Η ανακοίνωση των μέτρων στήριξης ανέδειξε δύο διαστάσεις της ίδιας κατεύθυνσης με διαφορετική όμως βάση προτεραιοτήτων ως προς την στόχευση.
Αφ΄ενός την αμεσότητα με την οποία κινήθηκε η Κυβέρνηση την οποία κανείς δεν μπορεί να αμφισβητήσει καθώς πιστώνεται την ένταξη των ελληνικών ομολόγων στο πρόγραμμα αγοράς από την ΕΚΤ. Αφετέρου όμως την αδύναμη σε πρώτη φάση προσέγγιση των Ευρωπαίων ως προς την άμεση και αποτελεσματική προώθηση μέτρων αντιμετώπισης των οικονομικών προβλημάτων που θα επακολουθήσουν της πανδημίας. Ο μήνας που πέρασε μέχρι να αντιδράσουν συλλογικά υπήρξε αρκετός χρόνος για την διαχείριση τέτοιων κρίσεων.

Φαίνεται πως στην Ευρώπη σε περιόδους κρίσεων εξακολουθεί να αναδεικνύεται η χαρακτηριστική φράση του Ν. Σαρκοζί κατά την περίοδο 2008 «ο καθένας αναλαμβάνει να καθαρίσει τις δικές του ακαθαρσίες». Μερικά χρόνια μετά το 2008 δεν έχει καταστεί ακόμα δυνατόν η απλούστευση των διαδικασιών ενοποίησης, όπως η ουσιαστική τραπεζική ένωση, η αντιγραμμένη από τον Μ. Ντράγκι φράση που χρησιμοποίησε μετά το πρόσφατο Eurogroup ο πρόεδρος του Μ. Σεντένο «θα κάνουμε ότι χρειασθεί», δεν φαίνεται να είναι άμεση. Ηχεί περισσότερο σαν πρόφαση καθυστερήσεων μέχρι να «διαπιστωθεί» μία ισορροπημένη οικονομική πολιτική κρίσης.

Δυστυχώς εν μέσω μίας πρωτόγνωρης υβριδικής κρίσης δεν υπάρχει χρόνος στην Ευρώπη για μακροχρόνιες διαβουλεύσεις. Ούτε βέβαια για αποσπασματικά μέτρα εν αναμονή της σταδιακής ανάδειξης των επιπτώσεων. Το πρόγραμμα τλ αγοράς ομολόγων 750δις της ΕΚΤ, δεν φαίνεται να αρκεί αν κρίνουμε από τις αντιδράσεις των αγορών. Τα μέτρα έπρεπε και πρέπει να είναι άμεσα και υβριδικά. Δεν πρέπει να αφήνουν περιθώριο κατά κύριο λόγο στις αγορές να αμφισβητήσουν προθέσεις και αποτελεσματικότητα. Δεν υπάρχει χώρος για οικονομική και φιλοσοφική πολυγλωσσία χάριν διαμόρφωσης ενός συνολικού “Ευρωπαϊκού consensus” .

Όταν υπάρχει το προηγούμενο του 2008 και προετοιμάζεσαι για τα χειρότερα, το οδοιπορικό οικονομικών μέτρων πρέπεινα είναι προδιαγεγραμμένο και να παραπέμπει σε ενωμένη Ευρωζώνη. Στον βαθμό λοιπόν που οι Ευρωπαίοι έχουν καθορίσει μόνον το πλαίσιο των ευελιξιών, αλλά δεν έχουν αναδείξει ενιαίες πολιτικές, υπάρχουν σαφείς περιορισμοί στο εγχώριο πεδίο οικονομικής πολιτικής παρά το γεγονός ότι τα 12δις του προγράμματος αγοράς ομολόγων από την ΕΚΤ θα προσδώσει χρηματοδοτική ευελιξία.

Σίγουρα η παρούσα κατάσταση δεν προσφέρεται για ανάδειξη αντιπολιτευτικού λόγου, μικροπολιτικής στόχευσης. Λάθη ίσως και να έχουν γίνει μέχρι σήμερα. Όμως, εν μέσω κρίσης είμαι υποχρεωμένος να επισημάνω το γεγονός πως πολύ γρήγορα αναδείχθηκαν οργανωτικά αντανακλαστικά που δεν είχαμε συνηθίσει μέχρι σήμερα, καθώς και ευέλικτη –ίσως αποδοτικότερη- λειτουργία των κρατικών φορέων. Εισάγονται άμεσα νέες τεχνολογίες επικοινωνίας με το κράτος ή ακόμα στο εργασιακό και εκπαιδευτικό περιβάλλον που στο μέλλον μπορεί να δράσουν υποστηρικτικά της ανάπτυξης.

Το ουσιαστικότερο κέρδος – αν μπορεί να χρησιμοποιήσουμε αυτή την διατύπωση εν μέσω κρίσης- είναι η ανάδειξη μετά από πολλά χρόνια του φιλότιμου, της πειθαρχίας και της αυταπάρνησης των πολιτών. Στοιχεία που είχαμε να παρατηρήσουμε από την περίοδο των Ολυμπιακών αγώνων του 2004. Με μεγάλη δόση προσοχής θα τολμούσα να τονίσω πως ίσως η κρίση του κορωνοϊού θα μας βοηθήσει να αναδείξουμε την κρυμμένη πλευρά εδώ και χρόνια της συσπειρωτικής συλλειτουργίας μας. Μία ιδιαιτερότητα που η ευμάρεια των τελευταίων δεκαετιών προ της κρίσης των μνημονίων είχε εξαφανίσει πίσω από ένα πέπλο γενικού εφησυχασμού.

Ουδείς γνωρίζει ποιος είναι ως τώρα ο βαθμός συρρίκνωσης της Κινεζικής οικονομίας. Ουδείς μπορεί να προβλέψει ακόμα την ένταση της κρίσης στις ΗΠΑ την ίδια στιγμή που οι αναδυόμενες αγορές αντιμετωπίζουν την ταχύτερη κατάρρευση των τελευταίων τριάντα χρόνων. Αρκεί όμως η εκτίμηση της προέδρου της ΕΚΤ, Κ. Λαγκαρντ περί ύφεσης της τάξης του 5% για να γίνει αντιληπτή η αναγκαιότητα εισαγωγής νέων άμεσων υποστηρικτικών πολιτικών σε Πανευρωπαικό επίπεδο. Έχει φθάσει ο καιρός, η λογική της οικονομικής και όχι μόνον επιβίωσης της Ευρωζώνης να επικρατήσει ενός μονοδιάστατου ορθολογισμός, της Γερμανικής οικονομικής φιλοσοφίας. Άλλωστε η ένταση του με την οποία έκλεισαν εργοστάσια στην Ευρώπη μπορεί να συγκριθεί μόνον με εκείνη του Β Παγκοσμίου Πολέμου. Έχει φθάσει ο καιρός της έκδοσης του επί χρόνια συζητούμενου Ευρωομολόγου καθώς και η ευέλικτη χρήση των διαθεσίμων του ΕΣΜ.

Λύσεις όπως αυτή της παροχής ρευστότητας στο τραπεζικό σύστημα προϋποθέτει συνολική χρηματοδοτική διάθεση τραπεζικών ιδρυμάτων που μπορούν να σηκώσουν αυτό το βάρος. Στην χώρα μας εμφανής αδυναμία του τραπεζικού συστήματος να διαδραματίσει ρόλο προ της κρίσης, αναδεικνύει μία νέα προβληματική ως προς την δυνατότητα να προωθήσει τις υποστηρικτικές πολιτικές της κυβέρνησης. Οι τράπεζες έχουν ελάχιστες επιλογές χρηματοδότης ευελιξίας στην παρούσα φάση. Άλλωστε, εδώ και χρόνια λειτουργούν περισσότερο ως πωλητές παράλληλων προιόντων παρά ως ουσιαστικοί υποστηρικτές ανάπτυξης της επιχειρηματικότητας. Η φιλοσοφία της «συντήρησης» δεν είναι δυνατόν να βοηθήσει στην παρούσα φάση.

Κατά την έννοια αυτή η παροχή ρευστότητας απλά θα δώσει την δυνατότητα στο τραπεζικό σύστημα να ξεπεράσει το πρόβλημα. Δεν θα μπορέσει να προσδώσει μακροπρόθεσμα εργαλεία ενισχυτικής χρηματοδότησης σε όλες τις επιχειρήσεις χωρίς επιλογές και αποκλεισμούς. Επί της ουσίας δεν υπάρχει άμεσα το σύστημα εκείνο που θα επιτρέψει στην μαζικοποίηση της παροχής ρευστότητας στην οικονομία προς όλο το φάσμα των επιχειρήσεων.

Διέξοδοι υπάρχουν, όπως για παράδειγμα η δημιουργία «Περιφερειακών χρηματοδοτικών φορέων», η παροχή ευελιξιών στις Περιφέρειες και η ενεργοποίηση όλων των κονδυλίων ΕΣΠΑ που δεν έχουν χρησιμοποιηθεί λόγω αδράνειας με ταχύτατες διαδικασίες και γραφειοκρατική ευελιξία. Για να καταστεί αυτό δυνατόν όμως θα πρέπει η χρηματοδότηση μεγάλων αναπτυξιακών έργων να αναληφθεί από κεντρικά δομημένα Ευρωπαϊκά χρηματοδοτικά εργαλεία, ώστε να απελευθερωθούν κονδύλια για την ενίσχυση της επιχειρηματικότητας. Η «σίγουρη» και επιλεκτική χρηματοδότηση που ακολουθείται ως στρατηγική των εγχώριων τραπεζών, στην παρούσα συγκυρία είναι μονοδιάστατα αναπτυξιακή και περιορισμένης αποτελεσματικότητας.

Η πανδημία ανέδειξε με τον ποιο καθοριστικό τρόπο την επικρατούσα στρεβλότητα των οικονομιών και των αγορών. Ήταν αδύνατο άλλωστε, για παράδειγμα, να μην προκαλούσε προβληματισμό – σε όσους γνωρίζουν την ανάγνωση των αγορών- το γεγονός ότι η απόδοση του 5ετούς ελληνικού ομολόγου λίγο πριν την κρίση του «κοροναιού» βρισκόταν στο 0,3%, σημαντικά χαμηλότερη από εκείνη της τρίτης μεγαλύτερης οικονομίας της Ευρωζώνης. Σήμερα η απόδοση κινείται στο 1,9%, έχοντας ουσιαστικά εκτοξευθεί κατά περισσότερο από 500%.

Δυστυχώς, η διαρκής ποσοτική χαλάρωση των κεντρικών τραπεζών μετά το 2008, χωρίς ριζική δομική αλλαγή των λειτουργιών των οικονομιών της Ευρωζώνης, προκάλεσε ένα εκρηκτικό μείγμα αρνητικών εξελίξεων στις αγορές. Αρκούσε μία πρωτόγνωρη πανδημία για να αναδείξει τις αδυναμίες αυτές και να προκαλέσει ένα παγκόσμιο κλυδωνισμό των οικονομικών δραστηριοτήτων και μία κρίση η διάρκεια της οποίας παραμένει ακόμα απροσδιόριστη.

Το 2008 όμως ανέδειξε δύο ακόμα παραμέτρους. Η πρώτη αφορά το γεγονός ότι οι ΗΠΑ πήραν αποφάσεις άμεσες και εντός ολίγων ημερών είχε αρχίσει η υλοποίησή τους, την ίδια στιγμή που η ΕΕ ακόμα συζητάει για την τραπεζική ενοποίηση και την έκδοση Ευρωομολόγου. Η δεύτερη μας οδηγεί στον συμπέρασμα πως μετά την κρίση του 2008 η παγκοσμιοποίηση παρέμεινε ενεργή. Το 2020 δεν είμαι σίγουρος ότι θα μπορούμε τόσο εύκολα να ισχυρισθούμε το ίδιο.

ΠΗΓΗ- www.protothema.gr