Πολλοί αναλυτές προβλέπουν κλιμάκωση της έντασης στην Ουκρανία και πιθανή στρατιωτική κινητοποίηση – Τι διδάσκει το παρελθόν για τον νέο ψυχρό πόλεμο ΗΠΑ – Ρωσίας

Μετά την «εβδομάδα της αλήθειας», όπως την αποκάλεσαν κάποιοι διπλωμάτες με διαδοχικές συναντήσεις ΗΠΑ-ΝΑΤΟ και Ρωσίας σε Γενεύη, Βρυξέλλες και Βιέννη, οι «αντίπαλοι» δεν φαίνεται να έχουν έρθει πιο κοντά στην… αλήθεια. Αντίθετα αν πιστέψουμε τα λόγια του Πολωνού Υπουργού Εξωτερικών Ζμπίγκνιεφ Ράου, που προεδρεύει αυτό το διάστημα του ΟΑΣΕ, «ποτέ άλλοτε τα τελευταία τριάντα χρόνια η Ευρώπη δεν έδειχνε να βρίσκεται τόσο κοντά σε ένα πόλεμο».

Πόσο κοντά στην πραγματικότητα βρίσκεται αυτή η εκτίμηση, που με προθυμία αναπαράγει μεγάλο μέρος του δυτικού Τύπου; Η απάντηση είναι δύσκολη, αλλά σίγουρα όταν ακούει κανείς «προφητείες» πολιτικών από την Πολωνία ή τις Βαλτικές Δημοκρατίες θα πρέπει να θυμάται ότι η «ρωσική απειλή» αποτελεί συστατικό και «συνεκτικό» στοιχείο της ύπαρξής τους από το 1990/91 και μετά.

Υπάρχουν και πιο ψύχραιμες φωνές, που επιμένουν ότι η Ρωσία δεν μπορεί να «κατακτήσει» την τεράστια σε μέγεθος Ουκρανία με 100.000 οπλίτες, ειδικά μάλιστα όταν οι δυνάμεις της, που έχουν συγκεντρωθεί σχετικά κοντά στα σύνορα δεν έχουν την απαραίτητη λογιστική υποστήριξη, που θα απαιτούσε μια ευρεία πολεμική επιχείρηση. Και ότι τέλος πάντων δεν θα είχε κανένα πρακτικό όφελος από κάτι τέτοιο.

Σχεδόν ως απάντηση σε αυτό ήρθαν οι ουκρανικές καταγγελίες για ρωσικές κυβερνοεπιθέσεις, για να ενισχύσουν την θεωρία ότι οι πόλεμοι, που δεν έχουν ακόμα γίνει θα είναι πολύ διαφορετικοί από εκείνους που διαβάζουμε στα βιβλία για την ιστορία της Ευρώπης. Εντύπωση προκάλεσε επίσης η άνεση με την οποία οι Ηνωμένες Πολιτείες «αποχαρακτήρισαν» πληροφορίες των μυστικών τους υπηρεσιών για δράση Ρώσων μυστικών πρακτόρων εντός του εδάφους της Ουκρανίας, οι οποίες ταχύτατα αναμεταδόθηκαν από τον δυτικό Τύπο.

Ισορροπία μέσω απειλών

Οσοι έχουν διαβάσει για την ιστορία του «Ψυχρού Πολέμου» έχουν κατανοήσει ποια ήταν τελικά η ουσία του. Η απειλή πολεμικής σύγκρουσης ήταν αυτή, που τελικά απέτρεπε την πολεμική σύγκρουση. Οπως και η κατανόηση ότι σε έναν πυρηνικό πόλεμο δεν θα υπήρχε ποτέ πραγματικά κερδισμένος. Σε αυτό το πλαίσιο είδαμε μεταξύ άλλων τα ρωσικά τανκς να μπαίνουν στη Βουδαπέστη, τις ΗΠΑ να τρώνε τα μούτρα τους στην Κορέα, το τείχος του Βερολίνου να υψώνεται χωρίς ουσιαστική «απάντηση» και τους πυραύλους στην Κούβα να μην φτάνουν τελικά ποτέ στον προορισμό τους. Ο πλανήτης βίωσε στιγμές κρίσης, που απλώς υπενθύμιζαν αυτό που αναφέραμε παραπάνω. Ο ένας επιδείκνυε στον άλλον τη δύναμή του, του σημείωνε τα όρια του και οι δύο μαζί κατέληγαν ότι δεν τους συμφέρει να χτυπηθούν. Τα «τσιμπήματα» ήταν διαρκή, αλλά τα δαγκώματα συνήθως ματαιώνονταν την τελευταία στιγμή.

Οι συνομιλίες της περασμένης εβδομάδας, που μπορεί να μην είχαν πρακτικό αποτέλεσμα, αλλά έδειξαν μάλλον να αποφορτίζουν το κλίμα, θύμισαν κάτι από εκείνες τις εποχές. Ορισμένοι βλέπουν ήδη στα σημερινά συμβάντα μια κακόγουστη «απομίμηση Ψυχρού Πολέμου». Αυτό μπορεί να ενισχύει την άποψη όσων πιστεύουν ότι τελικά κανείς δεν θα «τραβήξει την σκανδάλη», αγνοεί όμως ένα βασικό πρόβλημα. Την ύπαρξη πολλών αστάθμητων παραγόντων.

Δεν υπάρχει πια η Σοβιετική Ενωση. Αν υπήρχε δεν θα συζητούσαμε τώρα για «ουκρανικό ζήτημα».

Η ασταθής εσωτερικά Ουκρανία λειτουργεί αποσταθεροποιητικά, όπως και άλλες πρώην σοβιετικές δημοκρατίες, στην προσπάθειά της να υπογραμμίσει ότι έχει διαλέξει το στρατόπεδο, που εκτιμά ότι την συμφέρει περισσότερο. Αυτό φαίνεται να το καταλαβαίνουν σταδιακά και οι ίδιες οι ΗΠΑ. Ο πρόεδρος Τζο Μπάιντεν δήλωνε στις αρχές της χρονιάς ότι αν η Ρωσία εισβάλει τότε…. «θα υιοθετήσουμε πάρα πολύ σκληρές κυρώσεις και θα αυξήσουμε την πίεσή μας στην Ευρώπη». Με το «κυρώσεις» καταλαβαίνει καθένας ότι τον βολεύει. Και κάποιοι μπορεί και να ονειρεύονται ότι τα 30 κράτη-μέλη του ΝΑΤΟ θα σπεύσουν να μπουν σε πόλεμο με τη Ρωσία σε μια τέτοια περίπτωση. Πάντως ο Μπάιντεν προφανώς δεν εννοούσε κάτι τέτοιο. Σίγουρα επίσης κάποιοι πρέπει να του έχουν θυμίσει τι συνέβη το 2008 στη Γεωργία.

Η Ευρώπη ως παρατηρητής

Το πιο δυσάρεστο θέαμα της ιστορίας είναι η (κατά)-στάση της Ευρώπης. Οταν ξεκινούσε ο Ψυχρός Πόλεμος είχε μια δικαιολογία, αφού ουσιαστικά «δεν υπήρχε» ως «μεγάλη δύναμη», που θα μπορούσε πραγματικά να παρέμβει. Ηταν κατεστραμμένη από ένα πολυετή πόλεμο και μοιρασμένη στα δύο. Η Γερμανία έπρεπε να σιωπά, η Γαλλία ντρεπόταν να μιλήσει μετά την ταπείνωσή της και το παιχνίδι από την «εδώ» πλευρά είχαν αναλάβει οι ΗΠΑ μαζί με τους Βρετανούς.

Σήμερα και με την Βρετανία να έχει περιορίσει ακόμα περισσότερο το ενδιαφέρον της για την «σταθερότητα» στην ήπειρο, η «Ενωμένη Ευρώπη» εξακολουθεί να μη μπορεί να παρέμβει ούτε καν αποτρεπτικά, σε μια φάση όμως που η αμερικανική πολιτική ηγεσία ακολουθεί σταθερά μια λογική «απόσυρσης» από διάφορα καυτά σημεία του πλανήτη και εκφράζει σχεδόν δυσαρέσκεια για τους ανώριμους Ευρωπαίους, σαν τη «μαμά» που από τη μια γκρινιάζει που το παιδί της ενηλικιώθηκε, αλλά δεν απογαλακτίστηκε και από την άλλη νοιώθει ευτυχισμένη που ακόμα «δε μπορεί χωρίς αυτήν».

Επτάμιση δεκαετίες μετά την ιστορική ομιλία Τσώρτσιλ στο Φούλτον είναι απόδειξη πολιτικής φτώχειας για την «Ευρώπη» απλώς να «ενημερώνεται» από την Ουάσιγκτον για διαπραγματεύσεις, που πρακτικά αφορούν την ίδια. Ενας λόγος, που η ΕΕ δε μπορεί να μιλήσει είναι ακριβώς ότι δεν έχει εννιαία στάση για το θέμα. Γερμανία και Γαλλία θα ήθελαν ίσως απευθείας συνομιλίες με τη Μόσχα, αλλά αυτό είναι κάτι που σε χώρες της Ανατολικής Ευρώπης αντιμετωπίζεται περίπου ως «προδοσία».

Ετσι στο τραπέζι παραμένουν μόνο μαξιμαλιστικές προτάσεις, όπως τουλάχιστον αμοιβαία αντιμετωπίζονται και από τις δύο πλευρές. Οι «απειλές» της Μόσχας έχουν να κάνουν ακριβώς με αυτή τη δυστοκία των Ευρωπαίων να πουν οι ίδιοι τι ακριβώς θέλουν. Από την άλλη βολεύουν και τους καρεκλοκένταυρους του ΝΑΤΟ, που έχουν τώρα ένα πρόσθετο επιχείρημα για την «χρησιμότητα» της συμμαχίας, που έμοιαζε να αμφισβητείται για μια περίοδο.

Εχει γραφτεί το τελευταίο διάστημα κατά κόρον ότι «η Ευρώπη θα πρέπει πιο αποφασιστικά να δείξει στον Πούτιν τα όρια του». Αν κάποιος αποδέχεται αυτό το αξίωμα θα πρέπει να το συμπληρώσει με την προϋπόθεση να καταλάβουν Πολωνοί, Λεττονοί και άλλοι ότι η πολιτική της ΕΕ δεν μπορεί να καθορίζεται από δικές τους «αντιρωσικές εμμονές», που μπορεί ως ένα βαθμό να δικαιολογούνται από το παρελθόν, αλλά δε μπορεί να αποτελούν το μοναδικό κριτήριο για το μέλλον.

Θα πρέπει και οι Δυτικοί να γνωρίζουν τα δικά τους όρια. Δε μπορεί η Ρωσία τη μια να προβάλεται ως η απειλητική «αρκούδα» και την άλλη ως μια «ξεπεσμένη και αδύναμη» πρώην αυτοκρατορία. Οσο συνεχίζεται αυτός ο «ερμαφροδιτισμός» θέσεων, τόσο θα επαναλαμβάνονται αστείες και φλύαρες συναντήσεις υπουργών της ΕΕ, όπως αυτή στη γαλλική Βρέστη την περασμένη εβδομάδα, η οποία κατέληξε σε ένα κείμενο «λίγο από όλα», που απλώς περγράφει καταστάσεις. Για αυτό και ο πρόεδρος της Ουκρανίας Βολοντίμιρ Ζελένσκι εκείνο που ζητά μετά μανίας είναι μια τριμερής συνάντηση ΗΠΑ-Ρωσίας-Ουκρανίας. Αν θα «προσκληθεί» και η ΕΕ δεν δείχνει να τον πολυενδιαφέρει.

Ο πρόεδρος Βλαντίμιρ Πούτιν και ο ΥΠΕΞ Σεργκέι Λαβρόφ, ο «σοφός» της ρωσικής διπλωματίας, δεν είναι χθεσινοί. Προφανώς και γνωρίζουν τα όρια τους. Γνωρίζουν για παράδειγμα ότι εδώ δεν έχουμε συνθήκες Γιάλτας, με μια Σοβιετική Ενωση νικήτρια ενός αιματηρού πολέμου, που μπορεί να θέτει ακόμα και κάποιους υπερβολικούς όρους. Επαναλαμβάνουν όμως ότι η Ρωσία δε μπορεί να αντιμετωπίζεται «σα να μην υπάρχει». Δε μπορούν να δεχτούν ούτε την «περικύκλωση» της χώρας τους, ούτε την ολοκληρωτική της αποκοπή από όλες τις πρώην σοβιετικές δημοκρατίες.

Ρεαλισμός ή αποσταθεροποίηση;

Στην διπλωματία ζητάς πολλά για να πάρεις τα μισά. Αυτό που ενδιαφέρει πραγματικά τη Μόσχα είναι εγγυήσεις ότι δεν θα εγκατασταθούν πυρηνικά σε απόσταση αναπνοής από την επικράτειά της, για παράδειγμα στην Πολωνία ή στη Ρουμανία. Αυτό είναι ένα μεγάλο ζητούμενο πίσω από το «μαξιμαλισμό» των ρωσικών θέσεων. Ουσιαστικά αυτό ήταν κάτι που είχαν απαιτήσει τόσο ο Γκορμπατσόφ πριν την ενοποίηση της Γερμανίας, όσο και ο Γιέλτσιν αργότερα με τη διεύρυνση του ΝΑΤΟ προς την Ανατολή.

Πηγή: politicus.gr

Πηγή: Protothema.gr