Έχει αποδειχθεί ότι τα θύματα των εγκλημάτων σεξουαλικής βίας και κακοποίησης αντιμετωπίζουν σοβαρά προβλήματα κατά την κατάθεση τους στην αστυνομία, στο στάδιο των ιατροδικαστικών εξετάσεων, καθώς και κατά την εκδίκαση της υπόθεσής του στο αρμόδιο δικαστήριο. Τα προβλήματα αυτά έχουν καταστροφικές συνέπειες πάνω τους (βλ. Άγγελος Τσιγκρής: «Βιασμός: Το αθέατο έγκλημα», Εκδόσεις Σάκκουλα, 1996).

Τα περισσότερα θύματα δηλώνουν ότι αντιμετωπίζονται ταπεινωτικά και με δυσπιστία, διαπιστώνουν μια τάση για αρχειοθέτηση των υποθέσεων, ενώ δηλώνουν ότι η εμπειρία τους με το ποινικό σύστημα ήταν ιδιαίτερα επώδυνη.

Η εγκληματολογική έρευνα έχει αποδείξει ότι τρία είναι τα στοιχεία της δομής και της λειτουργίας των δικαστηρίων που κάνουν το θύμα σεξουαλικής βίας να αισθάνεται ότι θυματοποιείται για δεύτερη φορά:

Οι καθυστερήσεις στη διαδικασία, οι οποίες είναι ο κανόνας και όχι η εξαίρεση.
Η δημοσιότητα της δίκης, που υποχρεώνει τα θύματα να επαναλάβουν δημόσια λεπτομέρειες του βιασμού τους, καθώς και άλλες που άπτονται της προσωπικής τους ζωής.
Tο θύμα και ο δράστης αντιμετωπίζονται με σχεδόν τον ίδιο τρόπο. Το ποινικό δικονομικό μας σύστημα ορίζει ότι μόνο ο κατηγορούμενος δικάζεται στο δικαστήριο. Όμως, κατά τη διάρκεια της ποινικής δίκης του βιασμού, γίνεται σαφές ότι στο μυαλό των παριστάμενων ατόμων δε δικάζεται μόνο ο δράστης, αλλά και το θύμα.

Προκειμένου να αντιμετωπιστεί το παραπάνω κλίμα, προτείνω τις ακόλουθες αλλαγές στο στάδιο της εκδίκασης των εγκλημάτων σεξουαλικής βίας και κακοποίησης:

Άμεση εκδίκαση των υποθέσεων, με στόχο να μην παρατείνεται η ταλαιπωρία των θυμάτων.
Παρέκκλιση από την αρχή της δημοσιότητας στις δίκες βιασμού.
Απαγόρευση των αναφορών και των υπαινιγμών για την προσωπική ζωή των θυμάτων και για άλλα άσχετα με την υπόθεση γεγονότα.
Να παρέχονται οδηγίες στους ενόρκους έτσι ώστε να κρίνουν με βάση το νόμο και όχι με βάση τις προκαταλήψεις και τα ευρέως διαδεδομένα στερεότυπα,
Να αναλαμβάνονται οι υποθέσεις βιασμού από γυναίκες εισαγγελείς.
Η σύνθεση των δικαστηρίων να αποτελείται από δικαστές και των δύο φύλων.
Να διώκονται αυστηρά οι αθέμιτες οικονομικές συναλλαγές ανάμεσα στο δράστη και το θύμα.
Ειδική μετεκπαίδευση και επιμόρφωση των δικαστικών λειτουργών, που ασχολούνται με τέτοιου είδους υποθέσεις, πάνω στις ιδιαιτερότητες του εγκλήματος αυτού του τύπου.

Ο δικηγόρος Άγγελος Τσιγκρής διδάσκει Εγκληματολογία στην Ελλάδα και την Κύπρο. Έχει διατελέσει γενικός γραμματέας του Υπουργείου Δικαιοσύνης, εκπρόσωπος της Ελλάδας στη Μόνιμη Επιτροπή Επιχειρησιακής Συνεργασίας για την Εσωτερική Ασφάλεια στην Ευρώπη (COSI) του Συμβουλίου της ΕΕ και στη Μόνιμη Αντιπροσωπία του ΟΗΕ για την Πρόληψη του Εγκλήματος και την Ποινική Δικαιοσύνη.