ΕΠΑΝΑΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΒΕΛΤΙΩΜΕΝΗ

Η ληστεία στη Χώρα μας

Παρατίθεται φωτογραφία του λήσταρχου Καραθανάση.

Άρθρο 380 Π.Κ., ο οποίος κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 4619/2019, Φ.Ε.Κ. 95/11-6-2019.

Παρατίθεται φωτογραφία των ληστάρχων Ρεντζαίων.

Ι. Ορισμός: 1. Όποιος με σωματική βία εναντίον προσώπου ή με απειλές ενωμένες με επικείμενο κίνδυνο σώματος ή ζωής αφαιρεί από άλλον ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα ή τον εξαναγκάζει να του το παραδώσει για να το ιδιοποιηθεί παράνομα, τιμωρείται με κάθειρξη και χρηματική ποινή. 

  1. Αν από την πράξη επήλθε ο θάνατος κάποιου προσώπου ή βαριά σωματική βλάβη ή αν η πράξη εκτελέστηκε με ιδιαίτερη σκληρότητα εναντίον προσώπου, επιβάλλεται κάθειρξη ισόβια ή πρόσκαιρη τουλάχιστον δέκα ετών και χρηματική ποινή.
  2. Οι ποινές των προηγουμένων παραγράφων επιβάλλονται και σε εκείνον που καταλήφθηκε επ’ αυτοφώρω να κλέβει και μεταχειρίζεται σωματική βία εναντίον προσώπου ή απειλές ενωμένες με επικείμενο κίνδυνο σώματος ή ζωής για να διατηρήσει το κλοπιμαίο (ληστρική κλοπή).

ΙΙ. Τοπικός και χρονικός προσδιορισμός.

Η ληστεία ήταν και είναι παγκόσμιο φαινόμενο. Στην Ελλάδα είναι γνωστόν από τότε που ο Θησέας σκότωσε τους ληστές Σίνη, Σκίρωνα και Πολυπήμονα ή Προκρούστη. Επίσης είναι γνωστόν το φαινόμενον από την εποχή του Ομήρου «λῃστήρ, -ῆρος,ο, παρ’ Ὁμήρῳ ληιστήρ = ληστής, ο διαρπάζων, κυρίως πειρατής». Η ληστεία συνεχίζεται ακόμη και μέχρι σήμερα.       

Σε κύριο άρθρον της Εφημερίδας ΕΜΠΡΟΣ της 12 Σεπτεμβρίου 1907 παρατίθεται κείμενο από ανταπόκριση της Εφημερίδας της Κολωνίας για το φαινόμενο της ληστείας στην Ελλάδα. Εκ της μελέτης του κειμένου, προκύπτει ότι στην Ελληνική ύπαιθρο αναφύονταν μικρές ληστοσυμμορίες, καθ’ ότι το πλείστον του εσωτερικού της Ελλάδος ήτο ακατοίκητον και απροσπέλαστον, λόγω των ορεινών συμπλεγμάτων. Η Αστυνομία δεν επαρκούσε για την αντιμετώπιση του φαινομένου. Έτσι κάθε φορά επικηρυχθέντες ως κατάδικοι εκφεύγουν των συνεπειών και συνιστούν συμμορίες, για να εξασκήσουν το επάγγελμα του ληστού. 

  Έτσι οι ληστές απάγουν μέλη ευπόρων οικογενειών, τα οδηγούν κυρίως στα όρη και δεν αποκτούν την ελευθερία τους, αν οι οικογένειές τους δεν καταβάλλουν λύτρα.

Τις ελπίδες τους οι ληστές εστήριζαν στην ακούσια ή εκούσια υποστήριξή τους εκ μέρους των αγροτικών πληθυσμών.

Η περίπτωση της ληστείας αποτέλεσε για μία μακρά περίοδο του Νεοελληνικού Κράτους (1830-1930) περίπου ένα αναπόσπαστο κομμάτι της κοινωνικής ζωής. Η Εφημερίδα ΑΙΩΝ τον Ιούνιο του 1839 γράφει: «…λυπούμεθα κυρίως δημοσιεύοντας τοιούτα τραγικά συμβάντα, εκ συστήματος μάλιστα αποσιωπούμεν τα περισσότερα, δια να μην καταστήσωμεν το φύλλον μας αυτόχρημα ληστολογίαν και φονολογίαν…». Το κείμενο αυτό αποτυπώνει με ευκρίνεια τη συχνότητα της ύπαρξης ληστειών.

«Η ληστεία αναπτύχθηκε με γρήγορους ρυθμούς και με κυρίαρχον τρόπον, τόσον στα εδάφη του νεοπαγούς Ελληνικού Κράτους, όσον και στις μη απελευθερωθείσες εισέτι περιοχές της Θεσσαλίας, της Ηπείρου, της Μακεδονίας και της Θράκης, πριν αυτές ενταχθούν στην Ελληνική Επικράτεια. Η μεθόρια περιοχή δημιουργούσε τις προϋποθέσεις για την έξαρση του φαινομένου» (Νικόλαος Α. Αναστασόπουλος Επίκουρος Καθηγητής Νεώτερης και Σύγχρονης Ελληνικής Ιστορίας στο Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων).

ΙΙΙ. Οι κυριότεροι λόγοι, που ευνόησαν τη ληστεία μετά την Ανεξαρτησία της Χώρας μας ήσαν οι ακόλουθοι:

  1. Βιοτικοί.

Η κατάσταση για τα λαϊκά στρώματα επιδεινώθηκε με τον ερχομό του Όθωνα και τη δημιουργία μοναρχικού κράτους υπό τον έλεγχο των Μεγάλων Δυνάμεων. 

  Σε οικονομικό επίπεδο έχουμε δύο βασικά χαρακτηριστικά. Αφενός την εφαρμογή άδικου φορολογικού συστήματος. Αφετέρου παρέμεινε άλυτο το πρόβλημα των εθνικών γαιών. Αυτό είχεν ως αποτέλεσμα το 80% των αγροτών να μην έχει ιδιοκτησία.

Ξεχωριστή απόφαση που συνέβαλε μαζί με τ’ ανωτέρω στο φαινόμενο της ληστοκρατίας, ήταν η αντιμετώπιση του στρατιωτικού ζητήματος από την Αντιβασιλεία.

Απέλυσε όλα τα Ελληνικά Στρατεύματα και αντικατέστησε αυτά με ένα εθελοντικό σώμα στρατολογημένο στη Βαυαρία, με ικανοποιητικό μισθό. Τα μέτρα αυτά άφησαν χωρίς πόρους ζωής περίπου 10.000 παλιούς Αγωνιστές του πολέμου της Ανεξαρτησίας. Έτσι αναγκάστηκαν ορισμένοι από τους αδικημένους να καταφύγουν στα βουνά.        

Παρατίθεται φωτογραφία της σφραγίδας των Ρεντζαίων.

  1. Ροπή στην αυτοδικία.

Οι λεγόμενοι «ιππότες των ορέων» ήταν κατά πλειοψηφία χωρικοί (αγρότες – κτηνοτρόφοι), που η κοινωνική αδικία – κατά τη δική τους αντίληψη – τους ανάγκαζε να βγουν στα βουνά.

Αν αξιολογήσουμε ορισμένα χαρακτηριστικά της δράσης τους, βλέπουμε πως οι ληστές είχαν δικούς τους άγραφους νόμους, και κώδικες τιμής, που τους κρατούσαν απαραβίαστους. Είχαν δηλαδή μπέσα, λεβεντιά, ηρωϊσμό και θάρρος και μπροστά στο θάνατο. Από αφηγήσεις του παππού μου, ο όρος μπέσα ίσχυε ευρύτερα και πέραν από το χώρο των ληστών. Σήμερα τον όρο μπέσα αντικατέστησε ο όρος συμφωνία κυρίων. Επίσης οι Αρβανίτες – οι οποίοι, εἰρήσθω ἐν παρόδῳ, ήσαν και είναι φιλόνομοι και φιλήσυχοι πολίτες – εκδίδουν ένα περιοδικό, το λεγόμενο «μπέσα»

Και για να επανέλθω, οι περισσότεροι από τους ληστές συμπεριφέρονταν σε μεγάλο βαθμό ως σύγχρονοι Ρομπέν των Δασών.

  1. Ποινικοί: Όπως διάπραξη ανθρωποκτονιών ή άλλων κακουργηματικών πράξεων, λιποταξία από το Στρατό, εκδίκηση. 

Παρατίθεται φωτογραφία των Ρεντζαίων.
Οι λόγοι αυτοί συνυπήρξαν στο πρόσωπο των ληστών Γιάννη και Θύμιου Ρέντζου. 

Τα αδέλφια Γιάννης και Θύμιος Ρέντζος, κατάγονταν από το χωριό Ανώγι της Επαρχίας Πρέβεζας. Την Άνοιξη του 1909 ο κτηνοτρόφος πατέρας τους δολοφονήθηκε από τρεις ζωοκλέπτες, οι οποίοι έμειναν για αρκετά χρόνια άγνωστοι. Όταν ο Γιάννης επήγε στρατιώτης, κάποιος του είπε ποιοι ήσαν οι δολοφόνοι του πατέρα του. Λιποτάκτησε από το Στρατό μαζί με τον οπλισμόν του, επήγε στο χωριό του και μαζί με τον μικρότερον αδελφόν του Θύμιο βγαίνουν στο βουνό, ανακαλύπτουν τους τρεις θεωρουμένους δολοφόνους του πατέρα τους και τους σκοτώνουν. Λιποταξία από το Στρατό και φόνος, ικανή αιτία την εποχή εκείνη για να πάρουν τα βουνά. Το ρίχνουν στις ληστείες και στις απαγωγές. Μοιράζουν μέρος των παρανόμως αποκτηθέντων σε φτωχούς, χήρες, ορφανά, ενώ παράλληλα απονέμουν και «δικαιοσύνη», αν αυτό μπορεί να λεχθεί δικαιοσύνη. Χρησιμοποιούν με λίγα λόγια μεθόδους, που χρησιμοποιούν τα επαναστατικά κινήματα, προκειμένου να σταθούν μέσα στον κόσμο. Υπογραμμίζω τη μέθοδο αυτή, καθ’ ότι αλλού λιγότερο και αλλού περισσότερο εχρησιμοποιείτο απ’ όλους τους ληστές της εποχής εκείνης. Προς επίρρωση του ούτως λεχθέντος, επισημαίνω ότι, τόσον ο Μάο, όσον και ο Στρατηγός Γκιάπ του Βορείου Βιετνάμ έλεγαν: «Ο αντάρτης είναι το ψάρι και ο λαός το νερό». (Αντισυνταγματάρχης Πεζικού Γιαννόπουλος, καθηγητής της Σχολής Αξ/κών Αστυνομίας Πόλεων στο μάθημα των ψ.ΕΠ.).

Στη συνέχεια οι Ρεντζαίοι σκοτώνουν δύο επικηρυγμένους συντρόφους τους και έτσι αμνηστεύονται με βάση το ν.δ. του Πάγκαλου της 14-11-1925: «ληστής φονεύων ληστήν αμνηστεύεται». 

Παρατίθεται φωτογραφία του λήσταρχου Καραθανάση.
Δύο κεφάλια ληστάρχων μέσα στο ταγάρι εκόμισεν  ο λήσταρχος Καραθανάσης, ο οποίος επεχείρησε αργότερα να δολοφονήσει τον Ελευθέριον Βενιζέλον αργά το βράδυ της 6ης Ιουνίου 1933, όταν μαζί με τη σύζυγό του Έλενα έφευγαν από το σπίτι της Πηνελόπης Σ. Δέλτα στην περιοχή Παράδεισος Αμαρουσίου.   

Όμως ο θυμόσοφος Ελληνικός Λαός λέει: «Πρώτα βγαίνει η ψυχή και μετά το χούι». Οι αδελφοί Ρεντζαίοι την 08.30 ώραν το πρωΐ στις 13 Ιουνίου 1926 στο 74ο χιλιόμετρο της οδού Ιωαννίνων – Πρέβεζας, στη θέση Πέτρα, ακινητοποιούν τη χρηματαποστολή της Εθνικής Τράπεζας, σκοτώνουν τους φρουρούς, οκτώ τον αριθμόν – πλην ενός – παίρνουν τα χρήματα 15.000.000 δραχμές και εξαφανίζονται.

Η Αστυνομία Πόλεων (Ασφάλεια Αθηνών) τοποθέτησεν ως ταχυδρομικόν διανομέα έναν Αστυνομικόν στην περιοχή, όπου διέμεναν άνθρωποι με τους οποίους επικοινωνούσαν οι Ρεντζαίοι. Από τον έλεγχον της αλληλογραφίας εντοπίστηκαν στη Βάρνα της Βουλγαρίας, όπου έκαναν τους εμπόρους καλαμποκιού. Συλλαμβάνονται, περνούν από δίκη στην Κέρκυρα, καταδικάζονται σε θάνατο και εκτελούνται στις 5 Μαρτίου 1930. (Πηγή: περιοδικό Αστυνομικά χρονικά της Αστυνομίας Πόλεων).       

Ενταύθα για λόγους τουλάχιστον ιστορικούς οφείλω να παραθέσω απόσπασμα εκ του βιβλίου του αειμνήστου Αστυν. Δ/ντού ΣΤΑΜΑΤΗ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ υπό τον τίτλον: «Παλαιοί Συγγραφείς και Αστυνομικός Ορθολογισμός».  

«Η καλή αρχή για την ανακάλυψι του κρυσφυγέτου των Ρετζαίων είχε γίνει. Η πληροφορία, την οποίαν έφεραν από την Σερβία οι αποσταλλέντες αστυνομικοί έπρεπε να “δουλευτή”. Έτσι λοιπόν απεφασίσθη να σταλούν αστυνομικοί της Ασφαλείας στα Ιωάννινα, όπου έμεναν οι Ρετζαίοι πριν διαφύγουν στο εξωτερικό, και στο Κιλκίς, όπου έμενε ο πεθερός του Γιάννη Ρέτζου ονόματι Κολοβός, οι οποίοι ασχολούμενοι με οποιαδήποτε εργασία που θα εκάλυπτε την εκεί παραμονή τους, θα παρακολουθούσαν κάθε συγγενικό και φιλικό πρόσωπο των ληστών με σκοπό να πληροφορηθούν τον τόπον όπου είχαν καταφύγει. Έτσι έγινε και ξεκίνησαν για τα Ιωάννινα μια ομάδα από τους καλύτερους αστυνομικούς και για το Κιλκίς ο Υπαστυνόμος τότε, αείμνηστος Κωνσταντίνος Λαμπρινόπουλος, ο οποίος διωρισμένος ως ταχυδρομικός διανομεύς, παρακολουθούσε την αλληλογραφία του πεθερού του Γιάννη Ρέτζου, που έμενε στην πόλι αυτή. Αυτά από απόψεως ενεργειών της Ασφαλείας Αθηνών.

» Άσχετα με τις ενέργειες αυτές του Κ. Κουτσουμάρη, που ήταν Διοικητής Ασφαλείας Αθηνών τότε, ο κ. Καλυβίτης, Διευθυντής Αστυνομίας Αθηνών την εποχή εκείνην, με σύντονες ενέργειές του προσπαθούσε να συγκεντρώση κάθε σχετική πληροφορία κι’ είχε πάρει την υπόθεσι αυτή σαν καθαρά προσωπικό του ζήτημα. Έτσι ο κ. Καλυβίτης είχε μία σπουδαία προσωπική πληροφορία. Τον επεσκέφθη στο γραφείο του ένα πρωΐ ο Μητροπολίτης Ιωαννίνων, κι’ έπειτα Αρχιεπίσκοπος Αθηνών αείμνηστος Σπυρίδων, ο οποίος υπεραγαπούσε την Αστυνομία και παρακολουθούσε με θαυμασμό και πατρικό ενδιαφέρον τις ενέργειές της για την ανακάλυψι των ληστών. Ο Σπυρίδων λοιπόν έδωσε την πληροφορία, ότι οι καταζητούμενοι εφιλοξενούντο από τους αδελφούς Τσάρα, που ήταν εγκατεστημένοι στο Καλαράσι της Ρουμανίας και με τους οποίους οι Ρετζαίοι είχαν στενώτατες σχέσεις στα Ιωάννινα, πριν διαφύγουν στο εξωτερικό…..

»Η πληροφορία αυτή ήλθε να συσχετισθή με κάποια άλλη του…… ταχυδρομικού διανομέως στο Κιλκίς, Υπαστυνόμου Λαμπρινοπούλου, για τους πιθανούς αποστολείς επιστολών προς τον γέροντα Κολοβόν από την Βουλγαρία. Έτσι, ο μίτος της Αριάδνης ευρίσκετο στα χέρια της Αστυνομίας….».   

Οι αδελφοί Ρεντζαίοι… «εγκληματούσαν από της νεότητός των, ένεκεν επιδράσεως των περιστάσεων και του διεφθαρμένου περιβάλλοντος, ελλείψεως αγωγής κ.λπ. Εμμένουσι δ’ εις την εκτέλεσιν εγκλημάτων και αποκτώσι την έξιν αυτών, ένεκα της συνεχούς επιδράσεως των άνω εξωτερικών όρων και της αδυναμίας, ίνα αποκατασταθώσι εν τη κοινωνία μετά την αμνήστευσίν των. Οι καθ’ έξιν εγκληματίαι διαφέρουσι των εκ γεννετής – διότι είναι θύματα δυσμενών κοινωνικών όρων και του περιβάλλοντος, ενώ οι εκ γεννετής είναι θύματα εσωτερικών και βιολογικών παραγόντων και της κληρονομικότητος». (Κ. Γ. Ραρδίκας τακτικός Καθηγητής της Εγκληματολογίας και Σωφρονιστικής εν τω Πανεπιστημίω Αθηνών).    

  1. Κακή Πολιτική Διοίκηση 

«Η μετά την λήξιν του πολέμου δυσχέρεια της εντάξεως εις τον εν ειρήνη κοινωνικόν βίον. οι εκ του πολέμου επιστρέφοντες δυσχερώς προσαρμόζονται από της ατάκτου ζωής του πολέμου εις τον ερρυθμισμένον κοινωνικόν βίον της ειρήνης» … «μετά τους ναπολεοντείους πολέμους παρετηρήθη αύξησις των φόνων, ληστειών και βιασμών» … «ολόκληρος η γενεά του πολέμου εγαλουχήθη δια της αρχής, ότι εἷς νόμος υπάρχει, η επιβίωσις του ισχυροτέρου και επιτηδειοτέρου και ουχί του ηθικωτέρου» (Κ. Γ. Γαρδίκας).

Συμπλέουσα προς την κατά τ’ ανωτέρω δυσχέρεια εντάξεως είναι και η κακή πολιτική διοίκηση. Κάνουμε μνεία του τρόπου άσκησης της διοίκησης κατά την οθωνικήν περίοδον. 

Η διάλυση των στρατευμάτων του Αγώνα και η δημιουργία ενός στρατού στελεχωμένου κυρίως από Βαυαρούς, οδήγησε στη φυσική εξουθένωση και στην οικονομική αποδυνάμωση των Αγωνιστών της Επανάστασης, οι οποίοι έμειναν χωρίς εργασία και επλήγησαν οικονομικά. 

Έτσι αρκετοί από αυτούς δεν μπόρεσαν να παραιτηθούν από τον προηγούμενον χαρακτήρα τους και διαμόρφωσαν τη ζωή τους με βάση τη βία και την αντίσταση, συγκροτώντας ληστρικές ομάδες. Απ’ ότι βλέπουμε, οι κύκλοι της κακής πολιτικής διοίκησης είναι εφαπτόμενοι και ενίοτε τεμνόμενοι με τους κύκλους των βιοτικών λόγων, οι οποίοι ευνόησαν τη ληστεία.

  1. Πολιτικοί:

Ο πολιτικός φανατισμός και οι σκοπιμότητες έπαιξαν ρόλον στη διατήρηση του φαινομνένου της ληστείας ως μηχανισμού παρέμβασης και επιβολής σε πολιτικές και ιδεολογίες. 

  Τούτο επιβεβαιώνουν οι ληστείες:

α. Του τραίνου στο Δοξαρά της Λάρισας 10 Απριλίου 1924. Η εφημερίδα ΕΜΠΡΟΣ της 11-4-1924 απέδωσε άμεσα πολιτικά κίνητρα στο συμβάν. Ο τότε Πρωθυπουργός Αλέξανδρος Παπαναστασίου σχεδόν αμέσως μόλις έγινε γνωστή η ληστεία και συγκεκριμένα στις δύο (2) τα ξημερώματα, εδήλωσε: «Η πράξις ως εκ των ενδείξεων και άλλων πληροφοριών, τας οποίας έχει η κυβέρνησις, είναι πολιτική, δεν απέβλεπε κυρίως εις την ληστείαν και εστρέφετο κατά της αμαξοστοιχίας δια της οποίας επέστρεφον. Η απόπειρα απέτυχε διότι η ιδική μας αμαξοστοιχία καθυστέρησε ώρας ολοκλήρους…» (Βασίλης Ι. Τζανακάρης δημοσιογράφος).

β. Στην Πίνδο στις 9 Σεπτεμβρίου 1929 η ληστρική συμμορία, με το προσωνύμιο Πατριάρχης της ληστοκρατίας ή γερόλυκος, σχεδίασε και εκτέλεσε μια από τις πλέον πολύκροτες ληστρικές ενέργειες, κατά τον 20ον αιώνα, καθ’ ότι αιχμαλώτισε 120 άτομα, μεταξύ των οποίων και τον γερουσιαστήν Σωτήρη Χατζηγάκη. Η αιχμαλωσία των απαχθέντων κράτησε μόλις επτά ημέρες, ωστόσο το συμβάν έλαβε πολιτικές διαστάσεις. (Νικόλαος Α. Αναστασόπουλος Επίκουρος Καθηγητής Νεώτερης και Σύγχρονης Ελληνικής Ιστορίας στο Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων). 

Παρατίθεται φωτογραφία του λήσταρχού Γιαγκούλα.

  1. Πολιτική διαφθορά.

Κατά τη μετάβαση από τον 19ο στον 20ο αιώνα επιβεβαιώνεται η σύνδεση της ληστείας και κατ’ επέκταση των ληστών με τις κοινωνικοπολιτικές πραγματικότητες της εποχής. Την εποχή εκείνη αναδεικνύεται η «πολιτική ληστεία», που χαρακτηριστικό της ήταν η πολιτική καταπίεση των ψηφοφόρων. Στη συγκεκριμένη περίπτωση οι ληστές χρησιμοποιήθηκαν από τους πολιτικούς είτε ως σωματοφύλακες είτε ως κομματάρχες, με αποτέλεσμα την εξάρτηση πολλές φορές των πολιτικών από τους ληστές.

Ο Βασίλης Ι. Τζανακάρης γράφει: «Έχομεν παραδείγματα πολιτικών υποθαλπόντων ληστάς και παραδείγματα ληστών οι οποίοι έστησαν τα λημέρια των μέσα εις τσιφλίκια βουλευτών και πανισχύρων πολιτευομένων. Ο Νταβέλης, ο Λίγκος, ο Κίτσος εισήρχοντο και εξήρχοντο ακωλύτως εις την πρωτεύουσαν χάρις εις την προστασίαν των πολιτευομένων».  

Αξίζει να αναφερθώ σε ένα περιστατικό, το οποίον εξελίχτηκε στον τόπον μας και το οποίον μαρτυρεί περίτρανα την πολιτική διαφθορά. Περί τα τέλη του 1800 και αρχές του 1900 είχεν εγκατασταθεί στην περιοχή του χωριού Μαλίκι – σημερινού Νησίου – Ηλείας ο λήσταρχος Δημήτριος Κάπαρης, ο οποίος ελυμαίνετο ολόκληρη την περιοχή. Ήτο άτομον τυχοδιωκτικόν και εκμεταλλεύετο κάθε αδυναμία. Οι χωρικοί της περιοχής στην αγανάκτησή τους και στην απελπισία τους επιχείρησαν να τον συλλάβουν και ο λήσταρχος σκότωσε δύο, έφυγε από την περιοχή και εγκαταστάθηκε στο πλέον ορεινό χωριό της Ηλείας τη Βερβινή – σημερινή Κρυόβρυση – στις υπώρειες του αλπικού όγκου του Ωλενού. Κατόρθωσε και βρήκε στήριγμα σε πολλά χωριά της περιοχής και συνέχισε την κακοποιόν του δράση. Πέραν των άλλων συμμετείχε και σε ακούσιες απαγωγές νεανίδων, προκειμένου να τις νυμφευθούν ορισμένοι «νταβαντζήδες του» (αδόκιμος όρος βέβαια, τον οποίον χρησιμοποιώ κατ’ οικονομίαν). Συμμετείχε – με πρωταγωνιστικόν ρόλον – στην απαγωγή της Πολυξένης Λερούνη από το χωριό Κέρτεζη Καλαβρύτων. Εσχεδίαζε και την απαγωγήν νεάνιδας από τους Καμενιάνους Καλαβρύτων, πλην οι προσωπικότητες του χωριού του ανέκοψαν τον σχεδιασμό εν τη γενέσει του (αφήγηση του παππού μου). Επίσης ο παππούς μου, μου είχεν αφηγηθεί ότι ο λήσταρχος υποστηριζόταν από πολιτικόν με βαρύγδουπο όνομα την εποχή εκείνη. Παρ’ ότι ήταν επικηρυγμένος, κατόρθωσε και μεσολάβησε άλλος πολιτικός, να παρουσιασθεί στις Αρχές, να περάσει από δίκη και να δικαστεί σε πέντε χρόνια κάθειρξη. Ως αμοιβή του εζήτησε ο πολιτικός να του δώσει τριακόσιες μιλιόρες (θηλυκά πρόβατα ηλικίας ενός έτους, εκ του Ιταλικού miliore, που σημαίνει το καλλίτερον). Μάλιστα στην Ερυμάνθιον Καπρίβαινα και συγκεκριμένα στον αυχένα Ζαχαριά αξίωσε από τον Σπυροχρήστον τον Φωτόπουλον να του δώσει μια μιλιόρα από το κοπάδι του. Ο Σπυροχρήστος καλύφτηκε στον κορμό του δένδρου, πρόβαλε το όπλον του (γκρα) και του είπε: «Τομάρι έχω και εγώ, τομάρι έχεις και εσύ, γκρα και εγώ, γκρα και εσύ, ρίξε». Σημειωτέον ότι ο λήσταρχος είχε όπλο μάλινχερ, το πλέον σύγχρονο την εποχή εκείνη.  Με το μάλινχερ – ως ατομικόν τυφέκιον – επολέμησεν ο Στρατός μας κατά τους Βαλκανικούς Πολέμους, τον Α΄ Παγκόσμιον Πόλεμον και την Μικρασιατικήν Εκστρατείαν.

Και για να επανέλθω, παρ’ ότι ο λήσταρχος ήτο αδίστακτος, ουδέν επεχείρησε κατά του νεαρού, καθ’ ότι εγνώριζε τι εσήμαιναν Καμενιάνοι, Δροβολοβό και Δεσινό, στα άρματα, στα γρόσια και στα γράμματα, την εποχή εκείνη.  

Συγκέντρωσε τις τριακόσιες μιλιόρες, για την αμοιβή του «προστάτη του» πολιτικού, τις οποίες κατένειμε σε κοπάδια «φίλων του».

Στη συνέχεια αξίωσε από μία νεάνιδα της Βερβινής ότι: «Αν δικαστώ πέντε χρόνια και μία ημέρα, να παντρευτείς, όμως αν δικαστώ πέντε χρόνια, θα περιμένεις να σε παντρευτώ». «Μα είμαι αρραβωνιασμένη», του απάντησε. «Ότι και αν είσαι, θα κάνεις εκείνο, που σου είπα», ήταν η τελευταία φράση του λήσταρχου. Ο μεγαλύτερος αδελφός της, ο Νικολής ο Χριστογιαννόπουλος, είπε στον μέλλοντα γαμβρόν του: «Τι θα κάνουμε; Θα μας την πάρει ο Κάπαρης τη γυναίκα»,. Εκείνος του απάντησε: «Δεν θα σκοτωθώ εγώ με τον Κάπαρη». Τότε ο Νικολής ο Χριστογιαννόπουλος εξοπλίστηκε με ένα γκρα και ένα δίκαννο, του έστησε ενέδρα μέσα σε ένα βατιώνα, πιο κάτω από τη Δρακότρυπα της Βερβινής, πλησίον σε ένα μονοπάτι που οδηγούσε στο χωριό Κακοτάρι. Όταν πλησίασε ο λήσταρχος, του φώναξε: «Ωρέ Μήτσο». Όταν γύρισε να κοιτάξει, με έναν πυροβολισμόν, με το δίκαννο στο στήθος, τον άφησε άπνουν. Στη συνέχεια επήρε το όπλο του λήσταρχου, το οποίον επήγε και παρέδωσε στην Εισαγγελία του Πύργου.

Ορισμένοι διαφωνούν και ισχυρίζονται ότι τον σκότωσε για μία Παναγούλα  την οποίαν διεκδικούσαν, τόσον ο Χριστογιαννόπουλος, όσον και ο Κάπαρης. Όμως, πέραν από την εμπεριστατωμένη αφήγηση του παππού μου και άλλων γερόντων, υπάρχει και έγγραφη τοποθέτηση του εκ Λεχουρίου Καλαβρύτων Νικολάου Σακελλαροπούλου, ο οποίος τοποθετείται με αδιάψευστα στοιχεία ότι ο Χριστογιαννόπουλος σκότωσε το λήσταρχο για την αδελφή του. Κατόρθωσα βέβαια και επικοινώνησα με επιγενομένους της Παναγούλας, οι οποίοι μου επιβεβαίωσαν εκείνο που μου είχεν αφηγηθεί ο παππούς μου και γράφει ο Νίκος ο Σακελλαρόπουλος.    

  1. Η μορφή της σύγχρονης ληστείας στη Χώρα μας.
  2. Γενικά: Όπως έχουν διαμορφωθεί σήμερα τα πράγματα, η ληστεία παρουσιάζει έξαρση στη Χώρα μας, κατά κύριον λόγον στα μεγάλα αστικά κέντρα.
  3. Εκδηλώνεται με ιδιαίτερη σκληρότητα κατά των παθόντων, η οποία ενίοτε φθάνει και μέχρι θάνατον.
  4. Αίτια:

α. Έχουν αυξηθεί τα άτομα, τα οποία στερούνται συγκροτημένης προσωπικότητας, για πολλούς και διαφόρους λόγους. Τα άτομα αυτά δεν είναι σε θέση να διαχειρίζονται αυτοτελώς τα μικρά και μεγάλα θέματα και προβλήματα, αλλά είναι εξαρτημένα κάθε φορά διαφόρων καταστάσεων, μηδέ εξαιρουμένων και των παθών τους, όπως είναι: 

– Η ροπή προς τον άτακτον βίον.

– Η φυγοπονία 

– Η φιλοχρηματία

– Τα ναρκωτικά. 

β. Έχει πάρει διαστάσεις το εισαγόμενο έγκλημα. 

γ. Με τις μεθόδους του Οικουμενισμού έχουν εισέλθει στη Χώρα μας μάζες ατόμων, οποθενδήποτε προερχομένων, για τα οποία «τις οίδε», πόσοι είναι φυγόδικοι ή φυγόποινοι και ρέπουν στη διάπραξη εγκλημάτων, όπως κλοπές, ληστείες, ανθρωποκτονίες κ.λπ.

δ. Τουλάχιστον, εκ της μελέτης του εγκλήματος της ληστείας στη Χώρα μας, έχει αχθεί το συμπέρασμα ότι το συγκεκριμένο έγκλημα – πέραν των άλλων – είναι και το «νεράκι», το οποίον ποτίζει την τσουκνίδα της τρομοκρατίας.

ε. Από τη συνεκτίμηση των όσων είπεν ο Αστυνομικός Διευθυντής του Ηνωμένου Βασιλείου Philip David, κατά την διάρκεια του διημέρου σεμιναρίου, που έλαβε χώραν στο MÜNSTER της πρώην Δυτικής Γερμανίας στις 3-5/5/1988, με θέμα τη βία στις αθλητικές και λοιπές δημόσιες συναθροίσεις, συμπεραίνουμε ότι η ληστεία είναι επίκουρος του Οργανωμένου Εγκλήματος. (Συνέντευξη του γράφοντος στην Εφημερίδα ΕΘΝΟΣ 16/1/1995, για τη βία στα γήπεδα).

  1. Προτάσεις: 
  2. Οι συναρμόδιοι φορείς μηδέ εξαιρουμένης και της οικογένειας, επιβάλλεται να μελετήσουν με λεπτομέρεια την εγκληματικότητα των νέων σε συνάρτηση με τον καλπάζουσα Τεχνικόν Πολιτισμόν και τα μηνύματα, τα οποία φθάνουν στα αυτιά και στα μάτια της νεολαίας μας, οποθενδήποτε προερχόμενα και να βρουν τη Χρυσή Τομή.

Δεν αρκεί μόνον η καταστολή. Αξ/κός της Μητροπολιτικής Αστυνομίας του Λονδίνου είχεν ειπεί στη δεκαετία του 1950 ότι: «Όσον αξίζει ένα δράμι πρόληψης, δεν αξίζουν εκατό οκάδες καταστολής».

  1. Εις ό,τι αφορά τα νοικοκυριά, «τα εν οίκω μη εν δήμω», «δίχως προδοσία κάστρο δεν πατιέται». Οι Ρεντζαίοι, πριν ή διαπράξουν τη φοβερή ληστεία στη θέση Πέτρα (ανωτέρω ΙΙΙ.3), είχαν συλλέξει πληροφορίες με κάθε λεπτομέρεια από κάποιους υπεύθυνους ευκολόπιστους. 

Φωτόπουλος Δ. Γεώργιος – Γεωργάκης

κάτοικος Πατρών