Ο Τουρκοαιγύπτιος Ιμπραήμ, μετά τήν «πύρρειο νίκη» στό Μεσολόγγι (Απρίλιος του 1826), επέστρεψε στήν Πάτρα. Τού είχαν απομείνει μόνο 3500 τακτικοί στρατιώτες καί είχε άμεση ανάγκη ενισχύσεων. Χωρίς νά χάσει καιρό έστειλε τόν Δελή Αχμέτ, πού είχε αφήσει ως φρουρά στό κάστρο τής Πάτρας, νά ρημάξει τή Γαστούνη καί στή συνέχεια τόν διέταξε νά κατευθυνθεί στή Μεσσηνία καί νά ζητήσει ενισχύσεις από τά κάστρα τής Μεθώνης καί τής Κορώνης. Ο ίδιος μέ τό στράτευμά του καί πολλούς ατάκτους πού συγκέντρωσε, κατευθύνθηκε στίς αρχές Μαΐου 1826 πρός τά Καλάβρυτα μέ τελικό προορισμό τήν Τριπολιτσά. Ταυτόχρονα ο Γάλλος εξομώτης Σουλεϊμάν μπέης βγήκε από τά μεσσηνιακά κάστρα καί επιτέθηκε στίς δυνάμεις τού Νικηταρά, τού Δημητρίου Πλαπούτα, τού Δήμου Κανελλόπουλου καί τού Γεωργίου Σισίνη πού βρίσκονταν στήν επαρχία τής Αρχαίας Ολυμπίας.

Οι μουσουλμάνοι τού Σουλεϊμάν έσπειραν τόν τρόμο στήν περιοχή καί έκαψαν τά χωριά Ζαχάρω, Άλβενα (Μίνθη), Γραίκα σκοτώνοντας τούς άνδρες καί σκλαβώνοντας τά γυναικόπαιδα. Στή συνέχεια πολιόρκησαν τούς κατοίκους τής Αγουλινίτσας πού είχαν καταφύγει μέ τίς οικογένειές τους στά νησιά τής λίμνης. Οι ενισχύσεις πού κατέφθασαν μέ τούς Λεονταρίτες τού Νικηταρά, καί τούς Τριφυλίους τού Γεωργίου Γρηγοριάδη, τού Διονυσίου Παπαθεοδώρου καί τών αδελφών Αναγνώστη καί Αδάμ Παπατσώρη στή θέση Κλειδί μεταξύ τών λιμνών τής Αγουλινίτσας καί τού Καϊάφα, έσωσαν τούς κατοίκους από βέβαιο θάνατο. Οι Αιγύπτιοι στρατιώτες υποχώρησαν καί επέστρεψαν στή Μεσσηνία έχοντας πετύχει τόν σκοπό τους, ο οποίος ήταν νά μήν παρενοχληθεί ο Ιμπραήμ στήν πορεία του πρός τήν Τριπολιτσά από τά ελληνικά στρατεύματα.

Πράγματι: ο Ιμπραήμ εισέβαλλε στήν επαρχία Καλαβρύτων ατουφέκιστος, μέ εξαίρεση τόν Γεώργιο Λεχουρίτη, πού τόν παρενόχλησε στό χωριό Νεζερά. Οι φήμες τόν έφερναν νά κατεβαίνει στήν Τριπολιτσά μέ 40000 στρατιώτες έχοντας παρά τώ πλευρώ του τόν Κιουταχή πασά. Οι έντρομοι κάτοικοι τών επαρχιών σκόρπισαν στά βουνά καί στά λαγκάδια, ενώ δέν ήταν λίγοι αυτοί πού ταξίδεψαν μαζί μέ τά ζωντανά τους στό μοναδικό ασφαλές καταφύγιο τού Μοριά, τή Μάνη.

Στίς 4 Μαΐου 1826, ο Αιγύπτιος πασάς έφτασε στή μονή τής Αγίας Λαύρας, καίγοντας, λεηλατώντας καί καταστρέφοντας τά Καλαβρυτοχώρια. Ο βάρβαρος μουσουλμάνος κατέκαψε τήν ιστορική μονή πού είχε ιδρύσει ο ασκητής Ευγένιος στά χρόνια τού Νικηφόρου Φωκά (961) καί σύμφωνα μέ τούς ιστορικούς τής εποχής, κάθισε νά απολαύσει τό θέαμα. Ευτυχώς οι μοναχοί είχαν προλάβει νά μεταφέρουν τούς θησαυρούς καί τά κειμήλια τής μονής στό Μέγα Σπήλαιο.

Τήν επόμενη ημέρα (05 Μαϊου 1826), ο Ιμπραήμ χωρίς νά συναντήσει καμία αντίσταση, έφτασε μέ τή βοήθεια ενός Τούρκου Καλαβρυτινού στά Κλουκινοχώρια τής Αιγιάλειας (Αγρίδι, Αγία Βαρβάρα, Ζαρούχλα, Σόλο, Περιστέρα), στούς πρόποδες τού όρους Χελμού, τά οποία ο Οθωμανός πασάς επίσης κατέκαψε καί λεηλάτησε. Οι οπλαρχηγοί Αναγνώστης Καλογριάς, Νικόλαος Σολιώτης καί Γκολφίνος Πετμεζάς οχυρώθηκαν στή θέση Καστράκι μαζί μέ 8000 γυναικόπαιδα καί περίμεναν τόν εχθρό. Οι Τουρκοαιγύπτιοι τού Ιμπραήμ μαζί μέ τούς Τουρκαλβανούς τών Πατρών επιτέθηκαν μέ σφοδρότητα καί μετά από φοβερή μάχη οι Έλληνες υποχώρησαν αφήνοντας στό έλεος τού εχθρού πολλά από τά ανυπεράσπιστα γυναικόπαιδα καί στό πεδίο τής μάχης πάνω από 300 νεκρούς. Σύμφωνα μέ τόν Διονύσιο Κόκκινο, οι μουσουλμάνοι έσφαξαν μέ απίστευτη βαρβαρότητα πάνω από 1000 αμάχους, ενώ δέν ήταν λίγες εκείνες οι γυναίκες πού προτίμησαν νά πέσουν μέ τά μωρά τους από τά βράχια γιά νά μήν πιαστούν αιχμάλωτες από τους Τουρκοάραβες, γράφοντας ένα νέο αλλά άγνωστο Ζάλογγο.

Πράγματι: στο Καστράκι των Καλαβρίτων 600 γυναικόπαιδα γκρεμίστηκαν στα βάραθρα του Χελμού, διακόσιοι σκοτώθηκαν και 250 αιχμαλωτήσθηκαν. Μία γυναίκα πού υπηρετούσε τήν οικογένεια τού Αναγνώστη Πετμεζά, έτρεχε μέ τά δύο μικρά παιδιά τού αφέντη της πάνω στά χιονοσκέπαστα βουνά, ακολουθούμενη κατά πόδας από Αιγύπτιους στρατιώτες. Μόλις κατάλαβε ότι ένας μουσουλμάνος θά τήν έπιανε, άφησε τά παιδιά καί τόν περίμενε στό χείλος τού γκρεμού, προσποιούμενη ότι παραδιδόταν. Μόλις εκείνος τήν έπιασε καί πήγε νά τήν βιάσει, τόν έσπρωξε καί έπεσαν καί οι δύο κάτω από τό βράχο. Ανάμεσα στούς εκατοντάδες αιχμαλώτους πού πιάστηκαν καί τελικά χάθηκαν στά σκλαβοπάζαρα τής Μπαρμπαριάς ήταν καί η οικογένεια τού γενναίου αγωνιστή Σολιώτη.

Από τά Κλουκινοχώρια ο Ιμπραήμ έστειλε 600 ιππείς νά κυριεύσουν τή μονή τού Μεγάλου Σπηλαίου όπου είχε οχυρωθεί ο Νικόλαος Πετμεζάς μέ 150 άνδρες. Όμως η θέση τής μονής καί οι σφαίρες τών Πετμεζαίων τόν απέτρεψαν από τό εγχείρημά του. Ο Ιμπραήμ συνέχισε τήν πορεία του καίγοντας τό Βραχνί, τό Σούβαρδο, τή Ζαχλωρού, τά Καλάβρυτα, τήν Κερπινή καί στίς 8 Μαΐου 1826 έφθασε στήν Τριπολιτσά σέρνοντας μαζί του χιλιάδες γυναικόπαιδα καί πολλά λάφυρα. Από τήν Τριπολιτσά έστειλε ένα σώμα στρατού δυτικά πρός τά χωριά Καρύταινα, Βυτίνα, Βαλτεσινίκο, Λαγκάδια, Σέρβο καί Ζυγοβίστι, ένα δεύτερο σώμα νότια πρός τό Λεοντάρι καί τό Άκοβο καί ένα τρίτο σώμα πρός τά χωριά Άγιος Πέτρος, Βέρβαινα, Δολιανά, Βρέσθενα, Μπαρμπίτσα (Βαρβίτσα), Πραστός, Μελιγού, Πλάτανος, Καστάνιτσα καί Καστρί. Η διαταγή πρός τούς αξιωματικούς του ήταν νά καταστρέψουν κάθε ίχνος αντίστασης, νά αρπάξουν ζώα, νά λεηλατήσουν, νά αφανίσουν καί νά αιχμαλωτίσουν τούς κατοίκους τών χωριών αυτών. Οι Χριστιανοί έντρομοι είτε σκαρφάλωναν
στά πιό απόκρημνα βουνά, είτε κρύβονταν στά πιό βαθιά φαράγγια γιά νά προστατευτούν από τίς τουρκικές ορδές…

Η/Υ ΠΗΓΗ:
http://users.sch.gr/fstav/epanastasis/epanastasis31.html

http://www.orp.gr