1. Φραγκόραχη.

Εις την κορυφήν του όρους αυτού, υψόμετρο 1600 μ., είχαν εγκαταστάσεις (παρατηρητήρια) οι Φράγκοι, οπόθεν και το τοπωνύμιον.

Με τις εγκαταστάσεις αυτές έκαναν συλλογήν στρατηγικών πληροφοριών μέχρι και από την θαλάσσιαν περιοχήν της Ηλείας. 

Η Φραγκόραχη είναι βουνό με αλπικόν τοπίον και δεσπόζει των αυχένων Καμενιανίτικου διάσελου και Αμπλισκού (Κερασωβινού διάσελου).

Κατά μίαν εκδοχήν από τα διάσελα αυτά διήλθεν ο Παλαιών Πατρών Γερμανός, οδηγούμενος από φίλια στρατεύματα, εκ Δροβολοβού προς Γαστούνην, κατά τον εμφύλιον πόλεμον (1823-1825). (Περιοδικόν «ΕΚΚΛΗΣΙΑ» της Ιεράς Συνόδου 15 Ιουλίου – 15 Αυγούστου 1954).

Ανατολικά του Αμπλισκού ευρίσκεται το γραφικόν ύψωμα Αποστολιά (υψόμ. 1.100 μ. περίπου). 

Η Αποστολιά έχει θέαν προς το δάσος της Φολόης και την θαλάσσιαν περιοχήν Κατάκωλου. 

Το τοπωνύμιον Αποστολιά εκ του ονόματος της συζύγου του τσέλιγκα Αποστόλη από τους Καμενιάνους του οποίου δεν γνωρίζομε το επώνυμον, ούτε την οικογενειακήν του συνέχειαν.

Η Αποστολιά (σύζυγος Αποστόλη) προσεβλήθη από τη μεταδοτικήν νόσον πανώλην, απεβίωσε και ετάφη στο προαναφερόμενον ύψωμα, καθ’ ότι ουδείς τολμούσε να μεταφέρει σορόν αποβιώσαντος εκ πανώλης, προκειμένου  να ταφή εις Κοιμητήριον.

φωτογραφία από hikingexperience.gr

«Ο ιστοριογράφος της Σιένα Ανιόλο ντι Τούρα (Agnolo di Jure), στη βόρεια Ιταλία, αναφέρει πως δεν υπήρχε κανείς πρόθυμος να θάψει τους νεκρούς, ακόμη και τα ίδια τα πέντε παιδιά του».

«Η πανώλη ή πανούκλα είναι οξεία λοιμώδης νόσος και μεταδίδεται στον άνθρωπον από το τσίμπημα ψύλλων, που παρασιτούν σε άρρωστο μαύρο αρουραίο».      

Με την πάροδον του χρόνου, οι γεωλογικές ανακατατάξεις εις την περιοχήν έφεραν εις την επιφάνειαν του εδάφους τα οστά της Αποστολιάς, τα οποία περισυνέλεξαν ποιμένες από τους Καμενιάνους, τα μετέφεραν στο κοιμητήριον του χωριού μας, το οποίον ευρίσκετο βορείως και εγγύς του Ι. Ν. Αγίου Αθανασίου και όταν το κοιμητήριον μετεφέρθη εις τον Ι.Ν. Αγίου Κωνσταντίνου, τα οστά ερρίφθησαν εις το χωνευτήριον, το οποίον ευρίσκεται εντός του κωδωνοστασίου του Αγίου Αθανασίου. (Αφηγήσεις γερόντων, γεννηθέντων το 1884 και ενωρίτερον).

Παρόμοιον περιστατικόν υπήρξε στο χωριό μας Καμενιάνους με τα οστά της Φλωρούς, συζύγου – του πρώτου Δημογέροντος των Καμενιάνων μετά την Απελευθέρωσιν – του Φώτη του Γεωργακόπουλου ή Φωτόπουλου ή Φώτη του Γεωργάκη.

Η Φλωρού, προσβληθείσα από πανώλη, απεβίωσε και ετάφη στο κατώϊ της κατοικίας της, για τον λόγον που έχω ήδη προαναφέρει. 

Τα οστά της ευρέθησαν κατά την εκσκαφήν θεμελίων της καινούργιας των κατοικίας από τους δισεγγονούς αυτής Γεώργιον Παναγόπουλον και Αριστόβουλον Παναγόπουλον ή Καράκαλον. Εις την συνέχειαν εναπέθεσαν αυτά εις το χωνευτήριον.

Βέβαια δεν θα πάω πάρα πολύ εις το απώτερον παρελθόν, όπου με τον όρον μαύρη πανώλη ή μαύρος θάνατος αναφέρεται η πανδημία των ετών 1348-1353, η οποία ήταν από τις πλέον καταστροφικές εις την παγκόσμιον ιστορίαν. Ο συνολικός ανθρώπινος απολογισμός της, υπολογίζεται σε 75 έως 100 εκατομμύρια νεκρούς εις την Ευρώπην και εις την Ασίαν. Εδώ ας μου επιτραπεί να διατηρήσω ποιάν τινα επιφύλαξιν για το αξιόπιστον της πληροφορίας. Μεταφέρω τον προβληματισμόν μου εις τους αναγνώστες. 

Θα έλθω εις το εγγύτερον παρελθόν και εις τον τόπον μας, εις το χωριό μας, εις τους Καμενιάνους, όπου κατά την απογραφήν Grimani το έτος 1700, της οποίας είχε προηγηθεί πανώλη, απεγράφησαν 23 κάτοικοι. 

  1. Φτερίνα – Μονοδένδρι – Βίγλα – Ελατάκος – Ταβαδούρος 

α. Φτερίνα: Εκ της φτέρης, η οποία φύεται εις την περιοχήν και καλύπτει αρκετόν χώρον.       

β. Μονοδένδρι: Εις τον χώρον κατά το πάλαι ποτέ υπήρχεν ένα και μοναδικό δένδρον, εκ του οποίου και το τοπωνύμιον.

γ. Βίγλα: Εκ της περιόπτου θέσεως της συγκεκριμένης κορυφής.

δ. Ελατάκος: Εκ του μοναδικού μικρού αρχικά έλατου, το οποίον υπήρχεν εκεί.

Τώρα ο έλατος αυτός δεν υπάρχει, πλην το ελατοδάσος επεκτείνεται εις την περιοχήν οσημέραι.

ε. Κάκαβος: Πίσω ακριβώς από τη Βίγλα. 

Η κορυφή αυτή με υψόμετρον 1556 μ. δεσπόζει της οροσυστάδας.

Από τον Κάκαβον ο Καπετάν Γιώργης ο Λεχουρίτης έβλεπε τις φλόγες και τους καπνούς του ενός εκ των δύο πύργων του εις το Λεχούρι, τον οποίον επυρπόλησεν ο Γκούρας κατά τον εμφύλιον 1823-1825. 

στ. Ταβαδούρος: Εις την κορυφήν του τοπωνυμίου υπάρχει μικρή επιφάνεια, σχήματος ταψιού (ταβά), οπόθεν και το τοπωνύμιον.

Η ισοϋψής αυτή οροσυστάδα, με προεξέχουσαν την κορυφήν Κάκαβος δεσπόζει της περιοχής Λαγκάδια, τοπωνυμίου, η ονομασία του οποίου οφείλεται εις τα πολλά ρέματα, τα οποία ευρίσκονται εκεί. Τα ρέματα αυτά συμβάλλουν εις το ρέμα, το οποίον διέρχεται μέσα από το χωριό μας. Το κυρίαρχον από τα λαγκάδια είναι γνωστόν ως Κακό Λαγκάδι. Έχει απύθμενον βάθος, με πλευρικά σαθρά κορηματογενή πετρώματα, κατά τον γεωλόγον κ. Ράδον Χρήστον.

Η αρχή του ρέματος αυτού ευρίσκεται ακριβώς εις την θέσιν του αρχαίου ρήγματος Κάκαβου, το οποίον είχε προκαλέσει φοβερές γεωλογικές ανακατατάξεις. Το γεγονός η Μυθολογία παρουσίασε με τον δικόν της τρόπον και δίνει την εξήγησιν, την ερμηνείαν του τοπωνυμίου Κάκαβος.

Το ρήγμα Κάκαβου πριν από μερικά χρόνια άρχισε να ενεργοποιείται και πάλιν και δίνει σεισμικήν δραστηριότητα μέχρι 3,5 βαθμούς της κλίμακος Ρίχτερ.

Εκ της ενεργοποιήσεως του ρήγματος βυθίζονται τεράστιοι γήινοι όγκοι και υπάρχει κίνδυνος να κατακλυσθεί το χωριό Καμενιάνοι από λασποπλημμύρα. Βέβαια έχουν ληφθεί ωρισμένα μέτρα, τα οποία υπέδειξε κλιμάκιον της τ. Ν.Α. Αχαΐας, του οποίου ηγείτο ο γεωλόγος, αείμνηστος Νίκος Αγγελόπουλος, αλλά επιβάλλεται να γρηγορούμε. 

Επειδή πιο πάνω ομιλώ για σεισμικήν δραστηριότητα εκ της ενεργοποιήσεως του συγκεκριμένου ρήγματος, επισημαίνω ότι: οι σεισμικές δονήσεις γίνονται ιδιαίτερα αισθητές, γιατί η κάθετη παράμετρος περνάει ακριβώς κάτω από τα σπίτια, κατά τον αείμνηστον Νίκον Αγγελόπουλον.

Πριν την ενεργοποίησιν του ρήγματος, κατά την αρχαιότητα, εκεί υπήρχε μεγάλο κεφαλόβρυσον, του οποίου τα νερά εσκόρπισαν, λόγω των γεωλογικών ανακατατάξεων και εσχημάτισαν τέσσερεις πηγές, κατά την παράδοσιν. 

ζ. Κάτω ακριβώς από τον Ταβαδούρον, ο αυχένας Ζαχαριά, ιδιοκτησίας της οικογένειας Γεωργακοπουλέων από τους Καμενιάνους. Εκεί ήταν και το θερινόν ποιμνιοστάσιον των Γεωργακοπουλέων. Εις τον αυχένα Ζαχαριά κατά το έτος 1910 ήλθεν αντιμέτωπος με τον λήσταρχον Κάπαρην ο Καμενιανίτης νεαρός τότε Σπυροχρήστος Φωτόπουλος. Ο Κάπαρης έφερεν όπλον μάλινχερ και ο Σπυροχρήστος γκρα. Επενέβησαν οι ποιμένες Καμενιανίτες, οι οποίοι ευρίσκοντο εκεί και επήλθεν κατευνασμός.

Τελικά τον Κάπαρη εφόνευσεν ο Νικολής ο Χριστογιαννόπουλος από την Κρυόβρυσην (Βερβινήν) μεταξύ Βερβινής και Κακοταρίου.

Η ονομασία Ζαχαριά οφείλεται εις το γεγονός ότι εκεί για κάποιον καιρόν είχε το στρατηγείον του ο προεπαναστατικός ήρωας Καπετάν Ζαχαριάς ή Μπαρμπιτσιώτης, ο οποίος εγεννήθη το 1759 εις την Μπαρμπίτσαν, χωριό του Πάρνωνα και εδολοφονήθη εις τα Τσέρια της Μέσα Μάνης το 1805, από άνθρωπον του Μούρτζινου. Το πραγματικόν του ονοματεπώνυμον ήταν Ζαχαρίας Παντελεάκος. Το στρατηγείον του είχεν εγκαταστήσει εκεί όταν: «για ένα διάστημα υπήρξεν αρχηγός της ομοσπονδίας των αρματολών της Πελοποννήσου». Εντεύθεν και τα τοπωνύμια Λεχουρίτικη Ζαχαριά και Μπαρμπίτσα της Κερασιάς (Κερέσωβας). Τούτο σημαίνει ότι είχε συνεργασία με τους οπλαρχηγούς της περιοχής και προετοίμαζαν τον Μεγάλον Ξεσηκωμόν.

Ενταύθα επισημαίνεται ότι εις την Καπρίβαιναν εγυμνάζοντο τα νεαρά βλαστάρια του τόπου μας για τον ίδιον σκοπόν. 

Πέραν αυτού τα γύρω χωριά είχαν αρκετές κεφαλές (Καπεταναίους, Φιλικούς, διπλωμάτες). 

  1. Ανατολικά του αυχένα Ζαχαριά υψώνεται του Μιχάλη το Διάσελο, το οποίον κατηφορίζει προς τους Καμενιάνους, με πρινοσκεπείς κλιτύες του ορεινού όγκου Μπέλη Βουνό.

Εις τον ορεινόν αυτόν όγκον είχε τα λημέρια του ο εκ Κερασιάς (Κερέσωβας) Μπέλης, οπόθεν και το τοπωνύμιον. Ο Μπέλης ήταν το πρωτοπαλλήκαρον του Καπετάν Γιώργη του Λεχουρίτη. Του Μπέλη το βουνό είναι ορεινός όγκος με φοβερήν αντοχήν, λόγω της συμπαγούς βραχώδους συστάσεως του υπεδάφους του. 

Η βραχώδης αυτή σύστασις συνεχίζει και περνάει κάτω από το χωριό Καμενιάνοι και το προστατεύει, κατά τον γεωλόγον κ. Ράδον Χρήστον.

  1. Μετά τον Ταβαρούδον συνεχίζει οροσυστάδα: Σιληβιά – Σέλα – Φουρκισμένη – Επάνω Καπρίβαινα.

α. Σιληβιά: Τοπωνύμιον εκ της υπάρχουσας εκεί κατά το πάλαι ποτέ μεγάλης Σιληβιάς (αγριοκορομηλιάς). 

β. Σέλα: Εκ της μορφής του τοπωνυμίου, η οποία ομοιάζει με σέλαν αλόγου.

γ. Φουρκισμένη: Εκ των αφηγήσεων γερόντων, εις τον χώρον αυτόν είχεν αυτοκτονήσει με βρόχον κάποια γυναίκα.

δ. Επάνω Καπρίβαινα: Υψίπεδον εις τον Ανατολικόν Ερύμανθον, κείμενον εις τα σύνορα των Κοινοτήτων Κέρτεζης, Λεχουρίου, Καμενιάνων. Έχει υψόμετρον 1.500 μέτρα. Κάτω από το υψίπεδον αυτό ευρίσκεται η Κάτω Καπρίβαινα. Και τα δύο υψίπεδα είναι τόπος στενά δεμένος με την Ιστορίαν και την Παράδοσιν.

Εκεί κατά την Μυθολογίαν ο Ηρακλής συνέλαβε τον Ερυμάνθιον Κάπρον.

Η Καπρίβαινα, κατά την επιδρομήν του Ιμπραήμ εις την περιοχήν, λόγω του απροσπέλαστου αυτής, υπήρξε κοινόν και ασφαλές καταφύγιον του αμάχου πληθυσμού των γύρω χωριών. Τούτο επανελήφθη και κατά την επιδρομήν των ιταλικών και γερμανικών στρατευμάτων κατοχής, την εποχήν του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου.

Των υψιπέδων Άνω και Κάτω Καπρίβαινας δεσπόζει τεράστιος γυμνός όγκος, αλπικόν τοπίον, που φέρει την ονομασίαν Γολέμι (μεγάλο τέρας, θεριό, κατά το Σερβοκροάτικον λεξικόν, κατά το Σέρβικον μεγάλος, πελώριος, τεράσιος και κατ’ άλλο Σλαβικόν λεξικόν γυμνός τόπος, κρύος τόπος).

Εις τον τοπικόν Στρατιωτικόν χάρτην απαντάται με την ονομασίαν Αρκούδι (υψόμ. 1724 μ.) εις το όρος Γολέμι είναι αυτοφυές το καλλίτερον τσάϊ του κόσμου. Οι ονομασίες αυτές μαζί και του τέρατος της καταιγίδος, του ηττηθέντος υπό της ηλικιακής θεότητος και μάλιστα προερχόμενες εκ διαφόρων πηγών, δεν εμφανίστηκαν ως από μηχανής θεός, ούτε έπεσαν ως ζάρια εις το τάβλι. Όλα αυτά και γενικώτερον η συμπεριφορά «….. του άγριου θηρίου, του κάπρου, του τέρατος της καταιγίδος, του ηττηθέντος υπό της ηλιακής θεότητος …..» τα είχαν μελετήσει οι πρώτοι κάτοικοι των Καμενιάνων και εφρόντισαν – εμπνευμένοι μάλιστα από τον σχετικόν άθλον του Ηρακλή – να εξασφαλίσουν για το χωριό φυσικήν προστασίαν, εκμεταλλευόμενοι τις τοπικές συνθήκες και ιδιαιτερότητες της περιοχής, δαμάζοντας έτσι επιστημονικά και τεχνικά τον Ερυμάνθιον Κάπρον, την μανίαν των καταστροφικών στοιχείων  της Φύσεως.    

«Δεν εχτύπησαν γρονθιά στο μαχαίρι», καθ’ ότι είχαν ως αρχήν, ως βασικόν κανόνα, να σέβονται τα στοιχεία της φύσεως. Είχαν πλήρη επίγνωσιν ότι: «Το νερό δεν πηγαίνει τον ανήφορον».

Έτσι έχτισαν το χωριό εις ασφαλή τόπον, τόπον με φυσικήν προστασίαν εις το οικιστικόν σύνολον με την υπερκείμενην δασικήν έκτασιν και το στέρεον του εδάφους με την ειδικήν βραχώδη διάταξιν.

Με αυτήν την επιλογήν άφησαν την κατῳκημένην περιοχήν έξω από τον επισφαλή χώρον.

Για τον λόγον αυτόν, όποιος χτίζει, να ελέγχει τι χτίζει, πως χτίζει και που χτίζει, καθ’ ότι τα επισφαλή εδάφη δεν προσφέρονται, ούτε για υλικά ούτε για πνευματικά οικοδομήματα και γενικά: «ό,τι λάμπει δεν είναι πάντα χρυσός».

Εν κατακλείδι είναι ωρισμένα αποσπάσματα από την Παράδοσιν  του τόπου μας, από την Ιστορικήν και Πολιτιστικήν μας Κληρονομιάν, είναι ωρισμένα διδάγματα, τα οποία οι πρόγονοί μας άφησαν ως παρακαταθήκην και οφείλομεν να τα σεβόμεθα.

 

Φωτόπουλος Δ. Γεώργιος – Γεωργάκης

Από Καμενιάνους Καλαβρύτων