Την 28ην Ιουλίου ε.ε. η έγκριτη Ιστοσελίδα Kalavrytapress εφιλοξένησε δημοσίευμά μου υπό τον τίτλον: «Ο νικηφόρος Ιούλιος του Ελληνικού Στρατού εις το Εσκί Σεχήρ δείχνει τον δρόμον».

Η επευφημία, η οποία -μεταξύ άλλων- εκυριάρχησεν από τους Στρατιώτες μας, ήταν: «Και στην Πόλη Κουμπάρε!» όταν ο Στρατηλάτης Βασιλεύς Κωνσταντίνος στις 18 Ιουλίου 1921 παρασημοφορούσε τις Σημαίες των νικηφόρων Συνταγμάτων και τους ανδραγαθήσαντες πολεμιστές κατά την προ δεκαημέρου (8 Ιουλίου 1921) διεξαχθείσαν μάχην του Εσκί Σεχήρ, κατά την οποίαν εστέφθησαν τα Ελληνικά όπλα.

Είναι η Μεγάλη Ιδέα, η οποία ενέπνευσε τον Ελληνισμόν από το 1821. 

«Στην Πόλη»! ήταν το σύνθημα, με το οποίον εξώρμησεν ο Στρατός μας το 1912. Και ένα στιγμιότυπον από την τελετήν απονομής των Παρασήμων Ανδρείας εις τους Αξιωματικούς και Οπλίτες. «Πώς σε λένε;» ερωτά ο Βασιλεύς έναν Τσολιά του 5/42 ηρωϊκού Συντάγματος (του Πλαστήρα). Ο Τσολιάς εις στάσιν προσοχής δίνει το όνομά του. «Από πού είσαι;» «Απ’ του Γαρδίκ’ του Νομού Φωκίδος Μεγαλειότατε», απαντά ο Τσολιάς ακίνητος. 

«Γεια σου λεβέντη μου»! Και συγχρόνως του δίνει ο Βασιλεύς το παράσημον.

«Και στην Πόλη Μεγαλειότατε»! εύχεται ο Τσολιάς, κάνοντας μεταβολήν και φεύγοντας.

Ειρήσθω εν παρόδω ότι «το 5/42 Σύνταγμα Ευζώνων, ο Υποστράτηγος Χαράλαμπος Κατσιμήτρος, Διοικητής της VIII Μεραρχίας, με συγκίνησιν, αγάπην και χαράν προϋπάντησεν εις τον Οικισμόν Μπαλντούμα τον Σεπτέμβριον του 1940, για να το ενσωματώσει το πανένδοξον και ιστορικόν 5/42 εις την VIII Μεραρχίαν, εις την Μεραρχίαν του και να το οδηγήση εις την ανεπανάληπτον Δόξαν του Καλπακίου». (Εγχειρίδιον υπό τον τίτλον: «ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ ΚΑΤΣΙΜΗΤΡΟΣ ΠΡΟΜΑΧΟΣ ΤΗΣ ΗΠΕΙΡΟΥ», του Αλεξάνδρου Σ. Τσουκανέλη καθηγητού οδοντιατρικής, εφέδρου Ανθυπιάτρου κατά τον Ελληνοϊταλικόν Πόλεμον 1940-1941). 

Επειδή από την αρχήν του παρόντος δημοσιεύματος κάνω λόγον για «κουμπαριά» του Στρατού μας με τον Στρατηλάτην Βασιλέα Κωνσταντίνον, παραθέτω εν συνεχεία τα ακόλουθα:

Συχνά ο παππούς μου Φωτόπουλος Ιωάννης του Γεωργάκη, βετεράνος των Βαλκανικών Πολέμων, έφερε κάθε φοράν εις την επικαιρότητα κατά τις αφηγήσεις του, το διαθρυλούμενον την εποχήν εκείνην: «Το είπεν ο Κουμπάρος και θα γίνη». Τον ερώτησα λοιπόν, από πού αυτή η «κουμπαριά» Στρατού και Βασιλέως; Εκείνος μου απάντησε: «Τότε εδώσαμε ένα ελάχιστον, ένα συμβολικόν χρηματικόν ποσόν  ο καθένας και εβαφτίσαμε την κόρην του Κωνσταντίνου, την Πριγκήπισσαν Αικατερίνην, η οποία εγεννήθη στις 4 Μαΐου του 1913, μεταξύ δύο πολέμων.

Τούτο έγινε, για να έχωμε στενώτερην επαφήν με τον Αρχιστράτηγον. Ήταν πάντα ανάμεσά μας ο κουμπάρος, μας έδινε θάρρος και εμπιστοσύνην».

Τόσον στενά ήταν συνδεδεμένοι, τόσην σύμπνοιαν είχε ο Στρατός μας με τον Στρατηλάτην Κωνσταντίνον, μετά του οποίου συμπολεμούσε, για την Ελευθερίαν. Πάντα, εάν θέλωμε να έχωμεν αίσιον αποτέλεσμα κατά τις κοινές μας προσπάθειες, επιβάλλεται να υπάρχη σύμπνοια του Λαού και εμπιστοσύνη εις την Πολιτικήν, Πολιτειακήν και Στρατιωτικήν Ηγεσίαν, πολύ δε περισσότερον όταν ο τόπος μας και η Χώρα μας γενικώτερον αντιμετωπίζει δύσκολες καταστάσεις. 

Τον αντίπαλον τον διευκολύνει και επιδιώκει το «διαίρει και βασίλευε» εις τον χώρον του απέναντι στρατοπέδου, το οποίον δυστυχώς συναντάμεν εις όλα τα μήκη και τα πλάτη της γης. Ως γνωστόν ο Μουσταφά Κεμάλ, προκειμένου να κάμψη την εμπιστοσύνην του Ελληνικού Στρατού προς τους Ηγήτορές του, είχεν εξαπολύσει την ψυχολογικήν επιχείρησιν: «Να είχα Έλληνες Στρατιώτες και Τούρκους αξιωματικούς». Όμως, τόσον ο Ελληνικός Στρατός, όσον και ο Ελληνικός Λαός δεν είναι τόσον αφελείς, όπως είχεν εκτιμήσει. Όταν και όπου οι περιστάσεις, το επέβαλαν, εδώσαμε δυναμικόν παρόν και είμεθα πανέτοιμοι καθ’ όλα, να αναμετρηθούμε εις οιονδήποτε πεδίον. Άλλωστε εις ουδέν υπολειπόμεθα.

Ας ενστερνιστούμε απολύτως το: «Αιέν αριστεύειν και υπείροχον έμμεναι άλλων, μηδέ γένος πατέρων αισχυνέμεν» (Όμηρος).

Ενταύθα οφείλω να επισημάνω ότι είναι όλως απαράδεκτον, είναι καταστροφικόν, «να τείνωμεν ευήκοον ους» εις τα διακηρυσσόμενα εκάστοτε από διάφορα φερέφωνα, από διάφορα γκλαφουνητάρια, τα οποία, είτε ηθελημένα, είτε αθέλητα εξυπηρετούν αλλότρια συμφέροντα.

Και για να επανέλθω, η «κουμπαριά», με την οποίαν ησχολήθην ανωτέρω, απ’ ό,τι προκύπτει, διετηρήθη και κατά την Μικρασιατικήν Εκστρατείαν, οπόθεν και η επευφημία: «Και στην Πόλη Κουμπάρε»! όταν ο Αρχιστράτηγος Βασιλεύς, μέσα σε κλίμα Εθνικής Υπερηφάνειας, κορυφώματος ενθουσιασμού και απόλυτης σύμπνοιας, απένειμε τα μετάλλια του Αριστείου Ανδρείας εις τις Σημαίες των Συνταγμάτων μας, των νικηφόρων Συνταγμάτων και εις τους ανδραγαθήσαντες κατά τις μάχες πολεμιστές.

Η σύμπνοια Λαού, Στρατού, Πολιτειακής και Πολιτικής Ηγεσίας κατά τους Βαλκανικούς Πολέμους (1912-1913), συνετέλεσε τα μέγιστα εις την δημιουργίαν της Μεγαλυνθείσης Νέας Ελλάδος, όπως επισημαίνει εις το Διάγγελμά του ο Πρωθυπουργός Ελευθέριος Βενιζέλος. «Αξιωματικοί, Υπαξιωματικοί, Στρατιώται και Ναύται, εσείς είσθε οι εργάται της Μεγαλυνθείσης Νέας Ελλάδος…….».

Έπειτα η κατά τ’ ανωτέρω σύμπνοια φαίνεται και από την πορείαν των γεγονότων, από την αλληλουχία των θριάμβων.

«Από των περάτων της διασποράς, έσπευσαν εις την Ήπειρον. Εις την Χώραν την μεγάλην δια την ζωήν του Έθνους….» (Αδαμαντίου Παναθήναια 1912 σελ. 98).  

«….. Τριακόσιοι Κρήτες, μεταξύ των οποίων εξέχοντες ιατροί, δικηγόροι, υπό την Αρχηγίαν του Βουλευτού Αττικής Κ. Μάνου, απετέλεσαν το Τάγμα των Γιγάντων και έλαβον μέρος εις το ηπειρωτικόν και μακεδονικόν Μέτωπον. Και την Κρήτην και την Κύπρον και την Ελλάδα όλην συνήγειρεν ο Ηπειρωτικός Αγών….» (Παναθήναια 1912-1913).

Άλλωστε το μεγαλείον, τόσον του Αρχιστρατήγου, του «Κουμπάρου», όσον και του Στρατού μας, του Αναδόχου της Πριγκήπισσας Αικατερίνης, εξήρε ακόμη και ο αντίπαλος. Εις συνδιάλεξιν του ανταποκριτού της «Εστίας» Νικ. Καρβούνη, με τον Εσσάτ Πασσά, δημοσιεύεται ο εξής διάλογος:

«- Επιτρέψατέ μου, στρατηγέ μου, να σας εκφράσω τον θαυμασμόν μας γενικώς δια την υπερήφανον άμυναν, την οποίαν αντετάξατε κατά των στρατευμάτων μας…»

«- Ευχαριστώ δια την φιλοφρόνησιον, αλλ’ εις εμέ μάλλον επιβάλλεται να σας εκφράσω τον ειλικρινή μου θαυμασμόν δια τον νέον στρατόν σας. αν αι προσπάθειαί μου δια την υπεράσπισιν της γενεθλίου μου πόλεως δεν εστέφθησαν υπό επιτυχίας, παρηγορούμαι αναλογιζόμενος ότι επολέμησα κατά πνευματώδους και πολυμηχάνου στρατηγού, κατά στρατού ηρωϊκού, αξίου μεγάλων παραδόσεων… Βεβαιωθήτε ότι δεν κατατρίβομαι εις μάταια κοπλιμέντα. οι νέοι σας αξιωματικοί επέδειξαν ανδρείαν ηρωϊκήν και ορμήν την οποίαν εζήλευσα. οι γηραιότεροι δεν ήσαν πλέον οι αξιωματικοί, τους οποίους είχα γνωρίσει άλλοτε… κάπου αλλού… Σας επαναλαμβάνω ότι είμαι τουλάχιστον ευχαριστημένος διότι η φορά των πραγμάτων μ’ έφερεν ηττημένον από τοιούτον στρατόν…». 

(ΠΑΝΑΘΗΝΑΙΑ 1912-13)   

Και σήμερον ο ίδιος εχθρός. Εγγενείς είναι και σήμερον οι εσωτερικές του αδυναμίες.    

Αλλά δεν αρκούν μόνον οι αδυναμίες του αντιπάλου. Ο κυριώτερος μοχλός των θριάμβων του 1912-13, ήταν η ψυχική ενότης του Ελληνικού Λαού – βασισμένη εις την εμπιστοσύνην της Στρατιωτικής Πολιτικής και Πολιτειακής Ηγεσίας – αδιατάρακτη από το 1910 μέχρι το 1915 – εποχήν κατά την οποίαν οι Έλληνες επήραν την Ελλάδα της Μελούνας, την ηττημένην του 1897, την έστησαν ορθήν, την έκαμαν ικανήν ν’ απολυτρώση τις Νέες Χώρες και να γίνη βιώσιμη.

Φωτόπουλος Δ. Γεώργιος – Γεωργάκης 

Εκ Μεγάλης Βρύσης Καμενιάνων Καλαβρύτων