Ο «ΚΟΡΟΝΟΪΟΣ» ΚΑΙ Η ΑΝΘΡΩΠΙΣΤΙΚΗ ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΤΩΝ ΓΙΑΤΡΩΝ

               Η ομοιότητα με τη «Θουκυδίδειο επιδημία» του 430 π.Χ

ΓΡΑΦΕΙ: Ο φιλόλογος Παναγιώτης Αντ. Παπαδέλος

Μέσα στη μεγάλη λαίλαπα του «Κορωνοϊού» και την παγκόσμια αναστάτωση που επιφέρει, αποδεικνύεται για μια ακόμα φορά η αυτοθυσία και η σπουδαία προσφορά των γιατρών, της μόνης ελπίδας για την αντιμετώπιση της μεγάλης αυτής παγκόσμιας πανδημίας, την οποία η ανθρωπότητα πληρώνει με χιλιάδες νεκρούς και η επιστήμη «να σηκώνει τα χέρια» τουλάχιστον το πρώτο διάστημα αντιμετώπισής της. Η Ελλάδα ακολουθεί και αυτή την παγκόσμια μοίρα και προσπαθεί  να αντιμετωπίσει με δικά της μέσα και τρόπους τη νέα αυτή «κατάρα της ανθρωπότητας». Κατά η διάρκεια της πανδημίας μέχρι τώρα δύο εικόνες μένουν καρφωμένες στο μυαλό του Έλληνα. Η μία του συντονιστή της όλης προσπάθειας αντιμετώπισης καθηγητή κ. Σωτήρη Τσιόδρα και η δεύτερη όλων των άλλων γιατρών με τις άσπρες μπλούζες, τις μάσκες και τα γάντια να μάχονται στην πρώτη γραμμή για την αντιμετώπιση της θανατηφόρου νόσου. Ο κ. Τσιόδρας με τον ήρεμο και άκρως επιστημονικό τόνο ενημέρωσης του κοινού και συντονισμό όλων των συναδέλφων του δείχνει το ανθρώπινο πρόσωπο της ιατρικής και αποτελεί παγκόσμιο πρότυπο γιατρού και ανθρώπου όπως έγραψε η έγκριτη Γαλλική εφημερίδα Figaro. Οι υπόλοιποι ‘Έλληνες γιατροί με πρώτους  τους λοιμοξιολόγους δίνουν τη δική τους μάχη περιορίζοντας κατά το δυνατόν τα θύματα της πανδημίας αναδεικνυόμενοι άξιοι διάδοχοι του Ιπποκράτη, ο οποίος πρώτος είχε γράψει δημιουργώντας παρακαταθήκη για τους γιατρούς όλων των εποχών: «η Ιατρική είναι φιλάνθρωπος τέχνη (επιστήμη) και δεν αποσκοπεί στον πλουτισμό, αλλά στη βοήθεια του συνανθρώπου στις δύσκολες ώρες της αρρώστιας και του θανάτου». 

          Με την ευκαιρία της σημερινής πανδημίας του «κορωνοϊού» ας θυμηθούμε τη  συμβολή του «πατέρα της ιατρικής» στην καταπολέμηση του μεγάλου λοιμού της Αθήνας κατά την έναρξη του Πελοποννησιακού πολέμου, που τόσο μοιάζει με τον σημερινό «κορωνοϊού», και την επίδειξη από  μέρους του «φιλανθρώπου και σωτηρίας προσφοράς». Ο Ιπποκράτης λοιπόν βρέθηκε στην Αθήνα το 430 π .Χ, σε ηλικία τριάντα χρόνων, και συνέβαλε αποφασιστικά στην αντιμετώπιση της πανδημίας της εποχής στην Αθήνα, της ονομαζόμενης «ασθένειας του Θουκυδίδη». Η επιδημία αυτή ήταν άκρως μεταδοτική και μέχρι σήμερα δεν έχει διευκρινισθεί  για ποια συγκεκριμένη αρρώστια πρόκειται. Ο Θουκυδίδης την ονομάζει «λοιμό» και λέει ότι « οὐ μέντοι τοσούτος γε λοιμὸς οὐδὲ φθορὰ οὕτως ἀνθρώπων οὐδαμοῦ ἐμνημονεύετο γενέσθαι». (ποτέ άλλοτε δεν είχε εμφανισθεί  παρόμοια αρρώστια, ούτε είχε σημειωθεί τόσο μεγάλος αριθμός θανάτων). Οι γιατροί της εποχής αδυνατούσαν να την αντιμετωπίσουν και πέθαιναν και αυτοί, επειδή πλησίαζαν τους άρρωστους. «οὔτε γὰρ ἰατροὶ ἤρκουν τὸ πρῶτον θεραπεύοντες ἀγνοίᾳ, ἀλλ᾽ αὐτοὶ μάλιστα ἔθνῃσκον ὅσῳ καὶ μάλιστα προσῇσαν, οὔτε ἄλλη ἀνθρωπεία τέχνη οὐδεμία (ούτε οι γιατροί ήταν αρκετοί οι οποίοι θεράπευαν χωρίς να ξέρουν αλλά και οι ίδιοι πέθαιναν όσο πλησίαζαν τους αρρώστους ούτε κανένα άλλο ανθρώπινο μέσον μπορούσε να βοηθήσει). Ο Θουκυδίδης προσβλήθηκε από την ασθένεια αλλά σώθηκε, κάτι το οποίο δεν συνέβη με τον μεγάλο ηγέτη των Αθηνών, τον Περικλή, ο οποίος το καλοκαίρι του 429 π.Χ πέθανε από τον λοιμό, αφού προηγουμένως είδε τους δύο γιους του να πεθαίνουν από την ίδια ασθένεια. Ο Θουκυδίδης σε μια παραστατική περιγραφή στο δεύτερο βιβλίο του έργου του και στα κεφάλαια από 47-52 τονίζει τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της νόσου και τις επιπτώσεις που είχε στους ασθενείς και τον υγιή πληθυσμό. Από την ασθένεια πέθανε το 1/3 του πληθυσμού της Αθήνας (100.000 περίπου). Ένας από τους μεγάλους γιατρούς της Αθήνας, ο Άκρων, έγραψε σχετικά με την ασθένεια αλλά δυστυχώς το έργο του δεν σώζεται. Ο Άκρων ήταν ένα από τα θύματα της νόσου, ο οποίος πέθανε περιθάλποντας με αυτοθυσία τους ασθενείς συμπατριώτες του και εξαιτίας αυτού μεταδόθηκε και στον ίδιο η νόσος.

                                                   Ιπποκράτης ο Κώος

         Η τελική θεραπεία δόθηκε από τον Ιπποκράτη, ο οποίος όπως λέμε και πιο πάνω βρισκόταν στην Αθήνα από το 430 π. Χ διωγμένος από την πατρίδα του την Κω, διότι ήρθε σε σύγκρουση με τους ιερείς του Ασκληπιού, οι οποίοι ισχυρίζονταν ότι η επιληψία είναι «θεόσταλτη νόσο» κάτι που απέρριπτε ο ίδιος λέγοντας ότι δεν υπάρχουν «θεόσταλτοι νόσοι» αλλά όλες έχουν φυσική προέλευση και οι άνθρωποι λόγω άγνοιας  τις ονομάζουν έτσι. Εξάλλου ο Ιπποκράτης σύμφωνα με τον Γαληνό, τον άλλο μεγάλο γιατρό της αρχαιότητας, «πάντων υπερήνεγκεν και πρώτος εις φως εξήνεγκεν την τελείαν παρ’ Ελλήσιν ιατρικήν».  (Όλους τους ξεπέρασε και τελειοποίησε για τους Έλληνες την ιατρική). Λέγεται ότι στην Αθήνα ήρθε με πρόσκληση του Περικλή, ο οποίος μαζί με τη σύζυγό του Ασπασία κατέβηκαν στον Πειραιά να τον υποδεχθούν. Η πρόσκληση του έγινε για την αντιμετώπιση λοιμού, διότι δεν αρκούσαν οι ντόπιοι γιατροί και ο σπουδαίος Άκρων ήταν ήδη άρρωστος. Ο Ιπποκράτης με το διεισδυτικό του μάτι και την εξυπνάδα του πρόσεξε ότι από τον λοιμό δύσκολα προσβάλλονταν άνθρωποι, που λόγω του επαγγέλματός τους ζούσαν ημίγυμνοι, εργαζόμενοι κοντά στη φωτιά, όπως οι μεταλλωρύχοι, οι καμινευτές, οι φουρναραίοι κ.ά. και συμπέρανε ότι το «μίασμα» (το αίτιο της νόσου) δεν αντέχει στη φωτιά και ίσως βρίσκεται στον ιματισμό (ενδύματα, κλινοστρωμνές κ.λπ.). Συμβούλεψε λοιπόν τους Αθηναίους ν’ ανάψουν μεγάλες φωτιές στα διάφορα σημεία της πόλης και να τις τροφοδοτούν με χλωρά κλαδιά και αρωματικά άνθη, ώστε ο καπνός που θα δημιουργηθεί να έχει ευχάριστη μυρωδιά και να είναι πυκνός, ώστε να σκεπάσει όλη την πόλη και διασκορπιζόμενος απ’ τον αέρα να φύγουν μαζί του και τα μιάσματα. 

       Στο σημείο αυτό να θυμίσουμε ότι η απολυμαντική ενέργεια της φωτιάς ήταν γνωστή και πριν από τον Ιπποκράτη. Ήδη αναφέρεται από την εποχή του Τρωικού πολέμου. Η καύση όμως του ιματισμού ως φορέα της ασθένειας οφείλεται στην παρατηρητικότητα του Ιπποκράτη. Πράγματι οι ψύλλοι, που μεταδίδουν το μικρόβιο της «πανώλης» απ’ τους ποντικούς στον άνθρωπο, εμφωλεύουν στον ιματισμό, με τον οποίο κάηκαν κι έτσι σταμάτησε η μετάδοση της νόσου και η επιδημία υποχώρησε. Τα του λοιμού των Αθηναίων ο Ιπποκράτης εξιστορεί στο 3ο βιβλίο  του έργου του «περί επιδημιών». Ο εκδότης των απάντων του Ιπποκράτη, Γάλλος Λιτρέ (Littre), στον πρόλογό του αναφέρει ότι ο Ιπποκράτης πολύ νωρίς είχε τέτοια φήμη, ώστε να προκαλεί τη δημιουργία θρύλων για τη ζωή και το έργο του. Ο θρύλος λοιπόν τον θέλει σωτήρα της πόλης των Αθηνών από τον θανατηφόρο λοιμό. Για την προσφορά του αυτή οι Αθηναίοι εξέδωσαν ειδικό ψήφισμα, «το δόγμα των Αθηναίων», το οποίο διαβάστηκε στα Μεγάλα Παναθήναια του 427 π. Χ. Με το ψήφισμα αυτό τον στεφάνωσαν με χρυσό στεφάνι, του προσφέρθηκε τιμητική δια βίου σίτιση στο Πρυτανείο και μυήθηκε δημοσία στα Ελευσίνια Μυστήρια, που ήταν η ύψιστη τιμή.

          Ένα τέτοιο ψήφισμα λοιπόν περιμένουμε να αποδοθεί, ως ευγνωμοσύνη της Ελληνικής πολιτείας προς αυτούς τους ήρωες γιατρούς με πρώτους τους λοιμοξιολόγους και τον κ. Τσιόδρα, οι οποίοι αγωνίστηκαν και αγωνίζονται διαρκώς υπεράνθρωπα να ανακόψουν την πορεία της θανατηφόρου πανδημίας του 2020 και να βρουν μέθοδο θεραπείας, όπως ο πατέρας της ιατρικής Ιπποκράτης με τον λοιμό της Αθήνας του 430 π Χ. 

         Η μεγάλη περιπέτεια του «κορονοϊού»,  που αποτελεί την πρώτη μεγάλη περιπέτεια του 21ου για την ανθρωπότητα και ευχόμαστε να είναι και η τελευταία, μας φέρνει στη μνήμη τις παρόμοιες περιπέτειες, που καταγράφονται στην παγκόσμια ιστορία και μία από αυτές είναι και ο λοιμός της Αθήνας του 5ου αιώνα π. Χ, που μοιάζει σε πολλά με την περιπέτεια που βιώνουμε σήμερα όλοι μας!

γράφει ο φιλόλογος Παναγιώτης Αντ. Παπαδέλος