Σία Αναγνωστοπούλου: «1821-2021: Μια επέτειος για τα «πανηγύρια» της ΝΔ;»

Συνέντευξη της βουλευτού Αχαιας ΣΥΡΙΖΑ, Σίας Αναγνωστοπούλου,στην εφημερίδα “Αυγή” της Κυριακής.

“Η νεοφιλελεύθερη εθνικοφροσύνη έχει ανάγκη, την αναβάπτισή της στα νάματα του 1821” – Για την Αριστερά, ο όρος «εθνικά θέματα» σημαίνει πάνω απ’ όλα σημείο καμπής για τη χειραφέτηση της κοινωνίας και την αναμέτρησή της με τον εαυτό της, τη γειτονιά της, το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον. Για τη Δεξιά, σημαίνει καταρχάς χειραγώγηση της κοινωνίας μέσα από την υποταγή της σε μια εθνικιστική ανάγνωση της Ιστορίας

Μεγάλα σχέδια φαίνεται ότι έχει η κυβέρνηση για τα 200 χρόνια από την Επανάσταση του 1821, μέχρι και τα μάρμαρα του Παρθενώνα θέλει να «δανειστεί» για τους εορτασμούς, και δη με τελετάρχη την κ. «Αθήνα 2004», Γιάννα Αγγελοπούλου. Να ’τανε το ’21, χρόνια δοξασμένα;

Η Σία Αναγνωστοπούλου, με τον διπλό της ρόλο ως πολιτικός και ως ιστορικός, αντιμετωπίζει με μεγάλη επιφύλαξη τα κυβερνητικά σχέδια, καθώς εκτιμά ότι η Ν.Δ. επιδιώκει να στήσει ένα «νέο εθνικό αφήγημα», μια «νέα ενιαία ταυτότητα», αισθητικής και περιεχομένου αρμάτων 2004.

Συνέντευξη στην Κάκη Μπαλή

* Η κυβέρνηση προωθεί τον πανηγυρικό εορτασμό των 200 ετών από την Επανάσταση του 1821. Υπάρχει όμως και η κριτική που διατυπώθηκε από την πλευρά του ΣΥΡΙΖΑ για το ενδεχόμενο η επέτειος να χρησιμοποιηθεί για την τυποποίηση του εθνικού ιστορικού αφηγήματος. Θεωρείτε ότι πίσω από την επέτειο κρύβονται κίνδυνοι εργαλειοποίησης της ιστορίας;

Είναι σαφές ότι η Ν.Δ. επιδιώκει, με αφορμή την επέτειο των 200 χρόνων, να στήσει ένα «νέο εθνικό αφήγημα», μια «νέα ενιαία ταυτότητα», αισθητικής και περιεχομένου αρμάτων 2004. Η Ν.Δ. λοιπόν επιδιώκει (όπως ο κ. Γεραπετρίτης παραδέχθηκε στη Βουλή) να κάνει rebranding την Ελλάδα και τους Έλληνες, κατά τις εισηγήσεις σοφών συμβούλων πολυεθνικών που επιδίδονται τελευταία στην Ελλάδα σε διαλέξεις περί την αναγκαιότητα ενός rebranding της Ελλάδας και των Ελλήνων.

Η επέτειος λοιπόν των 200 χρόνων εμφανίζεται ως ευκαιρία για τη Ν.Δ. ώστε να ξαναδιαχειριστεί το brand name Ελλάδα και σε αυτό να προσαρμοστούν οι Έλληνες για να έχουν τη δωρεά της ιστορικής και εθνικής νομιμοποίησης. Αυτή η τεχνοκρατική και «αρίστων» έμπνευσης ιδέα, την οποία θα απορρίπταμε εύκολα ως αρλούμπα (οι χώρες και οι λαοί δεν είναι πολυεθνικές και υπάλληλοι πολυεθνικών για να θέλουν rebranding), αποκτά τεράστιο νόημα όταν διαβάζεται υπό το φως της σκληρής ιδεολογίας της Ν.Δ., έτσι όπως κωδικοποιήθηκε από τον κ. Βορίδη και εφαρμόζεται σταδιακά αλλά σταθερά από τη στιγμή που η Ν.Δ. ανέλαβε τη διακυβέρνηση του τόπου.

Η Δεξιά στην Ελλάδα επιδιώκει να συγκροτήσει ένα νεοφιλελεύθερο, νεοσυντηρητικό αφήγημα, στο οποίο θα προσαρμόζεται η νέα εθνική ταυτότητα και μέσα από το οποίο θα απενοχοποιείται, επομένως θα νομιμοποιείται ιστορικά, η νεοφιλελεύθερη Δεξιά ως η μοναδική εθνική δύναμη. Γι αυτό επιδίδεται στο συστηματικό «σβήσιμο» όλων των «ενοχλητικών» πτυχών της ελληνικής Ιστορίας.

Η Μεταπολίτευση είναι το μεγάλο πρόβλημα της νέας Δεξιάς, γιατί η Μεταπολίτευση, καθώς και πολλές πτυχώσεις της δεκαετίας του ’60 και πριν από αυτήν, δεν επιτρέπουν τη νέα δεξιά ηγεμονία. Πρέπει να «σπάσει» αυτή η συνέχεια, ώστε να αποκατασταθεί μια άλλη, «αποκαθαρμένη» συνέχεια. «Ενοχλητικός μύθος» λοιπόν το πανεπιστημιακό άσυλο -επομένως καταργείται-, «ενοχλητική παρελθοντολογία η δολοφονία του Λαμπράκη» -επομένως στη λήθη της Ιστορίας- «ενοχλητικές ιδεοληψίες τα εργασιακά δικαιώματα», τα ατομικά δικαιώματα, «ψυχικά ασθενείς οι αντιστασιακοί της Χούντας» – επομένως σβήσιμο.

Εν ολίγοις, σβήσιμο όλων των «ενοχλητικών» σταθμών της Ιστορίας μας, στη λήθη όλα τα «ενοχοποιητικά στοιχεία» του παρελθόντος: «σβήσιμο» όλων των σταθμών που υπενθυμίζουν ότι η δημοκρατία, η ελευθερία και η ισότητα ήταν και παραμένει ανοιχτή διεκδίκηση της Αριστεράς, ήταν και παραμένει ζήτημα σφοδρών πολιτικών, κοινωνικών και ιδεολογικών συγκρούσεων. Η νεοφιλελεύθερη εθνικοφροσύνη έχει ανάγκη, για να απενοχοποιηθεί διά παντός, την αναβάπτισή της στα νάματα του 1821.

 

* Είναι κακό, με την ευκαιρία σημαντικών επετείων, ένα κράτος ή μια κοινωνία να αναστοχάζεται την ιστορία της;

Μια τόσο εμβληματική επέτειος, κυρίως μετά τη δεκαετή κρίση, συνιστά τομή στον χρόνο, ένα μεγάλο σταθμό, στον οποίο μια κουρασμένη και πληγωμένη από την κρίση κοινωνία ακουμπά για να αναμετρηθεί καταρχάς με το παρελθόν της. Η διάχυση της «γιορτής», μέσα από πανεπιστήμια, ερευνητικά κέντρα, σε σχολεία, σε φορείς κ.λπ., μπορεί να επιτρέψει στην κοινωνία να ξαναδιαβάσει τις περιπέτειές της με νέα εργαλεία, τα οποία δεν προσφέρουν οι άνωθεν επινοήσεις ενός «άριστου» brand name.

Οι πολλές ρηγματώσεις που δημιούργησε το 1821 σε σχέση με το «παλιό καθεστώς της τυραννίας», οι αξιακές ρηγματώσεις που επέφερε, αλλά και οι τσιμεντώσεις που υπέστη εκ των υστέρων από διάφορες εξουσίες, δεν χωράνε μια μονοσήμαντη, δεξιά ανάγνωση. Ούτε βέβαια προσφέρονται οι πολλαπλές ρηγματώσεις 200 χρόνων Ιστορίας (Μικρασιατική Καταστροφή και τέλος της Μεγάλης Ιδέας, προσφυγιά και πόλεμοι, ΕΑΜ και Εμφύλιος, μετανάστευση και εθνικοφροσύνη, νεολαιΐστικα κινήματα, Χούντα, Μεταπολίτευση, Ευρώπη, κοινωνικά κινήματα, Δεξιά και Αριστερά, η οικονομική κρίση, και πολλά άλλα) για μια νέου τύπου, νεοσυντηρητική, νεοφιλελεύθερη επετειακή αφήγηση.

Ο Κολοκοτρώνης και ο Καραϊσκάκης άλλωστε δεν προσφέρονται -κυρίως μετά από 200 χρόνια περιπετειών και μιας δεκαετούς κρίσης- ώστε να σβήσει και να κατασκευάσει η Δεξιά το «καθαρό» εθνικό brand που θέλει.

 

* Τα τελευταία χρόνια διαπιστώνουμε μια γενικευμένη διάθεση ιστορικού αναθεωρητισμού, συνήθως συνυφασμένου με εθνικές επιδιώξεις. Η Ελλάδα δηλώνει ότι δεν αποτελεί αναθεωρητική δύναμη, γιατί; Συνδέεται ο αναθεωρητισμός με την συντηρητική και εθνική αναδίπλωση που παρατηρούμε σε πολλές ευρωπαϊκές κοινωνίες;

Η Ελλάδα δεν είναι και δεν πρέπει να είναι αναθεωρητική δύναμη. Από αυτά τα 200 χρόνια πορείας γνωρίζουμε πόσο επίπονη και αιματηρή ήταν η διαδικασία χάραξης των συνόρων, πόσο δύσκολη άσκηση δημοκρατίας ανάμεσα στα κράτη είναι η υπεράσπιση των διεθνών Συνθηκών, πόσο δύσκολη άσκηση δημοκρατίας είναι για κάθε κοινωνία η εθνική αυτογνωσία και ο σεβασμός των περιπετειών των κοινωνιών γύρω της. Οι συντηρητικές, εθνικιστικές αναδιπλώσεις που οδηγούν σε αναθεωρητισμούς του τύπου «η Μακεδονία είναι μόνο μία και είναι ελληνική» είναι απλώς επικίνδυνες και νομιμοποιούν τους αναθεωρητισμούς γειτονικών μας κρατών.

 

* Είδαμε τους τελευταίους μήνες να γιγαντώνεται το θέμα των Πρεσπών και εν συνεχεία να προσγειώνεται πάλι στις πραγματικές του διαστάσεις, έχοντας όμως τραυματίσει και διχάσει την κοινωνία. Φταίει κάτι στον τρόπο που διδασκόμαστε την Ιστορία μας;

Οι Πρέσπες συνιστούν για μένα την ιδεολογική τομή της σύγκρουσης της Αριστεράς με τη Δεξιά. Για την Αριστερά, ο όρος «εθνικά θέματα» σημαίνει πάνω απ’ όλα σημείο καμπής για τη χειραφέτηση της κοινωνίας και την αναμέτρησή της με τον εαυτό της, τη γειτονιά της, το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον. Για τη Δεξιά, σημαίνει καταρχάς χειραγώγηση της κοινωνίας μέσα από την υποταγή της σε μια εθνικιστική ανάγνωση της Ιστορίας. Στη συνέχεια, οι «νόμιμοι εντολοδόχοι του έθνους» αναλαμβάνουν να διαχειριστούν ερήμην της την επίλυση αυτών των θεμάτων.

Ο ΣΥΡΙΖΑ με τις Πρέσπες έσπασε για πρώτη φορά τον παραμορφωτικό καθρέπτη της Δεξιάς, γι’ αυτό το τόσο μένος που εισέπραξε. Έσπασε το εθνικιστικό αφήγημα της Δεξιάς που χειραγωγεί τους πολίτες και έδειξε ότι η νεοφιλελεύθερη Δεξιά έχει έναν απίστευτο κυνισμό: ένα αφήγημα για τη χειραγώγηση των μαζών και μια άνωθεν ανάγκη για να εφαρμόζει στην πράξη την πολιτική που την βολεύει.

Τον καθρέπτη των Πρεσπών (και όχι μόνο) θα τον βάζουμε πάντα μπροστά στο πρόσωπο αυτής της Δεξιάς, ώστε να καθρεπτίζονται οι διαχρονικοί μέθοδοι της αναπαραγωγής της εξουσίας της.

πηγή – www.avgi.gr

Διαβάστε επίσης

Τα σχόλια είναι κλειστά.

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί cookies για την παροχή των υπηρεσιών του, και για την ανάλυση της επισκεψιμότητας. Με τη χρήση αυτού του ιστότοπου, αποδέχεστε τη χρήση των cookies.Αποδοχή