Οι γυναίκες και τα κορίτσια της Πίνδου, που μεταφέρουν πυρομαχικά εις τα Τμήματα πρώτης γραμμής, εκεί όπου ήταν αδύνατον να προσεγγίσουν τα ζώα των ορεινών εφοδιοπομπών.   Ο Ήρωας Υπολοχαγός (Λοχαγός από 1-11-1940) Διάκος Αλέξανδρος, εκ Χάλκης Δωδεκανήσου, ο οποίος πριν από 81 χρόνια, 1-11-1940, ακριβώς σαν σήμερα, με το αίμα του εις το Ύψωμα Τσούκα περιοχής Φούρκα, καθηγίασε τον Επικόν Αγώνα της Ελλάδος κατά της βίας και της τυραννίας. 

«Η Μεγαλωσύνη των Λαών δεν μετριέται με το στρέμμα, με της καρδιάς το πύρωμα μετριέται και με αίμα» (Κωστής Παλαμάς).   

Έχουν περάσει ογδόντα ένα χρόνια, ως προανέφερα, από τότε, που η Χώρα μας ολίγον μετά την 3ην πρωϊνήν, απέρριψε κατηγορηματικά το ιταμόν ιταλικόν τελεσίγραφον.

Ακόμη είναι διαυγείς εις τον νουν μας οι εικόνες των πολεμικών αναμετρήσεων και συνεπειών και δη αυτής της εποχής (Οκτωβρίου του 1940), κατά την οποίαν οι ψυχές των Ηρώων και Ημιθέων, παιδιών της Ελλάδος, εφτεροούγισαν επάνω από τα αιματοποτισμένα χώματα των Βορειοηπειρωτικών βουνών και άλλων Θεάτρων Επιχειρήσεων και μας στέλνουν αφυπνιστικόν χαιρετισμόν μέσα εις τον ποικιλόμορφον πόλεμον, τον οποίον βιώνομεν.

Το παρόν δημοσίευμα είναι το ολιγώτερον το οποίον τους οφείλω. Είναι ένα κερί και θυμίαμα εις την μνήμην των.

Ανακαλούνται από το ατομικόν μας ασυνείδητον οι παραστάσεις των Αγώνων και Θυσιών της Πατρίδος μας, προς αντιμετώπισιν ενός εχθρού, ο οποίος προέβαλεν αιφνιδιαστικά και μας ωδήγησεν εις το πεδίον δράσεως και αγώνων του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, παρά την αυστηράν ουδετερότητα, την οποίαν είχε τηρήσει μέχρι τότε η Χώρα μας.

Δυστυχώς, «όταν εις τον κάμπον παλεύουν τα βουβάλια, την πληρώνουν τα βατράχια». Παρά το γεγονός ότι ο Έλλην Πρωθυπουργός επιέζετο από το Βασιλέα, από το Υπουργικόν Συμβούλιον και από τον Αρχιστράτηγον να επιστρατεύση, το απέφυγε για τέσσαρες λόγους, ένας των οποίων ήταν: «να μην προκαλέση τον αντίπαλον». Όμως, όταν εξεδηλώθη η επίθεσις, εφηρμόσθη με εξόχως αριστουργηματικήν επιτυχίαν το σχέδιον επιστρατεύσεως.   

Τότε τα Ελληνόπουλα, το άνθος της νεότητος του Έθνους μας, τα νιάτα των Ηρώων και Ημιθέων, έδωσαν την απάντησιν από τα δοξασμένα βουνά και από τα φλογισμένα πέλαγα, ακόμη και από τους Ελληνικούς αιθέρες. Ο Τσολιάς έχει δικήν του Ιστορίαν και δικήν του Φιλοσοφίαν, την έχει εις την ψυχήν του, εις το τσαρούχι του και εις την λόγχην του.

Εις ό,τι αφορά το Πολεμικόν μας Ναυτικόν, όταν ο Στόλαρχος, Ναύαρχος Καββαδίας από το θωρηκτόν άμα και καταδρομικόν Αβέρωφ εκοινοποίησεν εις τα πληρώματα των πλοίων το τηλεγράφημα, το οποίον επληροφορούσε τον στόλον ότι άρχιζεν ο πόλεμος, «αντιλάλησαν τα στενά της Σαλαμίνος, σαν να ξύπνησαν οι ναύτες του Θεμιστοκλή και του Αριστείδη και έψαλλαν μυριόφωνον τον αρχαίον παιάνα: Ίτε παίδες Ελλήνων, ελευθερούτε Πατρίδα…. νυν υπέρ πάντων αγών ….». (Σπύρος Μελάς της Ακαδημίας Αθηνών. Η ΔΟΞΑ ΤΟΥ 40).

Επίσης σπουδαίον έργον προσέφεραν και οι Αεροπόροι της Πολεμικής μας Αεροπορίας κυρίως με τις αναγνωρίσεις, τις οποίες με πλείστους όσους κινδύνους πραγματοποιούν.

Συν τοις άλλοις εις τις 8 Σεπτεμβρίου 1943, Ημέραν κατά την οποίαν η Εκκλησία μας τιμά το Γενέσιον της Θεοτόκου, έγινε γνωστόν ότι η Ιταλία συνεμάχησε με την Χώραν μας και τους συμμάχους της. Τότε ο άξων των εταίρων Μουσολίνι – Χίτλερ έσπασε και η Βέρμαχτ έθεσεν υπό διωγμόν τους Ιταλούς στρατιωτικούς. 

Τότε τα Ελληνικά νοικοκυριά εφιλοξένησαν και περιέθαλψαν τους διωκομένους Ιταλούς μέχρις ότε απεκατεστάθησαν τα πράγματα και επέστρεψαν εις την πατρίδα των, εις τις οικογένειές των. Δεν ήτο δυνατόν να γίνη αλλιώς, «η ευγένεια υποχρεοί». Εδώ φαίνεται περίτρανα το Μεγαλείον της Φυλής μας.   

Πολλά από τα παιδιά αυτά (Ιταλοί) ήλθαν εις γάμου κοινωνίαν με θυγατέρες των οικογενειών φιλοξενίας των και απέκτησαν λαμπρές οικογένειες. Έτσι αδελφοποιήθημεν έτι μάλλον με τον φίλον Ιταλικόν λαόν, με τον οποίον άλλωστε μας συνδέει η αμοιβαία αγάπη και ο αλληλοσεβασμός. Έχομεν άριστες κοινωνικές, πολιτισμικές και εμπορικές σχέσεις και συναλλαγές.

Είναι το χαρακτηριστικόν γνώρισμα της Φυλής μας: ατσάλινον χέρι με λευκόν βελούδινον γάντι. Όποιος σέβεται τα ιδανικά μας, τα οποία πιστεύομε και πρώτοι εθεμελιώσαμεν ανά τον κόσμον ολόκληρον, απολαμβάνει την αγνότητα της Ελληνικής Ψυχής, το Μεγαλείον της Φυλής μας. Όμως όποιος υπερβαίνει τα εσκαμμένα, περιφρονών τις ανωτέρω αξίες, δεν έχει παρά να συναντήση το ατσάλι. Προς γνώσιν ωρισμένων….  

Πέραν όλων αυτών, με τους φίλους μας Ιταλούς είμεθα μέλη της Βορειο-Ατλαντικής Συμμαχίας και της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Ενταύθα οφείλω να επισημάνω ότι δεν χρειάζεται πολύς λόγος για να γίνη φανερόν πόσες και ποιες τραγωδίες δημιουργεί ο πόλεμος. Η νεολαία των Λαών και δη οι ακμάζουσες ηλικίες τροφοδοτούν με αίμα το αχανές στόμα και την ακόρεστον κοιλίαν του πολέμου. Απεναντίας, όταν βασιλεύει η Ειρήνη, ο μόχθος μεταβάλλεται εις χρυσόν και η Επιστήμη εις ευεργέτην, η καλωσύνη εις αγαθοποιίαν και η φιλία εις αδελφοσύνην. Οι νέοι γνωρίζουν την Παιδείαν, οι ώριμοι την ευδοκίμησιν και οι γέροντες την σοφίαν.

«Μακάριοι οι ειρηνοποιοί, ότι αυτοί τον Θεόν όψονται» (ΚΑΙΝΗ ΔΙΑΘΗΚΗ).

Τελευταία όλοι παρακολουθούμε τον αποσυντονισμόν των λειτουργιών, τον οποίον προεκάλεσεν ο Βιολογικός Πόλεμος, η πανδημία του ΚΟΡΩΝΟΪΟΥ εις ολόκληρον την ανθρωπότητα.

Τα κυριώτερα είδη των πολέμων είναι: οι αμυντικοί, οι απελευθερωτικοί, οι κατακτητικοί και οι εμφύλιοι.

Τούτων οι πρώτοι είναι νόμιμοι και επιβεβλημένοι.

Οι δεύτεροι ιεροί και αναγκαίοι.

Οι τρίτοι τρισάθλιοι και απάνθρωποι. 

Και οι τελευταίοι επονείδιστοι και ακαταλόγιστοι.

Για να δώσω μίαν εικόνα πως λαμβάνονται ενίοτε οι μεγάλες αποφάσεις, για την κήρυξιν των κατακτητικών πολέμων, θα αναφερθώ εις το ακόλουθον παράδειγμα. Όταν η Ατόσσα ήταν στο κρεβάτι με τον σύζυγόν της τον Δαρείον, εντέχνως τον προέτρεψε και τον έπεισε να αποφασίση να εκστρατεύση κατά της Ελλάδος. Η απόφασίς του αυτή υλοποιήθη με τα γνωστά αποτελέσματα. (Ηρόδοτος Γ΄ 132, 133, 134, 135).

Η Χώρα μας διαθέτει πλουσίαν εμπειρίαν και των τεσσάρων ειδών των πολέμων και δη από την αρχαιότητα. Όμως πάντα με το Μεγαλείον της και τις χιλιάδες των Μαρτύρων της, οι οποίοι έδωσαν τ’ αγαθά των και την ζωήν των, συνέβαλλεν εκάστοτε να δοθή εις την ανθρωπότητα το Θείον Δώρον της Ειρήνης. 

Εις την κορυφήν των Μαρτύρων αυτών ίσταται ο Θεάνθρωπος, ο οποίος εγεννήθη δια την Ειρήνην και υπέρ αυτής ευρήκε Σταυρικόν θάνατον.        

Και για να επανέλθω, ολίγον μετά την 3ην πρωϊνήν, της 28ης Οκτωβρίου, ώραν επιδόσεως του ιταλικού τελεσιγράφου εις τον Έλληνα Πρωθυπουργόν, ήρχισεν η εφαρμογή του Σχεδίου Επιστρατεύσεως. 

Τα παιδιά της Ελλάδος καλούνται υπό τα όπλα. Εγκαταλείπουν οικογένειες και κάθε επαγγελματικήν δραστηριότητα και σπεύδουν να φθάσουν εις την πρώτην γραμμήν του πυρός, να ενισχύσουν τους ήδη μαχομένους αδελφούς των.

Τα βαγόνια των τρένων γεμίζουν ασφυκτικά και οι έφεδροι αναρριχώνται εις τους εξωτερικούς χώρους των συρμών. Επείγονται να φθάσουν όσον πιο γρήγορα γίνεται εις τον γάμον, εις τον οποίον προσκαλούνται, επείγονται «να παντρευτούν τη φωτιά».

Εν συνεχεία των ήδη επιστρατευθέντων από Καμενιάνους και Δροβολοβόν σταδιακά είκοσι έξι παλληκαριών, προσετέθησαν τέσσαρα ακόμη ηλικίας 34 ετών, τα οποία ανήμερα των Θεοφανείων, με την ευχήν των οικογενειών των και την Ευλογίαν της Θεομήτορος, ανεχώρησαν μετά την Θείαν Λειτουργίαν και ύστερα από πεζοπορίαν πέντε ωρών περίπου έφθασαν εις την πόλιν των Καλαβρύτων, οπόθεν με τα συγκοινωνιακά μέσα της εποχής εκείνης κατηυθύνθησαν εις το θέατρον επιχειρήσεων της Βορείου Ηπείρου, προκειμένου να συμμετάσχουν μετά των συναδέλφων των εις την αντιμετώπισιν του εισβολέως, εν μέσω αντίξοων καιρικών και λοιπών συνθηκών, αλλά με ακμαίον ηθικόν και υψηλόν φρόνημα, αρετές από τις οποίες ενεφορούντο όλοι οι Έλληνες της εποχής εκείνης και μετελαμπάδευσαν εις τους επιγενομένους.

Παρατίθεται φωτογραφία του Διοικητού Αποσπάσματος Πίνδου Συνταγματάρχου ΔΑΒΑΚΗ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ.

 

 

Ο Ιταλός δικτάτωρ φαίνεται ότι δεν εγνώριζεν εκείνο, το οποίον εγνώριζαν και γνωρίζουν οι Έλληνες, πως: τα Έθνη ζουν, δρουν και συμβάλλουν εις τις υψηλές πραγματοποιήσεις του Πνεύματος, όταν δεν λησμονούν την Ιστορίαν των και δεν αθετούν τις υποχρεώσεις των, ένεκα ποταπών υλιστικών συμφερόντων ή ωφελίμων μεν, αλλ’ όχι ηθικών πολιτικών προσανατολισμών.

Επίσης δεν αντελήφθη ότι εκήρυξε τον πόλεμον εναντίον της Υπερμάχου Στρατηγού, εναντίον της Θεομήτορος, με τον τορπιλισμόν του ευδρόμου Έλλη εις τον λιμένα της Τήνου, το οποίον συμμετείχεν εις τις εορταστικές εκδηλώσεις, προς τιμήν της Κοιμήσεως της Θεοτόκου.   

Από την πίστιν αυτήν η μικρά εις έκτασιν και πληθυσμόν, αλά Τεράστια εις Μεγαλείον Ελλάς, ήντλησε την Δύναμιν να αντιταχθή εις τον θεωρούμενον, έως τότε, αήττητον άξονα και ενίκησεν. 

Το Ελληνικόν Έθνος υπερήφανον για την τρισχιλιετή Ιστορίαν του, περιεφρόνησε κάθε λογικόν δεδομένον και χωρίς δισταγμόν, χωρίς υπολογισμόν ξεσηκώθηκεν έκθυμον και ομόθυμον και ερρίφθη μόνον του εις τον άνισον αυτόν αγώνα.            

Η Μεγαλόχαρις Ευλόγησε τα Ελληνικά όπλα, άπλωσε το Μανδήλι Της, Την Αγίαν Σκέπην Της και εκάλυψε τα παιδιά της Ελλάδος.

Συνεπολέμησε μαζί των εις όλα τα θέατρα επιχειρήσεων. Ο Αντιστράτηγος, αείμνηστος Χαράλαμπος Κατσιμήτρος, εις το βιβλίον του «Η ΗΠΕΙΡΟΣ ΠΡΟΜΑΧΟΥΣΑ», γράφει: [Την εσπέραν της 14ης Μαρτίου 1941 ο τότε Ανθυπασπιστής Πεζικού ΚΑΝΤΖΑΡΟΣ Κ., ανήκων εις το 1/40 Τάγμα Ευζώνων, όπερ διέμενεν εις το χωρίον ΓΚΟΛΕΜΙ, ως εφεδρεία της VIII Μεραρχίας, εξήλθεν εις περίπατον μόνος του, άμα τη δύσει του ηλίου, εις τα πέριξ του χωρίου υψώματα.

Ενώ δε ευρίσκετο εις μικράν από του χωρίου απόστασιν, όλως αιφνιδίως και έκθαμβος, είδεν εν ΘΕΙΩ ΟΡΑΜΑΤΙ την εικόνα της ΘΕΟΜΗΤΟΡΟΣ, υπό μορφήν γυναικός μαυροφορεμένης, ήτις έστη προ αυτού και ανέκοψε τον δρόμον του.

Έντρομος ο Ανθυπασπιστής εγονυπέτησεν αυθορμήτως και μετά δέους προσέβλεψε προς την ΘΕΙΑΝ ΜΟΡΦΗΝ, οπότε ήκουσε παρ’ ΑΥΤΗΣ τους εξής λόγους: «ΜΗ ΦΟΒΕΙΣΑΙ». ΕΙΜΑΙ Η ΠΑΝΑΓΙΑ! 

»ΠΗΓΑΙΝΕ ΣΤΟ ΔΙΟΙΚΗΤΗ ΣΟΥ ΚΑΙ ΕΙΠΕ ΤΟΥ ΟΣΑ ΕΙΔΕΣ ΚΑΙ ΗΚΟΥΣΕΣ!».

Και μετά ταύτα διελύθη η ΘΕΙΑ ΟΠΤΑΣΙΑ, ο δε Ανθυπασπιστής εν τω μεταξύ λιποθυμήσας εκ του τρόμου, κατέπεσεν αναίσθητος. Σπεύσαντες τότε Στρατιώται τινές, τυχαίως ευρεθέντες εκεί και ιδόντες τούτον καταπίπτοντα επί του εδάφους, τον ανήγειραν και τον επανέφεραν εις τας αισθήσεις του, νομίσαντες ότι έπαθε δυστύχημά τι.

Ευθύς ως συνήλθεν ούτος, αφηγήθη εις τους Στρατιώτας, περιδεής ακόμη, το Θείον όραμα, είτα δε σπεύσας αμέσως ανέφερε το γεγονός εις τον Διοικητήν του Τάγματος Ταγματάρχην ΧΡΥΣΟΧΟΟΥ ΑΛ., ούτος δε εις τον Αρχηγόν του Πεζικού της Μεραρχίας Σ/ρχην τότε ΓΙΑΪΤΖΗΝ ΔΗΜ. 

Αστραπιαίως διεδόθη αμέσως το γεγονός εις άπαντας τους Αξ/κούς και Οπλίτας του εκεί Τάγματος, είτα δε από τηλεφώνου προς απάσας τας Μονάδας της Μεραρχίας].

Την Αγίαν Σκέπην της Θεοτόκου, η Εκκλησία μας τιμούσε την 1ην Οκτωβρίου. Όμως εν έτει 1952 η Ιερά Σύνοδος έλαβεν Απόφασιν και τιμάται την 28ην Οκτωβρίου.        

Η Ελλάς, όταν απέρριπτε το ιταλικόν τελεσίγραφον, είχε πλήρη επίγνωσιν ότι προσέφερεν εαυτήν ολοκαύτωμα και θυσίαν υπέρ των ιδανικών, τα οποία επίστευε και πρώτη αυτή εθεμελίωσεν ανά τον κόσμον ολόκληρον, δηλαδή υπέρ του τριπτύχου της Ελευθερίας, της Δημοκρατίας και της Δικαιοσύνης.

Επτά χιλιάδες εννεακόσιοι σαράντα οκτώ (7.948) Αξιωματικοί και Οπλίτες έπεσαν ηρωϊκώς μαχόμενοι μόνον εις το Θέατρον Επιχειρήσεων της Βορείου Ηπείρου. (Εφημερίδα ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ 28-29 Οκτωβρίου 1995).

Οι Ήρωες αυτοί εδίδαξαν εις τους ισχυρούς του κόσμου το ευ αγωνίζεσθαι

Παρατίθεται πίνακας απωλειών του Ελληνικού Στρατού κατά τον Ελληνο-Ιταλικόν και Ελληνο-Γερμανικόν Πόλεμον 1940-1941.     

  1. Ποσοστόν επί συνόλω επιστρατευθέντων 12,7% 
  2. Ποσοστόν επί δυνάμεων μετώπου 20% 

    α. Νεκροί: 

  – Μόνιμοι Αξ/κοί     384 8% 

– Έφεδροι Αξ/κοί     404 9,85% 

– Οπλίτες 12.620 3%

    β. Τραυματίες: 

– Μόνιμοι Αξ/κοί     473 2% 

– Έφεδροι Αξ/κοί     785 3,9%

– Οπλίτες 41.227    9,8%

Ο ανωτέρω απολογισμός προκύπτει από το εγχειρίδιον: Ιστορικόν – Στρατηγικαί Μελέται: Η Εποποιία των Νεωτέρων Ελλήνων. Ο Ελληνο-Ιταλικός και Ελληνο-Γερμανικός Πόλεμος 1940-1941 του αειμνήστου Υποστρατήγου Μιχαήλ Δ. Σούλη, καθηγητού Σχολής Αξ/κών Αστυνομίας Πόλεων 1978.

Μετά από αυτόν τον βαρύν φόρον αίματος των παιδιών της Ελλάδος, των Ηρώων και Ημιθέων, οι οποίοι απετέλεσαν την Ασπίδα της Χώρας μας ενάντια εις την βίαν και την τυραννίαν κατά τους δύο φοβερούς αυτούς πολέμους και είπαν το αποφασιστικόν εκείνο ΟΧΙ, το οποίον εξεπέρασεν εις λακωνικότητα και αυτό το μολών λαβέ, εθεώρησα  φρόνιμον, να αναφερθώ και εις τον πρώτον Έλληνα Αξιωματικόν, τον λεοντόθυμον, τον ευπατρίδην Διάκον Αλέξανδρον, εκ Χάλκης Δωδεκανήσου, ο οποίος δια του αίματός του και αυτός εις το Ύψωμα Τσούκαν, περιοχής Φούρκας, ηνέωξε το Πάνθεν των Ηρώων και Ημιθέων. Ο Υπολοχαγός Διάκος Αλέξανδρος, Διοικητής του 2ου Λόχου του 4ου Συντάγματος Πεζικού, προπορευόμενος του Λόχου του, επετέθη κατά μέτωπον εναντίον υπερτέρων Ιταλικών δυνάμεων – άριστα ωχυρωμένων και εξωπλισμένων με πολυβόλα και όλμους – και ανεφώνησεν: «Εμπρός παιδιά για μια Μεγάλη Ελλάδα για μια Ελεύθερη Δωδεκάνησον». (Δημοσίευμα αειμνήστου Αχιλλέως Τάγαρη, Αντιστρατήγου, εις το Περιοδικόν Αστυνομικά Χρονικά Αστυνομίας Πόλεων εν έτει 1966). Επίσης γράφει ο Αντιστράτηγος Αχιλλεύς Τάγαρης: «αλλά διοικητής είναι ο Διάκος», εξαίρων ούτω την φιλοπατρίαν, την γενναιότητα, την αυταπάρνησιν και την ικανότητα διοικήσεως του συγκεκριμένου Αξ/κού.

Ο αείμνηστος Αντιστράτηγος Ανδρέας Μπρες εκ Καλαβρύτων, συνομιλών με τον γράφοντα κατά το πάλαι ποτέ, εγκωμίασεν όλως ιδιαιτέρως την φιλοπατρίαν, την ικανότητα διοικήσεως και τον ηρωϊκόν θάνατον του Λοχαγού Διάκου Αλεξάνδρου. 

Ο αείμνηστος Υπολοχαγός Διάκος Αλέξανδρος εφάνη αντάξιος του Διάκου της Αλαμάνας, του Αθανασίου Διάκου. Δια της θυσίας του έθεσε και αυτός την υπογραφήν του και την σφραγίδα του εις το ανά τον κόσμον ολόκληρον διαθρυλούμενον ότι: «Οι Ήρωες πολεμούν σαν Έλληνες».

Εξ εγγράφου, το οποίον ευγενώς μας προσέφερεν ο Δ/ντής της Δημόσιας Κεντρικής Βιβλιοθήκης Ρόδου κ. ΑΓΓΕΛΗΣ Αντώνιος, προκύπτει ότι: «ο Διάκος Αλέξανδρος του Ιωάννου, γεννηθείς εις Χάλκην Δωδεκανήσου την 1ην Ιανουαρίου 1911, μαθητής ακόμη Βενετοκλείου Γυμνασίου, ετόλμησε να κατεβάση την ιταλικήν σημαίαν».

Ειρήσθω εν παρόδω ότι την 1ην Ιανουαρίου, αλλά του έτους 1907, ήτοι τέσσαρα έτη ενωρίτερον, εγεννήθη και ο πατέρας του γράφοντος, ο οποίος ως Στρατιώτης του 2ου Συντάγματος Πεζικού επολέμησεν εις το θέατρον επιχειρήσεων της Βορείου Ηπείρου και επέστρεψεν εις την οικογένειάν μας την Άνοιξιν του 1941 με κρυοπαγήματα και τραύματα, με αποτέλεσμα να απωλέση τον όρασίν του εκ του δεξιού οφθαλμού. Την 1ην Μαΐου 1941 εθεωρήθη απολυθείς (ΔΥΕΑ 20001/41), καθ’ ότι το Στράτευμα μετά την συνθηκολόγησιν 20 Απριλίου 1941 απεστρατεύθη.

Και για να επανέλθω, [ο Υπολοχαγός Διάκος Αλέξανδρος προήχθη εις Λοχαγόν επ’ ανδραγαθία διακριθείς εν τω Αλβανικώ μετώπω και πεσών επί του πεδίου της μάχης, Β.Δ. 1940 – 19 Δεκεμβρίου, Εγκ. 423/40, Η προαγωγή του λογίζεται από 1-11-1940, ήτοι από της χρονολογίας του θανάτου του, καθ’ ἣν ετελέσθη η ανδραγαθία (Β.Δ. 1941 – 21 Μαρτίου Εγκ. 192-41), όπως προκύπτει εξ εγγράφω του Υπουργείου Στρατιωτικών (2-12-46), το οποίον επίσης μας προσέφερεν ο κ. ΑΓΓΕΛΗΣ Αντώνιος, τον οποίον ευχαριστώ πολύ και παραθέτω τις σχετικές πληροφορίες τις οποίες μας παρείχε προφορικά, με ευγένειαν και καλοσύνην.

«Τα Δωδεκάνησα από το έτος 1923 ήσαν ΝΤΕ ΓΙΟΥΡΕ υπό Ιταλικήν κατοχήν, εποχήν καλουμένην Ιταλοκρατίαν και οι κάτοικοι απέκτησαν την Ιταλικήν υπηκοότητα. Όμως οι νέοι, κατά τον Ελληνο-Ιταλικόν πόλεμον 1940-1941, συνεκρότησαν το Σύνταγμα Δωδεκανησίων Εθελοντών και ετάχθησαν εις την πρώην γραμμήν του πυρός.

Όταν εισέβαλαν οι Ιταλοί εις την Ελλάδα, τους έθεσαν υπό διωγμόν. Όσους συνέλαβαν, τους κατεδίκασαν με συνοπτικές διαδικασίες εις θάνατον και τους εξετέλεσαν, με το πρόσχημα ότι: «Ιταλοί όντες εναντίον Ιταλών εμάχοντο».

Πολλοί εκ των διωκομένων έφυγαν εις Μέσην Ανατολήν ή προσεχώρησαν εις την Εθνικήν Αντίστασιν. 

Ο Αλέξανδρος Διάκος δεν υπήγετο εις το Σύνταγμα Εθελοντών Δωδεκανησίων, καθ’ ότι ήταν μόνιμος Αξιωματικός, προερχόμενος εκ της Στρατιωτικής Σχολής Ευελπίδων].      

«Περί της δράσεως του υπερόχου τέκνου της Δωδεκανήσου, που με το αίμα του καθηγίασε τον επικόν αγώνα της Ελλάδος κατά της βίας, ο Ταγματάρχης Πεζικού Καραβίας Ιωάννης Διοικητής της Διλοχίας Βασιλοπούλου, υπέβαλεν εις το Β΄ Σώμα Στρατού την κάτωθι έκθεσίν του»: (Ι.Α. Βερνάρδος Ταγματάρχης Πεζικού ΔΑΒΑΚΗΣ – ΠΙΝΔΟΣ).

ΕΚΘΕΣΙΣ.

  «Ο υπολ/γός Διάκος Αλεξ. επί κεφαλής Λόχου του (2ος 1/4 εμπροσθοφυλακής του 1ου Τάγματος Λοχ. Βασιλοπούλου του 4ου Συντάγματος Πεζικού), κινουμένου εν τη κατευθύνσει Τσούκα-Φούρκα την 10ην ώραν της 1ης Νοεμβρίου, προσέκρουσεν εις ισχυράς εχθρικάς αντιστάσεις, εγκατεστημένας επί Τσούκας. 

Επιτίθεται με εφ’ όπλου λόγχην και καταλαμβάνει το ύψωμα Τσούκας. Πριν προλάβη να εγκατασταθή ο Λόχος, δεχθείς δευτέραν σφοδράν αντεπίθεσιν ανατρέπεται.

Ο υπολ/γός Διάκος, ανασυγκροτήσας τον Λόχον του επιτίθεται εκ δευτέρου και ανακαταλαμβάνει την Τσούκαν, όπου δεχθείς δευτέραν σφοδροτέραν της πρώτης αντεπίθεσιν του εχθρού ανατρέπεται εκ δευτέρου.

Ο υπολ/γός Διάκος, ανασυντάξας τον Λόχον του και τεθείς επί κεφαλής, επιτίθεται εκ τρίτου και ανακαταλαμβάνει δια τρίτην φοράν το μοιραίον ύψωμα Τσούκα.

Δέχεται επί της Τσούκας τρίτην σφοδράν αντεπίθεσιν του εχθρού, υποστηριζομένην δια πυκνοτάτου πυρός όλμων, ενώ από μέρους ημών ουδεμία βοήθεια ήτο δυνατή, λόγω του δασώδους εδάφους και της παντελούς ανυπαρξίας όλμων, και ανατρέπεται εκ τρίτου.

Ο υπολ/γός Διάκος, ανασυγκροτεί τον Λόχον του δια τρίτην φοράν και αναλαμβάνει δια τετάρτην φοράν επίθεσιν κατά του υψωμ. Τσούκας, διαρκούσης της οποίας επί κεφαλής του Λόχου του δέχεται ριπήν πολυβόλου περί ώραν 11.30΄- 12 και πίπτει νεκρός.

Ο ηρωϊσμός του υπολ/γού Διάκου και η ενέργεια του Λόχου του επεβράδυνον την κίνησιν του εχθρού από Ζεκίρι προς Βούζιον – Σαμαρίναν και επέτρεψαν εις ημέτερα τμήματα να προκαταλάβωσι τα υψώματα Σαμαρίνας. Ετάφη εις νεκροταφείον Ζούζουλης».

Καραβίας Ιωάννης

  Ταγ/χης Πεζικού»

  Ο αείμνηστος Αντιστράτηγος Δημήτριος Καθενιώτης εις την Έκθεσίν του (ΑΙ ΚΥΡΙΩΤΕΡΑΙ ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΑΙ ΦΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ 1940-41) γράφει:

«….Πίπτει ο γενναίος αυτός Αξιωματικός, αποτελέσας έναν αρραβώνα της Ιδιαιτέρας του Πατρίδος Δωδεκανήσου προς την Ελλάδα….». 

Παρατίθεται φωτογραφία, τόσον του Ήρωος Λοχαγού Διάκου Αλεξάνδρου, όσον και του αγάλματος αυτού, το οποίον κοσμεί την κεντρικήν πλατείαν της Ρόδου και προκαλεί τον θαυμασμόν εις τους φίλους και το δέος εις τους εχθρούς.

Ειλημμένες εκ του προαναφερομένου βιβλίου. (ΔΑΒΑΚΗΣ – ΠΙΝΔΟΣ)

 

 

 

 

 

 

 

 

Κατά την φάσιν αυτήν της προαναφερθείσης μάχης εις το Ύψωμα Τσούκαν περιοχής Φούρκας, εκτός του Υπολοχαγού Διάκου Αλεξάνδρου, εφονεύθησαν: ο αντικαταστάτης του έφεδρος Ανθυπολοχαγός Ντάσκας Ελευθέριος από τα Θεοδώριανα Άρτας, καθώς και τέσσαρες Στρατιώτες. Ύστερα από τον θάνατον του Διοικητού του Λόχου και του αντικαταστάτου του Εφέδρου Ανθυπολοχαγού, ο Λόχος συνεπτύχθη εις τις θέσεις εξορμήσεώς του.

Εδώ, ας μου επιτραπεί, να κάνω μικράν αναδρομήν, προκειμένου να σκιαγραφήσω την κατάστασιν εις τον ορεινόν όγκον της Πίνδου, τόσον ολίγον πριν, όσον και ολίγον μετά τον θάνατον του Υπολοχαγού Διάκου Αλεξάνδρου την 1ην Νοεμβρίου 1940 και τον τραυματισμόν του Διοικητού του Αποσπάσματος Πίνδου Συνταγματάρχου Δαβάκη Κωνσταντίνου την 2αν Νοεμβρίου 1940.

Εισβολή των Ιταλών – Το πρώτον ανακοινωθέν του Γενικού Στρατηγείου.

Ο αντίκτυπος εις την Πίνδον – Ο τετραήμερος λυσσώδης αμυντικός αγών επί της Πίνδου.

Η κυρία Ιταλική προσπάθεια. Ο Αγών μεταφέρεται επί της κυρίας τοποθεσίας αντιστάσεως.

1η Ημέρα: 28 Οκτωβρίου 1940 – Δευτέρα.

Η σύμπτυξις των Τμημάτων Προκαλύψεως. 

Ο Ανθυπασπιστής Καφαντάρης αμύνεται ηρωϊκώς επί της Κιάφας. 

2α Ημέρα: 29 Οκτωβρίου 1940 – Τρίτη. 

Ο επικός Αγών των υπερασπιστών της Κιάφας. Ο Συνταγματάρχης Δαβάκης επιμόνως σκέπτεται περί αντεπιθέσεως, ενώ τα Τμήματά του συμπτύσσονται και ουδαμόθεν αναφαίνονται ενισχύσεις.

3η Ημέρα: 30 Οκτωβρίου 1940 – Τετάρτη.

Η Κιάφα πίπτει υπό τα πλήγματα του ψύχους.     

4η Ημέρα: 31 Οκτωβρίου 1940 – Πέμπτη. 

Η λήξις του τετραημέρου Αμυντικού Αγώνος. Προετοιμασία για την αντεπίθεσιν. 

Σημείωσις: Είναι Άξιον Παρατηρήσεως, κατ’ εκτίμησιν του γράφοντος, το γεγονός ότι η εμφάνισις της Υπερμάχου Στρατηγού έγινεν εις Ανθυπασπιστήν του Πεζικού και δη ανήκοντα εις Τάγμα Ευζώνων. 

Είναι γνωστόν ότι:

  1. Το Πεζικόν είναι το αρχαιότερον Όπλον εν συγκρίσει με τα άλλα Όπλα και Σώματα των Ενόπλων Δυνάμεων. 
  2. Οι Εύζωνοι την εποχήν εκείνην αποτελούσαν τις Ειδικές Δυνάμεις του Στρατού Ξηράς και 
  3. Ο Ανθυπασπιστής αποτελεί τον συνδετικόν κρίκον Οπλιτών και Αξιωματικών, φέρει τον αμφίβιον βαθμόν, όπως γράφει ο λογοτέχνης Γιάννης Σκαρίμπας εις το βιβλίον του «ΚΟΚΚΙΝΟ ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΟ».   

Συνεχίζεται.  

Φωτόπουλος Δ. Γεώργιος-Γεωργάκης

Εκ Μεγάλης Βρύσης Καμενιάνων Καλαβρύτων