνευε να τον σκοτώσουν, αλλά εκείνος δεν το πίστευε. Απάντησε χαρακτηριστικά πως «αυτές είναι απλώς κουβέντες. Πείτε τους ότι αν με σκοτώσουν, θα σκοτώσουν μαζί μου και την πατρίδα».

Η στερνή ώρα για τον Καποδίστρια είχε φτάσει

 Δολοφονία Ιωάννη Καποδίστρια

Ξημερώματα Κυριακής, εκεί γύρω στις 06.35 π.μ., φεύγει από το σπίτι, συνοδευόμενος από τον μονόχειρα σωματοφύλακά του και τον νεαρό στρατιώτη που προαναφέραμε, για τον Αγιο Σπυρίδωνα, στην καρδιά της πόλης. Σύμφωνα με τον Ιταλό γιατρό και επιστήθιο φίλο του, Τζεκίνι, στην εξώπορτα της οικίας ένα αγαπημένο σκυλάκι του Καποδίστρια τριγύριζε ανήσυχο γύρω από τα πόδια του. Γάβγιζε και δεν ήθελε να τον αφήσει να φύγει. Επέμενε μάλιστα τόσο πολύ το πιστό ζώο, που αναγκάστηκε να το διώξει αρκετές φορές. Περίπου 100 με 150 μέτρα από την εκκλησία, σε ένα ερημικό σημείο της διαδρομής, ο Γιώργης με τον Κωνσταντίνο Μαυρομιχάλη πλησιάζουν λαμπροντυμένοι τη συνοδεία του Καποδίστρια από πίσω. Χαιρετούν και επιταχύνουν το βήμα τους φτάνοντας πρώτοι στον ναό.

Ο Κωνσταντίνος στέκεται έξω από τον Αγιο Σπυρίδωνα και στη δεξιά όπως μπαίνεις πλευρά, ενώ ο ανιψιός του περίπου στον άξονα της στενής εισόδου και λίγο βαθύτερα στη στοά που σχημάτιζε το αψιδωτό άνοιγμα μέχρι την ξύλινη πόρτα, στην οποία και στηρίχθηκε. Στον περίβολο βρίσκονταν επίσης εκείνη την ώρα, σύμφωνα με τις μετέπειτα καταθέσεις, δύο άτομα που επιτηρούσαν τους Μαυρομιχαλαίους αφενός για να μη διαπράξουν κάποια αξιόποινη πράξη και αφετέρου για να τους προστατεύσουν από τυχόν επιθέσεις εναντίον τους (ο Α. Γεωργίου και ο Γιάννης Καραγιάννης, ο οποίος φαίνεται πως επί 40 μέρες που τους παρακολουθούσε στενά είχε ταχθεί με το μέρος τους), ένας λοχαγός (με το επώνυμο Κουτσιαφόπουλος) που πήγαινε προς το σπίτι του, δύο ξένοι περιηγητές, ένας άγνωστος νεαρός φουστανελοφόρος και ένας ζητιάνος, κάτι ασυνήθιστο για εκείνη την ώρα, ο οποίος, αν και ήταν αυτόπτης μάρτυρας της δολοφονίας, δεν κλήθηκε να καταθέσει.

Απέναντι από τον ναό στεκόταν στο παράθυρο του σπιτιού της μια γυναίκα του Ναυπλίου, η Παρασκευούλα, ενώ στο παράθυρο της δικής του οικίας βρισκόταν εκείνη την ώρα και ο υπουργός Εσωτερικών, Ρόδιος. Μέσα στον Άγιο Σπυρίδωνα και με σχετική θέα προς την είσοδο βρίσκονταν οι επίτροποι Μητρόπουλος και Νικολάου, ο στρατηγός Βαλτινός, ο Ι. Σαράντου, ο Π. Σκούρας και ένας ένοπλος υπαξιωματικός με το επώνυμο Βούλγαρης, μαζί με ακόμη 5-6 άτομα. Ο Καποδίστριας την ώρα που πλησίαζε στην είσοδο του ναού κοντοστάθηκε. Αν και δεν πίστευε κατά βάθος ότι οι Μανιάτες θα πραγματοποιούσαν την απειλή τους, όταν τους είδε στημένους στους παραστάτες της πόρτας, ένιωσε μια ταραχή. Γρήγορα όμως απέβαλε τη δειλία του και προχώρησε. Έβγαλε το καπέλο του προκειμένου να εισέλθει ασκεπής στην εκκλησία και ετοιμαζόταν να κάνει τον σταυρό του. Από εκείνη τη στιγμή όλα εξελίχθηκαν αστραπιαία.

Ο Κωνσταντίνος Μαυρομιχάλης τον αρπάζει από το αριστερό του χέρι και τον πυροβολεί με την πιστόλα στη βάση του κρανίου, πίσω από το δεξί αυτί, λέγοντάς του «και γω κακά χερόβολα και συ κακά δεμάτια», αν και δεν επιβεβαιώνεται η φράση από αρκετές πηγές. Σχεδόν την ίδια στιγμή ο ανιψιός του μαχαιρώνει τον κυβερνήτη στη δεξιά βουβωνική χώρα, ενώ ο Καραγιάννης, ο οποίος υποτίθεται είχε ταχθεί να φρουρεί τους Μαυρομιχαλαίους για να μην προβούν σε άνομες πράξεις, πυροβολεί και εκείνος τον αρχηγό του νεότευκτου κράτους, αλλά αστοχεί. Η σφαίρα του σφηνώνεται στον παραστάτη της πόρτας και μπορεί κάποιος να τη δει μέχρι και σήμερα. Ο Καποδίστριας σωριάζεται στο μοναδικό χέρι του σωματοφύλακά του, που τον αφήνει ήρεμα να πέσει προκειμένου να καταδιώξει τους δολοφόνους.

Πυροβολεί τον Κωνσταντίνο Μαυρομιχάλη, με τη σφαίρα να τον βρίσκει ξώφαλτσα στην πλάτη. Στο μεταξύ δεκάδες άνδρες και γυναίκες από το εκκλησίασμα αρχίζουν να καταδιώκουν τους θύτες εξαπολύοντας κατάρες. Ο στρατηγός Φωτομάρας, που ακούγοντας τον σαματά έχει βγει στο παράθυρο του σπιτιού του, αντιλαμβανόμενος τα τεκταινόμενα παίρνει το όπλο του, σημαδεύει τον Κωνσταντίνο Μαυρομιχάλη την ώρα που τρέχει να ξεφύγει και τον ξαπλώνει βαριά τραυματισμένο αυτήν τη φορά στο έδαφος. Ο κόσμος πέφτει από πάνω του και αρχίζει να τον κλωτσά με μανία βρίζοντάς τον για το κακό που έκανε. Ημιθανής ο τραυματίας ικετεύει να βρεθεί κάποιος να τον σκοτώσει. Μπορεί να άφησε την τελευταία του πνοή, αλλά ο όχλος δεν ικανοποιήθηκε. Τον σέρνουν μέχρι την πλατεία του Πλατάνου και τον ρίχνουν στη θάλασσα από τα τείχη του φρουρίου.

Πηγή: www.ethnos.gr