Σαν σήμερα το 1827 μια μάχη με ισχυρό συμβολισμό έλαβε χώρα στην Ιερά μονή Μ. Σπηλαίου.

Αποσπάσματα από την εκφώνηση του πανηγυρικού της ημέρας από τον κ. Δημήτρη Σταθακόπουλο, το 2011, στις εκδηλώσεις για την μάχη του Μεγάλου Σπηλαίου.

Με τα Καλαβρυτοχώρια, την Αγ. Λαύρα και τα Καλάβρυτα άνοιξε ο επικός αγώνας της ανεξαρτησίας του ’21 και στην ίδια μαρτυρική γη έκλεισαν οι χερσαίες μάχες του Ιμπραήμ στο Μοριά, με «καλογερικό ντουφέκι» στο Μ. Σπήλαιο έως που ήρθε η ώρα της κατατροπώσεώς του στο Ναβαρίνο και την οριστική αποχώρησή του.

Η μάχη του Μ. Σπηλαίου

Περί τα μέσα Ιουνίου 1827, ο Ιμπραήμ Πασά περιφερόμενος και κατακαίοντας τον Μοριά, στρατοπέδευσε στη Σάλμαινα Καλαβρύτων, κοντά στην Βυσωκά ( Σκεπαστό ). Σκοπός του ήταν οι δηώσεις, η κάμψη του ηθικού των επαναστατημένων και φυσικά η λαφυραγωγία/ ληστεία των δύο ιερών μονών της περιοχής που αποτελούσαν σύμβολα , αλλά και προπύργια της επαναστάσεως, ήτοι της αγ. Λαύρας και του Μ. Σπηλαίου.

Στην περίπτωση που μας ενδιαφέρει, οι μοναχοί του Μ. Σπηλαίου, αντιλαμβανόμενοι τον κίνδυνο, ζήτησαν από τον Γέρο του Μοριά Θ.Κολοκοτρώνη ( ευρισκόμενο τότε είς Βόχαν Κορινθίας ) στρατιωτική ενίσχυση, με άγγελους μηνύματος το Νικ. Πετμεζά και τους μοναχούς Ιωάννη Κανελλόπουλο και Παγκράτιο Πολυζωγόπουλο, η οποία βοήθεια έφτασε αμέσως στη μονή αποτελούμενη από τμήμα της σωματοφυλακής του γενικού Αρχηγού, με επικεφαλής τον υπασπιστή του Φωτάκο.

Στις 21 Ιουνίου 1827, αυτό που ανέμεναν οι μοναχοί συνέβη. Ο Ιμπραήμ απέστειλε τελεσίγραφο αμαχητί παράδοσης της μονής, ειδάλλως θα την κατέστρεφε. Για την ιστορική τεκμηρίωση η επιστολή του Ιμπραήμ που υπογράφεται από τον Σάμη Εφέντι είχε ως εξής:

Εὐγενέστατε ἡγούμενε καὶ ἐπίλοιποι παπάδες καὶ καλόγεροι Μεγάλου Σπηλαίου.

Σὰς σημειώνω ὅτι εἴμεθα φερμένοι μὲ τὸν ὑψηλότατον Ἰμβραὴμ Πασὰν ἀφέντη μας εἰς κάμπον Καλαβρύτων ἐδῶ καὶ τέσσαρες ἡμέρες προτηνότερα καὶ ἔχομεν μεγάλας ὀρδινίας καὶ ἑτοιμασίας διὰ τὴν πολιορκίαν μοναστηρίου Μεγάλου Σπηλαίου. Καὶ ὡς τάχυ προσμένομεν νὰ μᾶς ἔλθουν καὶ τόπια καὶ αἱ μπόμπες καὶ ἀρκετὰ σύνεργα διὰ μῆνες καὶ ἔπειτα ἀπὸ μία ἡ καὶ δυὸ ἡμέρας νὰ ρίξωμεν τὰ ὀρδιά μας περὶ πολιορκίας τοῦ μοναστηρίου, εἰς αὐτὰ τὰ μέρη διὰ τοῦτο σᾶς φανερώνω ὅτι νὰ λυπηθῆτε τὸ μοναστήρι σας νὰ μὴν τύχῃ καὶ χαλάσῃ καὶ ὅ,τι εἰς τὸν ἄλλον καιρὸν δὲν ἐχάλασε μὴν τύχη καὶ χαλάση: καὶ τώρα μάλιστα οἱ πλέον ἄγνωστοι (οἱ ἀμαθέστεροι) ἀπὸ λόγου σας ἦρθαν καὶ προσεκύνησαν τὸν ἀφέντη μας καὶ ἐγλύτωσαν τὰ χωριά τους καὶ τόσον λαὸ καὶ τὴν ζωήν τους καὶ τὸ πράγμα τους. Λοιπὸν τοῦ λόγου σας εἶσθε γνωστικότεροι ἀπὸ ἐκείνους καὶ θέλει στοχασθῆτε τὸ κάθε πράγμα καλλίτερα. Παρὰ πάνω δὲν σᾶς γράφω, θέλει πληροφορηθῆτε καὶ ἀπὸ τὸ γράμμα τοῦ φίλου μου τοῦ Φωτήλα, θέλει σᾶς συμβουλεύση ὁ ἴδιος.

Ἡγούμενε, θέλει στοχαστῇς ἐτοῦτο τὸ κίνημα τῶν Ρωμαίων δὲν θέλει εὔγει σὲ κεφάλι. Λοιπὸν σὰν φρόνιμος ὁποῦ εἶσαι στοχάσου βαθειὰ πῶς δὲν εὑρίσκεις καλὸ τέλος καὶ θὰ εἶσαι νικημένος θέλεις ἐξεύρη ὅτι αὐτὸ ὅπου σᾶς γράφω, τὸ γράφω μὲ τοῦ ὑψηλοτάτου ἀφέντη μας τὸν ὁρισμὸν καὶ νὰ μὲ ἀποκριθῆτε εἰς τὰ ὅσα σᾶς γράφω.

Σάμη Ἐφέντι τῇ 21ῃ Ἰουνίου 1827 Σεγνεζτὶπ ἐφέντι (Τ.Σ.)»

Μετά από σύσκεψη οι μοναχοί του Μ. Σπηλαίου δια στόματος και γραφής του ηγουμένου Δαμασκηνού , ως άλλοι Λεωνίδες ή Παλαιολόγοι απάντησαν τα εξής στις 22 Ιουνίου 1827:

« Ὑψηλότατε ἀρχηγὲ τῶν Ὀθωμανικῶν ἁρμάτων, χαῖρε.

Ἐλάβαμεν τὸ γράμμα σου καὶ εἴδομεν τὰ ὅσα γράφεις, ἠξεύρομεν πὼς εἶσαι εἰς τὸν κάμπον τῶν Καλαβρύτων πολλὰς ἡμέρας καὶ ὅτι ἔχεις ὅλα τὰ μέσα τοῦ πολέμου. Ἡμεῖς διὰ νὰ προσκυνήσωμεν εἶναι ἀδύνατον, διότι εἴμεθα ὁρκισμένοι εἰς τὴν πίστιν μας, ἢ νὰ ἐλευθερωθῶμεν ἢ νὰ ἀποθάνωμεν πολεμοῦντες καὶ κατὰ τὸ χαΐνι μας δὲν γίνεται νὰ χαλάση ὁ ἱερὸς ὅρκος τῆς πατρίδος μας. Σὲ συμβουλεύουμε ὅμως νὰ ὑπάγης νὰ πολεμήσῃς σὲ ἄλλα μέρη, διότι, ἂν ἔλθης ἐδῶ νὰ μᾶς πολεμήσῃς καὶ μᾶς νικήσῃς, δὲν εἶναι μεγάλον κακόν, διότι θὰ νικήσης παπάδες, ἂν ὅμως νικηθῆς, τὸ ὁποῖον ἐλπίζομεν ἄφευκτα, μὲ τὴν δύναμιν τοῦ Θεοῦ, διότι ἔχομεν καὶ θέσιν δυνατὴν καὶ θὰ εἶναι ἐντροπή σας καὶ τότε οἱ Ἕλληνες θὰ ἐγκαρδιωθοῦν καὶ θὰ σὲ κυνηγοῦν πανταχοῦ. Ταῦτα σὲ συμβουλεύομεν καὶ ἡμεῖς, κᾶμε ὡς γνωστικὸς τὸ συμφέρον σου, ἔχομεν καὶ γράμματα ἀπὸ τὴν βουλὴν καὶ ἀπὸ τὸν ἀρχιστράτηγον Θεόδωρον Κολοκοτρώνην, ὅτι εἰς πάσαν περίπτωσιν πολλὴν βοήθειαν θὰ μᾶς στείλη, παλληκάρια καὶ τροφὰς καὶ ὅτι ἢ θὰ ἐλευθερωθῶμεν τάχιστα ἢ θὰ ἀποθάνωμεν κατὰ τὸν ἱερὸν ὅρκον τῆς Πατρίδος μας.

ΔΑΜΑΣΚΗΝΟΣ
Ὁ Ἡγούμενος καὶ σὺν ἐμοὶ παπάδες καὶ καλόγεροι
τῇ 22ᾳ Ἰουνίου 1827, Μέγα Σπήλαιον»

Αναπόφευκτα, το πρωί της 24ης Ιουνίου 1827, άρχισε η μάχη στον ψηλό Σταυρό ανατολικά της μονής, ενώ λόγω της σθεναρής αντίστασης και των απωλειών, ο Ιμπραήμ διέταξε να μπει στη μάχη και το ιππικό μέσω Βουραϊκού ποταμού. Με την βοήθεια της Παναγίας, όπως ανέφεραν οι μοναχοί, και αρχηγό τους τον μοναχό Γεράσιμο Τυρολό, ο ηγέτης των Ελλήνων στη μάχη αυτή Νικ. Πετμεζάς, συνεπικουρούμενος από τους Φωτάκο, Μέλλιο και Σαρδελιάνο με τα στρατεύματά τους, απωθούσαν τους εχθρούς επί 13 ώρες ανηλεούς μάχης κατά την οποία σκοτώθηκαν 650 αντίπαλοι και 3 αγωνιστές μεταξύ των οποίων ο εκ Κερπινής προαναφερόμενος Ανδρέας Σαρδελιάνος. Μετά από αυτά ο Ιμπραήμ αποτραβήχτηκε ηττημένος και άπραγος προς τη νότια Πελοπόννησο.

Η εξιστόρηση της μάχης, αυτή καθ’ αυτή, είναι λίγο πολύ γνωστή στους ερευνητές, ενώ σε κάθε περίπτωση έγινε περαιτέρω γνωστή με την καθιέρωση της εκδήλωσης μνήμης με την πρωτοβουλία της ΠΓΚ και επομένως, έστω και εάν ισχύει το « επανάληψις μήτηρ μαθήσεως », επέλεξα ν’ αναφερθώ λιγότερα στα γεγονότα , μη επαναλαμβάνοντάς τα και περισσότερο στο διαχρονικό μήνυμα της μάχης αυτής, καθώς και στον εν γένει ρόλο της εκκλησίας κατά τη διάρκεια του αγώνα .

Οι εθνικές επέτειοι και οι γιορτές μνήμης σαν την σημερινή, κατά την ταπεινή μου άποψη, δεν είναι μόνον ιερατικά μνημόσυνα ούτε ευκαιρία για παρελθοντολαγνεία ( περασμένα μεγαλεία και διηγώντας να κλαις), αντιθέτως είναι γιορτές αναστοχασμού, αυτοκριτικής και ώθησης με έμπνευση προς το μέλλον, σε μια αγαστή συνεργασία όπου το διαχρονικό «Αξιακό» υφέν συνδέει το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον σ’ ένα χωροχρονικό συνεχές.

Ενώπιον της ιεράς σεπτής και θαυματουργής εικόνας της Παναγιάς μας, του Ευαγγελιστή Λουκά, αδελφής των εικόνων της Τήνου και της Σουμελά , στην μονή της μεγαλοσπηλιώτισσας που πρέπει να ιδρύθηκε στα 840 μ.Χ , υπό τον βράχο και το βάρος της ιστορίας της μονής και την ανάμνηση του εκ μητρός προγόνου μου μοναχού Συμεών Τσερνοτόπουλου που κάηκε στην πυρκαγιά του 1639, θ’ αναφερθώ στο παρελθόν, το παρόν και θα πιθανολογήσω / ευχηθώ/ ονειρευτώ το μέλλον της πατρίδας μας, με αφορμή την μάχη των μοναχών και λοιπών αγωνιστών τον Ιούνιο του 1827 κατά του Ιμπραήμ Πασά.

Δημήτης Σταθακόπουλος