Η κρίση της πανδημίας έχει οδηγήσει στην ανάδειξη έντονης συζήτησης ως προς την φιλοσοφία της ανάπτυξης, τον ρόλο της φορολογίας αλλά και τον αναγκαίο επαναπροσδιορισμό του καπιταλισμού υπό το πρίσμα της προσέγγισης του συνολικού και όχι του ατομικού καλού.

Η ανάσχεση του υπερπλουτισμού υπό αυτή την οπτική, αποτελεί πλέον ουσιαστική βάση προβληματισμού διεθνώς. Ειδικά κάτω από το πρίσμα της διαφαινόμενης διεθνούς κρίσης.

Αν η υπερσυγκέντρωση πλούτου μπορεί να απεικονισθεί σε διεθνές επίπεδο με παραδείγματα όπως αυτό των τεσσάρων εταιριών (Google, Apple, Microsoft και Amazon) που έχουν κεφαλαιοποίηση άνω του ενός τρις δολάρια, ενώ υπάρχουν εταιρίες που κατέχουν μετρητά όσο το ΑΕΠ της Ελλάδας, τότε ο προσδιορισμός του πεδίου δράσης για την εφαρμογή κάθε αναπτυξιακού μοντέλου αποτελεί θέμα κεφαλαιώδους σημασίας για την μακροπρόθεσμη στόχευση της οικονομικής πορεία της χώρας. Εφόσον στα πλαίσια μία ουτοπικής ακόμα «ενσυναίσθησης» η κοινωνική ισορροπία λαμβάνει τον αναπτυξιακό ρόλο που της αρμόζει.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα η νέα οικονομική πολιτική του νέου προέδρου των ΗΠΑ J. Biden, που μετά από χρόνια προσδίδει «ενσυναίσθηση» στην εφαρμοζόμενη οικονομική πολιτική. Στοχεύοντας κατά πρώτον στην δημιουργία θέσεων εργασίας και κατά δεύτερον στην δικαιότερη κατανομή πλούτου. Αναδεικνύεται κατά τον τρόπο αυτό η αναγκαιότητα πλέον συνδυασμού ανάπτυξης και δίκαιης κοινωνικής ευημερίας.

Αναμφίβολα, οι περισσότεροι θα μειδιάσουν με την επισήμανση αυτή που ακόμα φαντάζει ως στοιχείο αναπτυξιακής «ουτοπίας». Όταν συζητάμε για τα εργαλεία εφαρμογής κοινωνικής πολιτικής όμως, όπως η φορολογία, διαφεύγει της προσοχής μας πως η αποτελεσματικότητά τους εξαρτάται από τον μέγεθος των στρεβλοτήτων που υφίστανται στο σύστημα.

Σε κάθε σχεδιαζόμενη πολιτική πλέον, ως νέα σταθερά αναδεικνύεται το γεγονός ότι το καπιταλιστικό σύστημα είναι μεν εξαιρετικό στο να δημιουργεί πλούτο, αποτυγχάνει όμως στην ανάδειξη δίκαιων τρόπων διαχείρισής του. Κάθε δε κρίση από την οποία περνάει μία χώρα μεγαλώνει το χάσμα μεταξύ δίκαιης και εφαρμοζόμενης πολιτική. Μεταξύ της υπερσυγκέντρωσης πλούτου και της ευρύτερης κοινωνικής ευημερίας.

Σε τέτοιες περιπτώσεις το «εργαλείο» της φορολογίας, σε ένα είδη στρεβλό σύστημα, μόνον ένταση των στρεβλοτήτων μπορεί να δημιουργήσει. Στην περίπτωση της χώρας, για να γίνει δυνατή η συζήτηση περί της ανάπτυξης, η μόνη βάση πολιτικής για την οποία δεν μπορεί κανείς να διαφωνήσει είναι πως το πρώτο ζητούμενο της κυβέρνησης μετά τα μνημόνια ήταν η δυναμική επανεκκίνηση μετά από δέκα χρόνια κρίσης και αναπτυξιακής ανυπαρξίας.

Στο σημείο αυτό αρχίζουν να γίνονται ορατές θετικές ενδείξεις ως προς μία ενδιάμεση πολιτική όμως και με περιορισμένο χρονικό ορίζοντα. Το πρόβλημα έγκυται στο γεγονος ότι δεν εκπονείται πολιτική μετά την πρώτη διετία, όπου ο στόχος της υπερσυγκέντρωσης επενδυτικών κονδυλίων θα μετασχηματισθεί σε μία ολιστική ανάπτυξη της υγιούς επιχειρηματικής βάσης. Μικρής και μεγάλης.

Όπου ολιστική μακροπρόθεσμη πολιτική δεν λογίζεται η έμμεσα εκβιαστική πίεση για συγχωνεύσεις εταιριών που πρόσφατα αρχίζει να αποτελεί βασικό αφήγημα επιβίωσης τόσο από τον υπουργό Ανάπτυξης κύριο Γεωργιάδη, όσο και τον αναπληρωτή υπουργό Οικονομικών κύριο Σκυλακάκη, με βάση το προωθούμενο μοντέλο χρηματοδοτήσεων του Ταμείου Ανάκαμψης.

Για να είναι αποτελεσματική όμως μία στόχευση παραγωγικής χρήσης επενδυτικών κονδυλίων πρέπει να ακολουθείται από πολιτική ανακατανομής και μακροπρόθεσμης επενδυτικής ευελιξίας με βάσης πλέον τις ιδιαιτερότητες των περιοχών της χώρας.

Καλώς έρχονται επενδυτές από το εξωτερικό για να συμμετάσχουν στις αυξήσεις μετοχικού κεφαλαίου των τραπεζών, της ΔΕΗ, αγοράζουν το 49% του ΔΕΔΔΗΕ, αγοράζουν νοσοκομεία και άλλες δυναμικές εταιρίες, ή τέλος συμμετέχουν στο project του Ελληνικού. Καλώς αναζητούνται και άλλα που πιθανώς να κατευθυνθούν στην πράσινη ενέργεια και τον τουρισμό. Είναι όμως μαζικά κεφάλαια στοχευμένα σε μεγάλα projects. Η διάχυση της θετικής επίδρασης στην οικονομία μίας τέτοιας στρατηγικής όμως, έχει ημερομηνία λήξης καθώς η μόχλευση είναι παροδική.

Το βασικό ζητούμενο είναι το πως θα γίνει η διαχείριση της όποιας διάχυσης των θετικών αναπτυξιακών αποτελεσμάτων μετά την πρώτη διετία. Ας μην διαφεύγει της προσοχής μας πως αν δεν προβλεφθεί ο σταδιακός επαναπροσδιορισμός του μοντέλου με την ταυτόχρονη ύπαρξη χρηματοδοτικών προβλέψεων για τον ιστό των μικρομεσαίων επιχειρήσεων, τότε στην αμέσως επόμενη φάση είναι σχεδόν σίγουρο πως θα υπάρξει υπερσυγκέντρωση πλούτου – μετά την υπερσυγκέντρωση επενδύσεων – διαμορφώνοντας μία αναπτυξιακή πραγματικότητά που όχι μόνον θα παράγει στρεβλότητα, αλλά επιπρόσθετα δεν θα είναι εύκολα αναστρέψιμη.

Σε κάθε οικονομική προσέγγιση των δεδομένων ανάπτυξης είναι ανάγκη να λάβουμε υπόψη τον μακροπρόθεσμο ορίζοντα. Είναι μερικώς κατανοητό να επικεντρώνεται το υπουργείο οικονομικών στη σημείο της αναπτυξιακής επανεκκίνησης.

Ειδικά όταν σαν χώρα επιζητείς το «αξιόχρεο» εδώ και μία δεκαετία. Οι διεθνείς εξελίξεις όμως εμφανίζουν πολλούς «μαύρους κύκνους» που είναι δυνατόν, αν μεταφρασθούν σε βαθιές κρίσεις, να διαμορφώσουν άμεσα ανασταλτικούς παράγοντες στην μελλοντική αναπτυξιακή πορεία.

Τα μεγάλα σχήματα και οι μεγάλες επενδύσεις δεν είναι δυνατόν να αποτελέσουν μηχανισμούς διατηρισιμότητας της αναπτυξιακής «προστασίας» (hedge) για την χώρα. Με δεδομένο ότι θα λείπει το πεδίο προστασίας, πρέπει άμεσα να προσεγγισθεί η αναπτυξιακή πολιτική από την πλευρά της διάχυσης σε μικρότερα έργα και επιχειρηματικά σχήματα με ευελιξίες αντίδρασης.

Με βάση πρόσφατες δηλώσεις του κυρίου Γεωργιάδη, εκπέμπεται λάθος μήνυμα σε λάθος χρόνο ως προς την εξάλειψη των στρεβλοτήτων και την ανάδειξη οικονομικής και κοινωνικής «ενσυναίσθησης», δοθείσης την μορφής λειτουργίας της ελληνικής οικονομίας. Έχει έλθει ο καιρός να γίνει αντιληπτό πως η αυξημένη κοινωνική συνοχή και εξάλειψη φαινομένων υπερπλουτισμού είναι η βάση κάθε νέας υγιούς αναπτυξιακής προσπάθειας.

Αδιαμφισβήτητα το βασικό ζητούμενο είναι η «βιώσιμη» ανάπτυξη. Βιώσιμη όμως δεν σημαίνει «χειραγωγούμενη» ανάπτυξη μέσω έμμεσου εξαναγκασμού σε συγχωνεύσεις. Προφανώς η διαδικασία της συγχώνευσης έχει εξυγιαντικά χαρακτηριστικά. Σε μεσαίους και μεγάλους οργανισμούς. Για τα εγχώρια δεδομένα απλά η στόχευση αυτή εμμέσως αναδεικνύει τον σταδιακό θάνατο του «εμποράκου». Μία εξέλιξη που θα πρέπει άμεσα να προβληματίσει την Κυβέρνηση.

 πηγή – Protothema.gr