Παγκόσμια Ημέρα ραδιοφώνου σήμερα, η οποία καθιερώθηκε με απόφαση της UNESCO στις 29 Σεπτεμβρίου 2011, έπειτα από πρόταση της Ισπανικής Ακαδημίας Ραδιοφώνου.

Το 1997 η τηλεοπτική παραγωγή του MEGA «Είμαστε στον Αέρα» αφηγούνταν το στήσιμο του ραδιοφωνικού σταθμού Jukebox fm, από μια παρέα παλιών συμμαθητών, που είχαν επιχειρήσει να κάνουν το ίδιο όταν ήταν ακόμη στο σχολείο και είχαν έναν πειρατικό ραδιοσταθμό. Μέσα από αυτή την τηλεοπτική σειρά πολλοί ήταν εκείνοι που αγάπησαν ακόμη περισσότερο το ραδιόφωνο το οποίο εκτός από μέσο ενημέρωσης παραμένει μέσο διασκέδασης αλλά και μέσο συντροφιάς.

Σήμερα είναι η Παγκόσμια Ημέρα Ραδιοφώνου η οποία καθιερώθηκε με απόφαση της UNESCO στις 29 Σεπτεμβρίου 2011, έπειτα από πρόταση της Ισπανικής Ακαδημίας Ραδιοφώνου. Αρχικά, η πρόταση των Ισπανών ήταν να τιμάται η Παγκόσμια Ημέρα Ραδιοφώνου στις 30 Οκτωβρίου, σε ανάμνηση της περίφημης εκπομπής του Όρσον Γουέλς το 1938, που έμεινε στην ιστορία ως ο «Πόλεμος των Κόσμων». Η UNESCO, όμως, αποφάσισε διαφορετικά και πρόκρινε τη 13η Φεβρουαρίου, ημερομηνία κατά την οποία το 1946 πρωτολειτούργησε το ραδιόφωνο του ΟΗΕ.

Το ραδιόφωνο στην Ελλάδα

Στις αρχές της δεκαετίας του 1920 καταγράφονται σε δυτικές χώρες οι πρώτοι πειραματισμοί με ραδιοφωνικές εκπομπές, αρκετά χρόνια μετά τη χρήση ασυρμάτου για στρατιωτικούς σκοπούς. Σύντομα άρχισαν να λειτουργούν στις ΗΠΑ και την Ευρώπη σταθμοί και σε άλλες χώρες με κανονικό πρόγραμμα και περιεχόμενο. Στην Ελλάδα τα πρώτα πειράματα ραδιοφωνίας έγιναν το 1922 από τον καθηγητή Φυσικής του ΕΚΠΑ Κώστα Πετρόπουλο, ο οποίος προσπάθησε να προπαγανδίσει το νέο μέσο στον τύπο,το 1923 από το Πολεμικό ναυτικό και το 1925 από ιδιωτική τεχνική σχολή. Οι ακροατές ήταν ελάχιστοι και όλοι οι δέκτες σφραγισμένοι από το κράτος,το οποίο είχε για χρόνια και την αποκλειστική δυνατότητα ασύρματων (όχι ραδιοφωνικών) εκπομπών. radiofono radiofono3 radio7

Τo 1926, μέσα στον χώρο της ΔΕΘ, o Χρίστος Τσιγγιρίδης στήνει τον πομπό του.Τον λειτουργεί μόνον κατά την διάρκεια της ΔΕΘ τον Σεπτέμβριο. Ο Πρώτος Ραδιοφωνικός Σταθμός της Ελλάδας, των Βαλκανίων και της Νοτιοανατολικής Ευρώπης είναι πλέον γεγονός. Όπως μας πληροφορεί η wikipedia, τρία χρόνια αργότερα, το 1929, μετά από κάποιες δοκιμές, δημιούργησε δικό του σταθμό που μετέδιδε πρόγραμμα με ελληνική και ξένη μουσική στο πλαίσιο της ΔΕΘ και μόνο κατά τη διάρκειά της.

Ο Τσιγγιρίδης ήθελε να αυξήσει τις πωλήσεις ραδιοφώνων για αυτό το λόγο έφτιαξε τον σταθμό, ο οποίος μετέδιδε διαφημίσεις, αναγγελίες και ειδήσεις σε συνεργασία με την εφημερίδα Μακεδονία. Ο σταθμός του Τσιγγιρίδη, που ήταν ο πρώτος στα Βαλκάνια, λειτουργούσε σε μονιμότερη βάση από το 1936 και ως το 1947 οπότε και απαλλοτριώθηκε υπέρ του Εθνικού Ιδρύματος Ραδιοφωνίας. Λίγο νωρίτερα τους πομπούς του είχε χρησιμοποιήσει και το ΕΑΜ. Στην μεταξική περίοδο αντιμετωπίστηκε με εχθρότητα από το καθεστώς γιατί μετέδιδε μη αρεστές ειδήσεις, ενώ αργότερα, στην Κατοχή, μετέδιδε υποχρεωτικά την γερμανική προπαγάνδα, αν και ο Τσιγγιρίδης επινοούσε βλάβες για να μεταδίδει λιγότερο χρόνο το πρόγραμμα.

Οι κρατικές προσπάθειες για ίδρυση ραδιοφωνικού σταθμού, που άρχισαν εν τω μεταξύ το 1929, δεν είχαν κάποιο αποτέλεσμα, λόγω δικαστικών διενέξεων και άλλων ζητημάτων. Το διάστημα 1932 ή 1935-1938 εξέπεμπε, για παράδειγμα, στην περιοχή του Πειραιά σταθμός από το υπουργείο Ταχυδρομείων, Τηλεγράφων και Τηλεφώνων. Παράλληλα, όμως, από το 1930 είχε αρχίσει να τίθεται το νομικό πλαίσιο για τη λειτουργία της ραδιοφωνίας. radiofono1

Το Καθεστώς της 4ης Αυγούστου κινήθηκε ενεργά προς τη δημιουργία κρατικού ραδιοφωνικού σταθμού με βοήθεια και έμπνευση από την Ναζιστική Γερμανία, η οποία είχε επενδύσει στο ραδιόφωνο σαν μέσο προπαγάνδας. Έτσι το 1936 ιδρύθηκε η Υπηρεσία Ραδιοφωνικών Εκπομπών.

Ο Ραδιοφωνικός Σταθμός Αθηνών (ΡΣΑ) άρχισε να εκπέμπει από τις 25 Μαρτίου 1938 και σε κανονικό πρόγραμμα από τις 21 Μαΐου της ίδιας χρονιάς. Η έδρα του ήταν στα υπόγεια του Ζαππείου. Η πρώτη εκφωνήτρια ήταν η Αφροδίτη Λαουτάρη. ενώ θρυλικό έγινε το σήμα του σταθμού, η βουκολική μελωδία, ο Τσοπανάκος, που έμεινε γνωστό ως τις ημέρες μας.

Το μεταξικό καθεστώς έδωσε ιδιαίτερη σημασία στην προπαγάνδιση της ιδεολογίας του και για το λόγο αυτό επιδίωκε να μοιράζει συσκευές ραδιοφώνου σε απομακρυσμένες περιοχές. Τα στατιστικά δείχνουν ότι οι ραδιοφωνικές συσκευές στην Ελλάδα αυξήθηκαν από 10.000 το 1936 σε 60.000 το 1940, ο υπολογισμός του κοινού όμως είναι δύσκολος γιατί πολλά ραδιόφωνα έπαιζαν σε δημόσιους χώρους, υπήρχαν δε και λαθρακροατές.

Κατά τη διάρκεια του ελληνοϊταλικού πολέμου το ραδιόφωνο μετέδιδε πληροφορίες για τις συγκρούσεις και χρησιμοποιήθηκε για την κινητοποίηση της ελληνικής πλευράς. Λίγο πριν από την είσοδο των ναζιστικών στρατευμάτων στην Αθήνα, σε μια δραματική έκκληση ο εκφωνητής κάλεσε τους ακροατές να μην πιστεύουν το σταθμό που σε λίγο θα μετέδιδε ψέματα.

Μετά την γερμανική εισβολή στην Ελλάδα, ο ΡΣΑ μετέδιδε τη γερμανική προπαγάνδα, αν και το προσωπικό προσπαθούσε με κάθε τρόπο να το διακόπτει, προσποιούμενο τεχνικές δυσκολίες. Οι κατοχικές αρχές προσπάθησαν να σφραγίσουν ραδιόφωνα για να ακούγεται μόνο ο ΡΣΑ και να επιβάλλουν μεγάλες ποινές για τα αδήλωτα ή ασφράγιστα ραδιόφωνα, χωρίς μεγάλη επιτυχία. Όσοι είχαν ραδιόφωνο άκουγαν κρυφά την Ελληνική Υπηρεσία του BBC από το Λονδίνοradio6

Οι Γερμανοί, λίγο πριν αποχωρήσουν από την Αθήνα τον Οκτώβριο του 1944, προσπάθησαν να ανατινάξουν τους πομπούς του σταθμού στα Λιόσια, ωστόσο κατέστρεψαν μόνο έναν στους τρεις. Μετά την απελευθέρωση το Εθνικό Ίδρυμα Ραδιοφωνίας (ΕΙΡ), που ιδρύθηκε στις 16 Ιουλίου 1945, προσπάθησε να ανασυγκροτήσει το ραδιόφωνο. Το 1947 ίδρυσε ψυχαγωγικό σταθμό στην Θεσσαλονίκη, το 1952 το περισσότερο ψυχαγωγικό Δεύτερο Πρόγραμμα και το 1954 το Τρίτο Πρόγραμμα το οποίο εξαρχής μετέδιδε κλασική μουσική (το Πρώτο παρέμενε ενημερωτικό και επιμορφωτικό).

Από το 1948, μεσούντος του εμφυλίου άρχισε να λειτουργεί και ο Ραδιοφωνικός Σταθμός των Ενόπλων Δυνάμεων. Ραδιοφωνικό σταθμό, την Φωνή της Αλήθειας, είχε κατά τη διάρκεια του εμφυλίου και ο Δημοκρατικός Στρατός που εξέπεμπε από τη Γιουγκοσλαβία και αργότερα τη Ρουμανία, το πρόγραμμά του όμως ακούγονταν από λίγους και είχε μικρή απήχηση. Η Φωνή της Αλήθειας εξέπεμπε ως το 1967. radiofono2

Η Χούντα των Συνταγματαρχών έστρεψε το ενδιαφέρον της στην τηλεόραση, που είχε αρχίσει από το 1966 πειραματικές εκπομπές με αυξανόμενη απήχηση στο κοινό. Το ραδιόφωνο παρέμενε στενά ελεγχόμενο και προπαγανδιστικό. Για αυτό το λόγο πολλοί άκουγαν τότε την ελληνική εκπομπή του BBC και αυτήν της Deutsche Welle που αμφότερες είχαν έντονα αντιστασιακό χαρακτήρα.

Τη δεκαετία του 1960 εμφανίστηκε και το φαινόμενο των ραδιοπειρατών, οι οποίοι είχαν στην Αθήνα και σε άλλες πόλεις σταθμούς μικρής εμβέλειας και ισχύος στα μεσαία κύματα και αργότερα στα FM. Οι σταθμοί έπαιζαν πολλή μουσική: λαϊκές επιτυχίες ή ροκ, αργότερα ντίσκο ή μέταλ, που δεν παίζονταν πάντα από τα κρατικά ραδιόφωνα και μετέδιδαν αφιερώσεις. Το ενημερωτικό ή ειδησεογραφικό περιεχόμενο των σταθμών ήταν σχεδόν ανύπαρκτο, πολλοί ήταν δε απολίτικοι για να αποφύγουν τις διώξεις.

Υπολογίζεται ότι σε μια 20ετία υπήρξαν 5.000-7.000 ραδιοπειρατές, ίσως ακόμα και 10.000. Είχαν, ωστόσο, να αντιμετωπίσουν τις συνεχείς διώξεις και τις βαριές ποινές των Αρχών, οι οποίες τους επέβαλαν πρόστιμα βάσει του χουντικού νόμου 1244/1972, γιατί δεν είχαν άδεια. radio9

Τη δεκαετία του 1980 το φαινόμενο των ραδιοπειρατών επεκτάθηκε, παρά το ότι οι αρχές δεν σταμάτησαν τις διώξεις. Η απήχηση των πειρατικών ή (νόμιμων) αυτοοργανωμένων σταθμών στη Γαλλία και την Ιταλία κινητοποίησε μέρη της Αριστεράς στην Ελλάδα που πήραν σχετικές πρωτοβουλίες. Σε αυτή τη κατεύθυνση βοηθούσε και το άνοιγμα της ραδιοτηλεόρασης που είχε αρχίσει λίγο νωρίτερα και σε άλλες χώρες της Ευρώπης υπό την αιγίδα της ΕΟΚ. radio8

Στις αρχές της δεκαετίας άρχισαν, λοιπόν, να εμφανίζονται πειρατικοί σταθμοί με μονιμότερο πρόγραμμα, αλλά και φοιτητικοί. Ακόμη εμφανίστηκαν βραχύβιοι σταθμοί με πολιτικό περιεχόμενο, όπως ο Ράδιο Αντίλαλος του περιοδικού Αντί. Με την καθιέρωση της ελεύθερης ραδιοφωνίας, και καθώς ο νόμος προέκρινε τους ιδιωτικούς και τους δημοτικούς σταθμούς, το φαινόμενο ατόνησε και σταδιακά εξαφανίστηκε. Ενώ αρκετοί ραδιοπειρατές αποτέλεσαν την αιχμή του δόρατος στα ιδιωτικά ραδιόφωνα.

Η Φωνή της Ελλάδας

Το πρόγραμμα της Δημόσιας Ραδιοφωνίας » Φωνή της Ελλάδας» είναι από τις μακροβιότερες παραγωγές. Η φωνή της Ελλάδας προορίζεται για τα εκατομμύρια των Ελλήνων που ζουν στις πέντε ηπείρους, για τις εκατοντάδες χιλιάδες Έλληνες φοιτητές κυρίως στην Ευρώπη και τις ΗΠΑ, για τις δεκάδες χιλιάδες Έλληνες ναυτικούς στη θάλασσα, καθώς και για τους πολυάριθμους Έλληνες που ζουν στο εξωτερικό, που δεν μιλούν ελληνικά και για ξένους ακροατές. radio3

Η Φωνή της Ελλάδας έχει επίσης ενταχθεί στην παγκόσμια κοινότητα του Διαδικτύου με ζωντανή μετάδοση του προγράμματος 24 ώρες την ημέρα. Με ένα ειδικό πρόγραμμα που προορίζεται για τους Έλληνες που ζουν στο εξωτερικό, και με ένα μοναδικό και ολοκληρωμένο δελτίο ειδήσεων που προορίζεται για αυτούς και με τη μετάδοσή του στο διαδίκτυο και στον παγκόσμιο ιστό, ο σταθμός φθάνει στους Έλληνες που ζουν σε όλα τα μέρη του κόσμου. Μεταδίδεται σε βραχύ μήκος κύματος (6210 kHz, 9420 kHz, 9935 kHz, 11645 kHz και 15650 kHz) από το Καλοχώρι-Παντείχι Εύβοιας συνεχώς για 23 ώρες και στα μεσαία κύματα για περίπου 10 ώρες. radiofono5

Δεκαεννιά  ελληνικά δελτία εκπέμπονται καθημερινά από τα στούντιο 5. Το πρόγραμμα περιλαμβάνει επίσης ενημερωτικά προγράμματα πολιτικού, πολιτιστικού και λαογραφικού ενδιαφέροντος, καθώς και μουσικά προγράμματα που προωθούν τα καλά ελληνικά τραγούδια. Αλλά η Φωνή της Ελλάδας χαρακτηρίζεται κυρίως από προγράμματα που την φέρνουν σε άμεση επαφή με τον Ελληνισμό μέσω τηλεφωνικών κλήσεων και επιστολών.

πηγή – www.pagenews.gr

Γράφει ο Ελευθέριος Γ. Σκιαδάς

Στους ραδιοθάλαμους της ΕΙΡ στο Ζάππειο

Η πρώτη απόπειρα ραδιοφωνικής εκπομπής στην Ελλάδα γεννήθηκε το 1923 στις εγκαταστάσεις του «Ναυτικού Οχυρού» στην περιοχή Ελαιώνας των Αθηνών και οι οποίες σώζονται μέχρι τις ημέρες μας. Τότε ονομαζόταν «Σταθμός Βοτανικού», όπου είχε την έδρα της η «Διοίκησις Ραδιοφωνίας Υπουργείου Ναυτικών» (ΔΡΥΝ). Χρησιμοποιήθηκε ένας πομπός της εταιρείας Svenska Radioakiebolaget, δηλαδή της Σουηδικής Ραδιοφωνικής Εταιρείας, που είχε έδρα τη Στοκχόλμη και ήταν γνωστή με το αρκτικόλεξο SRA. Χρειάστηκαν μια ολόκληρη 15ετία, διαγωνισμοί, ακυρώσεις, δικαστικές διενέξεις, διαιτησίες και απευθείας αναθέσεις μέχρι να καταστεί η εταιρεία Telefunken κυρίαρχος του ραδιοφωνικού σκηνικού της χώρας και να εγκαινιαστεί επισήμως (1938) από τον βασιλιά Γεώργιο Β’ ο Ραδιοφωνικός Σταθμός Αθηνών, ο οποίος εγκαταστάθηκε στο Ζάππειο. Παρέμεινε εκεί επί μία ολόκληρη 35ετία και γνώρισε τα πρώτα βήματα της τηλεόρασης, πριν μετακομίσει στο αποκαλούμενο Ραδιομέγαρο της Αγίας Παρασκευής.

Στους ραδιοθάλαμους της ΕΙΡ στο Ζάππειο

Ραδιόφωνο εναντίον ρομβίας

Η δεκαπενταετία 1923-1938 κύλησε ανάμεσα σε εμπορικούς αντιπροσώπους διαφόρων οίκων που προσπαθούσαν να προωθήσουν τα προϊόντα των εταιριών τους, πανεπιστημιακούς και ιδιώτες εραστές της νέας τεχνολογίας, οι οποίοι κατόρθωναν με «ηρωικές» προσπάθειες να εκπέμψουν, και κυβερνητικούς παράγοντες, οι οποίοι για τους δικούς τους λόγους εκπροσωπούσαν συμφέροντα μεγάλων εταιριών. Εν τω μεταξύ, το 1927, όταν στη Θεσσαλονίκη ο Χρήστος Τσιγγιρίδης έθετε σε λειτουργία τον πρώτο ιδιωτικό ραδιοφωνικό σταθμό, στην Αθήνα υπήρχαν δηλωμένα 613 ραδιόφωνα. Ο προσεκτικός παρατηρητής έβλεπε στις στέγες αρκετών σπιτιών «αντένες» ασυρμάτου που μαρτυρούσαν την ύπαρξη ραδιοφώνου. Ήταν ωστόσο ακόμη είδος ύψιστης πολυτελείας, αφού το κόστος του ξεκινούσε από είκοσι και έφτανε μέχρι πενήντα χιλιάδες δραχμές!

Στους ραδιοθάλαμους της ΕΙΡ στο Ζάππειο

Όμως οι Αθηναίοι «ραδιοφωνούχοι», όπως τους αποκαλούσαν οι εφημερίδες, παραπονούνταν διαρκώς διότι η ακουστική απόλαυσή τους διακοπτόταν από παράσιτα. Οι περισσότεροι άκουγαν ιταλικά προγράμματα, μέσω του σταθμού του Μπάρι. Όλοι ζούσαν με το «όνειρο» της εγκατάστασης στην Αθήνα ραδιοφωνικού σταθμού. Αλλά γνώριζαν ότι δεν ήταν «πολύ μακράν η ημέρα κατά την οποίαν το ραδιόφωνον θα διαδοθή και εδώ, και τότε το γραμμόφωνον θα θεωρηθή πλέον ως κατάλληλον διά το αρχαιολογικόν μουσείον». Άλλοι στεναχωρούνταν γιατί το ραδιόφωνο θα έφερνε μοιραία και την κατάργηση της ρομαντικής ρομβίας, του μόνου μέσου που χάριζε απλόχερα μουσική στα λαϊκά στρώματα.

Στους ραδιοθαλάμους του Ζαππείου, μετά τον πόλεμο, ο Αρχιεπίσκοπος Δαμασκηνός με ξένους πρέσβεις και τις συζύγους τους (Αμερικής, Αγγλίας, Καναδά και Τουρκίας) μετά από εκπομπή αφιερωμένη στα Ηνωμένα Έθνη

Με… κουβέρτες στο Σύνταγμα

Τα χρόνια όμως περνούσαν και μόνον η Ελλάδα και η Αλβανία από την ευρωπαϊκή ήπειρο παρέμεναν χωρίς επίσημο ραδιόφωνο. Τον Απρίλιο 1936 η κατάσταση παρέμενε ίδια, αλλά μια είδηση περνούσε στα «ψιλά» των εφημερίδων: «Ο ραδιοφωνικός πομπός Τ.Τ.Τ. θα μεταδώση ψαλμωδίας και το πολυχρόνιον του βασιλέως τα οποία θα εκτελεσθούν υπό ειδικώς προς τούτο καταρτισθείσης χορωδίας». Πώς και από πού θα μεταδίδονταν, ήταν η απορία όσων πρόσεξαν την είδηση και διέθεταν ραδιόφωνο. Ελάχιστοι έμαθαν πως η μετάδοση έγινε από ένα πρόχειρο στούντιο που στήθηκε στο Υπουργείο Συγκοινωνίας, στο οποίο υπάγονταν τα τρία Ταυ (Ταχυδρομείο, Τηλεγραφείο, Τηλεφωνείο) και στεγαζόταν στην πλατεία Συντάγματος. Προσπαθώντας η κυβέρνηση Κων. Δεμερτζή να διασκεδάσει τις εντυπώσεις από τις πολύχρονες καθυστερήσεις –λόγω των διεθνών διαγωνισμών– αγωνιούσε να εκπέμψει από την Αθήνα.

Άννα Συναδινού και Ελένη Χαλκούση στο ΕΙΡ (1954).

Μετέβαλαν λοιπόν σε στούντιο δύο γραφεία –εντελώς ακατάλληλα από ακουστικής απόψεως–, μετακίνησαν τραπέζια, βιβλιοθήκες και χαρτιά, αλλά δεν μπορούσαν να αντιμετωπίσουν τους θορύβους από την κίνηση στην πλατεία Συντάγματος. Σκέπασαν τους τοίχους με 25 στρατιωτικές κουβέρτες, κρέμασαν ένα μικρόφωνο από το ταβάνι και για την εγκατάσταση των οργάνων εκκένωσαν το γραφείο του ιδιαίτερου γραμματέα του υπουργού Άγγελου Οικονόμου. Όσο για τις εγκαταστάσεις του ασυρμάτου για τη μετάδοση; Ήταν στα Σπάτα και τροφοδοτούνταν ηλεκτρικό ρεύμα από μπαταρίες! Έτσι, στις 23 Απριλίου 1936 και ενώ πεθαίνει ο Κ. Δεμερτζής (13 Απριλίου) και Πρωθυπουργός αναλαμβάνει ο Ιωάννης Μεταξάς, ακουγόταν στον αέρα: «Εδώ Ραδιοφωνικός Πομπός Τ.Τ.Τ. Προσοχή! Προσοχή! Θα σας μεταδώσωμεν δοκιμαστικώς μουσικά τεμάχια από πλάκες». Τα χρέη εκφωνητή εκτέλεσε ο διευθυντής του ασυρμάτου Στέφανος Ελευθερίου. Εμβληματική προσωπικότητα του Ελληνικού Ραδιοφώνου, σπούδασε ηλεκτρολόγος μηχανικός στην Ελβετία και όταν επέστρεψε προσλήφθηκε στη Διοίκηση Ραδιοφωνίας του Πολεμικού Ναυτικού και το 1925 μετατάχθηκε και ανέλαβε τη Διεύθυνση Ασυρμάτου του Υπουργείου Συγκοινωνιών. Βέβαια, κατά την ιστορική εκείνη μετάδοση ακουγόταν και κανένας κωδωνισμός του τραμ ή το βήξιμο κάποιου κρυολογημένου υπαλλήλου.

Η Θεία Λένα (Αντιγόνη Μεταξά) ανάμεσα σε παιδιά, 1948.

Στο Ζάππειο

Ο επόμενος μεγάλος σταθμός ήταν οι ραδιοθάλαμοι του Ζαππείου. Ο Ιωάννης Μεταξάς, σε λιγότερο από ένα μήνα από τότε που εγκαθίδρυσε τη δικτατορία του, θα εκμεταλλευθεί το κενό ιδρύοντας –με Αναγκαστικό Νόμο– την «Υπηρεσία Ραδιοφωνικών Εκπομπών» την περίφημη Υ.Ρ.Ε., που είναι ο προπομπός της γνωστής μας ΕΡΤ. Φροντίζει για την οργάνωση αλλά και την άσκηση πλήρους ελέγχου του νέου Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου και σπεύδει να εξασφαλίσει τα απαραίτητα έσοδα. Όποιος ήθελε να ακούει ραδιόφωνο στο σπίτι του πλήρωνε 300 δραχμές ετήσια συνδρομή, τα καταστήματα και τα γραφεία 600 δραχμές, και τα ξενοδοχεία 780 δραχμές κ.ο.κ. Σύντομα φρόντισε για την υπαγωγή της νέας υπηρεσίας στον πανίσχυρο Υφυπουργό Τύπου και Τουρισμού Θεολόγο Νικολούδη.

Λίγους μήνες αργότερα επιλέγεται το Ζάππειο για τη δημιουργία των ραδιοθαλάμων. Βρισκόταν στο κέντρο της πόλης αλλά μακριά από θορύβους. Οι αντιδράσεις της Επιτροπής Ολυμπίων και Κληροδοτημάτων κάμφθηκαν και οι εργασίες προχώρησαν με ταχύτατους ρυθμούς. Στις 4 Φεβρουαρίου 1938 επέστρεφε από τη Γερμανία ο Ιωάννης Βουλπιώτης αντιπρόσωπος της εταιρείας «Telefunken Gesellschaft für Drahtlose Telegraphie m.b.H.» (κοινοπραξία των γερμανικών εταιριών Siemens & Halske και AEG). Κόμιζε τη «συγκατάθεση» της εταιρείας για την υπογραφή της σύμβασης με την οποία ιδρύονταν ραδιοφωνικοί σταθμοί σε Αθήνα, Θεσσαλονίκη και Κέρκυρα.

 

Ο πρωθυπουργός Θεμιστοκλής Σοφούλης στο θάλαμο ΕΙΡ στο Ζάππειο το 1947.

Την ίδια μέρα ο υφυπουργός Συγκοινωνιών διόριζε το «Συμβούλιον Ραδιοφωνικών Εκπομπών», το οποίο τελούσε υπό την προεδρία του. Διευθυντής του Ραδιοφωνικού Σταθμού διορίστηκε ο Γεώργιος Κυριάκης, έμπιστος του Ι. Μεταξά, και μέλη του Συμβουλίου ο διευθυντής του Υπουργείου Παιδείας Κωστής Μπαστιάς, ο πλοίαρχος Κ. Πεζόπουλος, το στέλεχος του Υπουργείου Εξωτερικών Π. Ανδρουλής, ο μηχανικός Κ. Βλαστάρης και ως γραμματεύς ο Ηρ. Παντούλης. Στις 25 Μαρτίου 1938 η φωνή του βασιλιά Γεωργίου Β’ εγκαινίαζε επίσημα τα ελληνικά ραδιοφωνικά κύματα. Από τότε μέχρι τις αρχές της δεκαετίας 1970, όταν πλέον έγινε η μετεγκατάσταση του Ραδιοφώνου και της Τηλεόρασης στο Ραδιομέγαρο της Αγίας Παρασκευής, τα υπόγεια του Ζαππείου Μεγάρου γνώρισαν υπέρτατες στιγμές δόξας και πολιτισμού αλλά και ημέρες ντροπής και αντεθνικών παρασκηνίων.