Πεζοπορία στο μονοπάτι για το “Αθάνατο” Νερό, Ύδατα της Στυγός και την υψηλή κορυφή του Χελμού (2355 μ.)!

Τέλος Ιουλίου και το θερμόμετρο αγγίζει του 32ο η ζέστη είναι ανυπόφορη.

«Σ’ όλους τους τόπους κι αν γυρνώ μόνον ετούτον αγαπώ!» του Οδυσσέα Ελύτη

Νερό θανατηφόρο, μύθος τρομερός!

Ελάτε να ανέβουμε στις πηγές όπου ο Αχιλλέας έγινε άτρωτος!

Στο άκουσμα και μόνο της λέξης «ύδατα» μια αίσθηση δροσιάς μας διαπερνά.

«Ύδατα Στυγός Αθάνατο Νερό» γράφει μια πινακίδα καρφωμένη στον κορμό ενός δέντρου.

Η πορεία υπό τη σκιά μαύρης πεύκης και ψηλών ελάτων χαρακτηρίζεται από έντονο πράσινο και φυσικά πλούσιο οξυγόνο. Καθώς ανεβαίνουμε, στα αριστερά μας απλώνεται το συγκρότημα του Χελμού, σλαβική ονομασία που σημαίνει «χιονισμένο βουνό». Τα Αροάνια Όρη, όπως είναι η ελληνική ονομασία του Χελμού, σχηματίζουν πέταλο γύρω από την κοιλάδα του ποταμού Κράθη, τα νερά του οποίου, ακολουθώντας πορεία από τον Νότο προς τον Βορά, εκβάλλουν στον Κορινθιακό.


Αυτές τις πλαγιές σήμερα διατρέχουν μονοπάτια − ανάμεσα σ’ αυτά και το διεθνές Ε4 − για επίδοξους περιπατητές, σύγχρονα καταφύγια, μακριά από την ανθυγιεινή ζωή στην πόλη.
Η φωτογραφική μηχανή προσπαθεί να αιχμαλωτίσει το τοπίο και τις εναλλαγές του.

Η αδρεναλίνη χτυπά κόκκινο

Στον ορίζοντα, στην ανατολική πλευρά της επιβλητικής Νεραϊδοράχης, μιας από τις πιο ψηλές κορυφές του Χελμού, προβάλλει το Μαυρονέρι της Στύγας, χαρακτηρισμός που αποδίδει απόλυτα το μαύρο χρώμα που χαρίζει το νερό στην επιφάνεια του απότομου βράχου, καθώς ξεκινά από υψόμετρο 2.100 μ. και κυλά για 200 μ. σχεδόν κάθετα.
Το αθάνατο νερό ακούγεται όλο και πιο κοντά μας, καθώς πλησιάζουμε, και η δίψα έχει χτυπήσει κόκκινο.

 

Οι μύθοι ζωντανεύουν

Σταματάμε λίγα μέτρα πιο κάτω από τη βάση του φυσικού καταρράκτη, εκεί όπου τα θρυλικά νερά, μετά το απότομο γκρέμισμα, κυλούν ήρεμα για να συναντήσουν πιο πέρα τον ποταμό Κράθη. Γεμίζουμε τα άδεια μπουκάλια και πίνουμε με λαχτάρα νερό, αψηφώντας τον Παυσανία, που έλεγε ότι τα νερά της Στύγας δηλητηριάζουν τους ανθρώπους. Θύμα τους και ο Μ. Αλέξανδρος, κατά τον μεγάλο περιηγητή. Ο ίδιος υποστήριζε ότι το γυαλί, οι κρύσταλλοι, τα πήλινα αγγεία έσπαζαν μόλις βυθίζονταν σ’ αυτό. Αλλοιώνονταν τα μέταλλα ακόμη και ο άργυρος και ο χρυσός, το ήλεκτρο (κεχριμπάρι). Μόνο οι οπλές των αλόγων άντεχαν, γι’ αυτό οι θεοί το έπιναν μέσα σε κύπελλα καμωμένα από οπλή αλόγου.

«Πάνω από τον γκρεμό στάζει νερό που οι Έλληνες το ονομάζουν ύδωρ της Στυγός. Το νερό πέφτει πρώτα σ’ ένα βράχο πανύψηλο και από εκεί καταλήγει στον ποταμό Κράθη. Αυτό το νερό είναι θανατηφόρο για τους ανθρώπους και όλα τα ζώα…» Παυσανίας.

Η μυθολογία έχει τον λόγο

Σύμφωνα με τη μυθολογία, η Στυξ ήταν ποταμός που διέρρεε τον Κάτω Κόσμο. Σ’ αυτόν βύθισε η Θέτιδα τον Αχιλλέα για να γίνει αθάνατος. Στα νερά του ορκίζονταν οι Θεοί και τους επίορκους τους περίμενε τιμωρία φοβερή. Για τον Όμηρο η Στυξ ήταν ο χώρος όπου περιπλανιούνταν οι σκιές των νεκρών που δεν απολάμβαναν τις αρμόζουσες νεκρικές τιμές και στα νερά της βυθίζονταν οι ψυχές όσων είχαν διαπράξει κακό. Κατά τον Ησίοδο, επειδή η Στυξ, μαζί με τα παιδιά της, υποστήριξε τον Δία στον πόλεμο με τους Τιτάνες, της χάρισε την ιδιότητα να είναι ο μεγάλος και απαράβατος όρκος θεών και θνητών.

πηγή από: alternative-tourism.gr