16 Μαρτίου: Το πρώτο βόλι
«Κατά τα μέσα και επ. Μαρτίου (1821), συνέβησαν και τα εξής, μεμονωμένα και άσχετα. Ο Α. Κορδής προσέβαλεν ενόπλως τους Τούρκους. Ο Ν. Σουλιώτης μετ’ άλλων τινών εφόνευσαν τρεις Τούρκους εις θέσιν Πόρταις παρά το χωρίον Αγρίδι εκ Τριπόλεως ερχομένους. Οι Πετμεζαίοι εφόνευσαν την 16η είκοσι οκτώ Τούρκους, προερχομένους εκ Σαλώνων και δι’ Ακράτας πορευομένους εις Τρίπολιν.

Τότε (την 16 Μαρτίου) ευρεθέντες εις Καλάβρυτα ο Σεϊδή-Κεχαγιάς και ο εκ Βυτίνης Τραπεζίτης Ν. Ταμπακόπουλος, επέστρεφον εις Τρίπολιν, πυροβοληθέντες δε από τους Χοντρογιαννέους (πλαγία και μυστική ενθαρρύνσει του Ασημάκη Ζαΐμη), εις θέσιν Χελωνοσπηλιά, αυτοί μεν εσώθησαν δρομαίοι εις Φενεόν, εφονεύθησαν δε δύω υπηρέται του Τούρκου και τα πράγματά των διηρπάγησαν.

Την επιούσαν (17) θέλων ν’ αναχωρήση εκ Καλαβρύτων και ο Ιμπραήμ-Αγάς Αρναούτογλους, Βοεβόδας της επαρχίας εκείνης διά την Τρίπολιν, προαπέστειλεν υπηρέτην εις Ντάρα, χωρίον ιδιόκτητον ή τσιφλίκι του, να τω προετοιμάση εκεί το γεύμα· ούτος δε μαθών τα εις Χελωνοσπηλιάν συμβάντα, και ότι εκεί υπήρχεν ενέδρα, επιστραφείς, απαντήσας τον Βοεβόδα και αναγγείλας αυτώ ταύτα, τον έκαμε να επανέλθη εις Καλάβρυτα. Αλλοι Καλαβρυτινοί εφόνευσαν δύω σπαΐδας (ενοικιαστάς φόρων) εις Λιβάρζι, και έτεροι εις Φενεόν τους Γυφτοχαρατζίδας. Αι ειδήσεις αύται από τον Σεϊδή-Κεχαγιάν και τον Ταμπακόπουλον, και από άλλους ελθόντες εις Τρίπολιν, εγνώσθησαν και εις την εξουσίαν. Οι δε Τούρκοι εθεώρουν τα σποραδικά τούτα συμβεβηκότα ως σπασμούς σώματος μη υγιαίνοντος ή ενδείξεις δεινής επισκηψούσης αυτώ νόσου, (και είχον δίκαιον ως προς τούτο)».

Ιστορικά της Ελληνικής Παλιγγενεσίας ή ο Ιερός των Ελλήνων Αγών, υπό Μ. Οικονόμου του εκ Δημητσάνης, Γραμμ. του Γεν. Αρχ. της Πελοποννήσου, Εν Αθήναις, Εκ του Τυπογραφείου Θ. Παπαλεξανδρή, 1873, σελ. 86

istoriko-afieroma-to-xespasma-tis-epanastasis0
Joseph-Mallord-William Turner, Αλληγορία της σκλαβωμένης Ελλάδας. Υδατογραφία εμπνευσμένη από το ποίημα του Μπάιρον «Ο Γκιαούρ» (Μουσείον της Πόλεως των Αθηνών / Ιδρυμα Βούρου-Ευταξία).
17-21 Μαρτίου: Οι Ελληνες πολιορκούν τους Τούρκους στους πύργους Καλαβρύτων
«Ο Αρναούτογλους, πλήρης και πρότερον υποψιών, εθορυβήθη ακούσας το γεγονός [σ.σ. το χτύπημα στη Χελωνοσπηλιά], ωπισθοδρόμησεν εις Καλάβρυτα, εφόβισε τους εντοπίους Τούρκους παραστήσας το τόλμημα ως επαναστατικόν μάλλον ή ληστρικόν, και παραλαβών αυτούς εκλείσθη και ωχυρώθη εντός τριών δυνατών πύργων των Καλαβρύτων, ως αν ήρχοντο κατόπιν του εχθροί. Συγχρόνως εφονεύθησαν και δύο σπαΐδες Τριπολιτσώται κατά το Λιβάρτσι, χωρίον των Καλαβρύτων.

Ηγουμένου δε του Νικολού Σολιώτη εφονεύθησαν τινές γυφτοχαρατζίδες κατά το Αγρίδι, χωρίον της αυτής επαρχίας, και τρεις κομισταί γραμμάτων του τοποτηρητού της Τριπολιτσάς προς τον Χουρσήδην· εκτυπήθησαν και τινές άλλοι Τούρκοι αποβιβασθέντες εκ Σαλώνων εις Ακράταν, και απερχόμενοι εις Τριπολιτσάν, εξ ων οι μεν εφονεύθησαν, οι δε συνελήφθησαν· Τα συμβάντα ταύτα, αν και μη επαναστατικά, ηύξησαν τας δικαίας υποψίας των Οθωμανών.

Καθ’ ην δε ημέραν εκλείσθησαν οι περί τον Αρναούτογλουν εντός των πύργων, οι προεστώτες των Καλαβρύτων απουσίαζαν. Πρώτος των άλλων, ο Χαραλάμπης, μαθών το γεγονός και αγνοών ότι φοβηθέντες οι υπό τον Αρναούτογλουν εκλείσθησαν εις άμυναν μάλλον ή εις βλάβην, παρέλαβεν όσους εδυνήθη εκ του προχείρου ενόπλους υπό τους Πετμεζάδας, εισήλθεν εις την πόλιν και επολιόρκησε τους εν τοις πύργοις κλεισθέντας, οίτινες παρεδόθησαν.

Γενομένου δε γνωστού του συμβάντος τούτου, όπερ και η φήμη και οι επικρατούντες φόβοι εμεγάλυναν, οι μεν εν Βοστίτση Τούρκοι διεπορθμεύθησαν όλοι αβλαβείς και ανεμπόδιστοι συν γυναιξί και τέκνοις εις Γαλαξείδι, και κατέφυγαν εις Σάλωνα όπου ήσαν ικανοί Τούρκοι· οι δε εν Πάτραις, οίτινες, και αφ’ ότου έμαθαν, ότι οι Αχαιοί απεποιήθησαν να μεταβώσιν εις Τριπολιτσάν, είχαν αρχίσει να μεταφέρωσι τας γυναίκας και τα τέκνα των εις την ακρόπολιν, εγκατέλειψαν την πόλιν και συνεκλείσθησαν την 21 Μαρτίου, μήτε πολεμούντες μήτε πολεμούμενοι».

Σπυρίδωνος Τρικούπης, Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως, τόμ. Α΄, έκδοσις δευτέρα, Εν Λονδίνω, Εκ της εν τη Αυλή του Ερυθρού Λέοντος Τυπογραφίας Ταϋλόρου και Φραγκίσκου, 1860, σ.σ. 59-60.

 

«Θα πολεμήσωμεν υπέρ της πίστεως και της πατρίδος»

«Βλέπων λοιπόν ότι το πράγμα εξεσκεπάσθη και πάσα αναβολή απέβαινε πλέον βλαπτική, έστειλα κατά τας 17 Μαρτίου μερικούς ωπλισμένους και συνέλαβον σπαήδες, κιαχαγιάδες και άλλους υπέρ τους πεντήκοντα και τους αφώπλισαν και τους έφερον ζώντας εις τα Λαγκάδια, αφώπλισα αμέσως και τους Λαγκαδινούς Τούρκους και διεμοίρασα εις τους κατοίκους ανά ένα διά να τους φυλάττουν υπό ευθύνην τους, οίτινες και τους έβαλαν αμέσως σίδηρα εις τους πόδας δι’ ασφάλειαν. Την αυτήν στιγμήν διέταξα τον Αναγνώστην Γερμανόν εκ Γαρζενίκου και άλλους και εφόνευσαν τους τρεις αδελφούς Καντραλήδες, επισήμους Τούρκους Καρυτινούς, ευρισκομένους εις αυτό το χωρίον διά υποθέσεις των και τρεις άλλους συντρόφους των.
Την ιδίαν δε ημέραν εις τας 18 Μαρτίου, το εσπέρας, έφθασαν οι δύο προηγούμενοι του Μεγάλου Σπηλαίου Νεόφυτος ηγούμενος του Αλάχ σαραγίου και Γερμανός Λάψιας, απεσταλμένοι από τον Ζαΐμην, Σ. Χαραλάμπην, Φωτήλαν, Λόντον, Παλαιών Πατρών, Κερνίτζη και λοιπούς συναχθέντας εις την Αγίαν Λαύραν να μας ομιλήσουν, εάν απεφασίσαμεν να κινήσωμεν την επανάστασιν, εάν έχωμεν ελπίδα τινα να σώσωμεν τον Θεοδωράκην, εάν ο Παπατσώνης με τους λοιπούς Μεσσηνίους έχει απόφασιν να κινηθή με ημάς, εάν ο Πετρόμπεης απεφάσισε να κινηθή με τους καπεταναίους της Μάνης (με το να υπώπτευον διά την αποστολήν του υιού του εις Τριπολιτσάν ως ομήρου μήπως δώση μάκρος του καιρού διά να τον σώση), εάν έχομεν όλους τους προκρίτους της επαρχίας μας συμφώνους να μας ακολουθήσουν αποφασιστικώς και άλλας πολλάς τοιούτας ερωτήσεις να μας κάμουν και να λάβουν τελείας πληροφορίας και την περίληψιν διά να ακολουθήσουν και αυτοί, καθότι οι συναχθέντες εκείνοι εις την Αγίαν Λαύραν, βλέποντες το μέγεθος του κινδύνου και των εκτάκτων εκείνων περιστατικών και μη γνωρίζοντες τας διαθέσεις όλων των προυχόντων ουσιωδώς, καθότι οι επισημότεροι αυτών εισήλθον εις τα δίκτυα της τουρκικής εξουσίας εις Τριπολιτσάν, και ο Μανιάτμπεης έστειλε και αυτός τον υιόν του όμηρον και απελπισθέντες απεφάσισαν να διαλυθούν και να απέλθουν, άλλοι εις τας Ιονίους Νήσους και άλλοι εις τας Κυκλάδας να διασωθώσι προς καιρόν μεχρισότου ίδωσι το αποβησόμενον των εις Τριπολιτσάν συνελθόντων. […]

Αφού λοιπόν οι προηγούμενοι ούτοι μάς εξηγήθησαν περί της εντολής, διά την οποίαν εστάλησαν, εις τους οποίους απαντήσαμεν ως εξής: «Βλέπετε με τα όμματά σας τον πεζόν των μπέηδων και αγάδων της Τριπολιτσάς με τα σίδηρα εις τους πόδας, βλέπετε ότι εφονεύσαμεν τρεις επισήμους Τούρκους συνεπαρχιώτας μας και τρεις συντρόφους των, βλέπετε ότι συνελάβομεν υπέρ τους 50 Τούρκους Φαναρίτες, Λαλιώτες, Τριπολιτσιώτας και άλλους και τους αφωπλίσαμεν και τους έχομεν εις τα σίδερα, βλέπετε εις την αυτήν κατηγορίαν όλους τους Λαγκαδινούς Τούρκους. Βλέπετε τας ετοιμασίας και τα κινήματα της Επαναστάσεως και ήτον περιττόν να μας ερωτήστε. Οσον διά τον αδελφόν μας Θεοδωράκην, δεν έχομεν ουδεμίαν ελπίδα απολυτρώσεως, καθότι αυτός οικειοθελώς και αυθορμήτως επρόσφερε τον εαυτόν του θύμα εις τον βωμόν της πατρίδος». Τους εδιηγήθημεν όλον το ιστορικόν της γενναιοψυχίας και αποφάσεως αυτού του μοναδικού εις τας ιστορίας των εθνών ανδρός και έμειναν ακίνητοι «όθεν και ημείς οι επτά αδελφοί τον προσφέρομεν εκουσίως θύμα εις την πατρίδα, καθότι διά να σωθή ένας άνθρωπος δεν υποφέρει η ψυχή μας να χαθή εν ολόκληρον έθνος. Ως διά τους Παπατσώνηδες έχομεν πλήρη πεποίθησιν και εμπιστοσύνην, ότι άμα τους γράψωμεν, κινούνται και αυτοί και όλη η Μεσσηνία αφεύκτως. Την αυτήν πεποίθησιν έχομεν και διά τους Μαυρομιχάλας, Μούρτζινον, Χρυσοσπάθην και Καπετανάκηδας, προς τους οποίους στέλλομεν αυτήν την στιγμήν επίτηδες απεσταλμένους, να τους κοινοποιήσωμεν τα πρακτικά μας έως σήμερον και τον εδικόν σας εδώ ερχομόν και είναι αδύνατον να μην κινηθώσιν όλοι ευθύς […]».

Την αυτήν δε ημέραν [19 Μαρτίου] μας ειδοποιούν αι σκοπιαί, ότι οι Λαλαίοι κάμνουν κίνημα να μεταβούν με τας οικογενείας των διά των Λαγκαδίων της πατρίδος μας, και των λοιπών κωμοπόλεων ν’ απέλθουν εις Τριπολιτσάν. Τούτο μας κατετάραξε και αμέσως διέταξα να εξέλθουν όλοι οι συμπολίται μου Λαγκαδινοί ωπλισμένοι να προκαταλάβωμεν τα στενωπά εκείνα μέρη να τους κτυπήσωμεν, να μην τους αφήσωμεν ν’ απεράσουν· έγραψα στιγμιαίως και εις όλας τας κωμοπόλεις και χωρία να προφθάσουν όλοι οι οπλίται. Εβγάλαμεν αμέσως τα ασιατικά εκείνα ενδύματα της πολυτελείας, αντεριά, γούνας, καλπάκια και εβάλαμεν τα τζαρούχια και την τραγόκαπαν. Ανεχώρησαν αμέσως ο Δημητράκης και ο Κωνσταντάκης [Δεληγιανναίοι] ως εμπροσθοφυλακή και έτρεξαν προς το μέρος της Ακοβας, εγώ δε διαμείνας ολίγον οπίσω να έβγουν όλοι οι στρατιώται να διαθέσω και τα της μάχης, εξερχόμενος εις την πλατείαν του Προδρόμου βλέπω έναν Τούρκον Λαγκαδινόν ιστάμενον εκεί, λεγόμενον Αλή Ζούλφον πρόκριτον. Ερωτώ, ποίος τον έφερεν εκεί; Μου λέγει ο αδελφός μου Ανάστος ότι τον έστειλαν οι άλλοι Τούρκοι να σε παρακαλέση να αφήσετε τους Λαλαίους να απεράσουν με ησυχίαν να μην τους κτυπήσετε, καθότι είναι γείτονες και δεν είναι καλόν να τους εμποδίσετε διά της βίας. Τότε θυμωθείς τον είπον και δεν εγνώρισαν ακόμη αυτοί οι τύραννοι, οίτινες μας έχουν τόσους αιώνας εις τον ζυγόν, ότι ημείς θα τον συντρίψωμεν τώρα και θα πολεμήσωμεν υπέρ της πίστεως και της πατρίδος μας, ή να ελευθερωθώμεν ή να αποθάνωμεν όλοι με τα όπλα εις τας χείρας;

Κανέλλου Δεληγιάννη, Απομνημονεύματα, τόμ. 1, Βιβλιοθήκη, χ.χ., σσ. 138-143.

Πηγή:www.kathimerini.gr