Η ιστορία της ζωής της, καταγεγραμμένη από τον Μένιο Σακελλαρόπουλο, στο βιβλίο «Το κορίτσι της στάχτης»

«Καλάβρυτα, 13 Δεκεμβρίου 1943. Τα γερμανικά πολυβόλα θερίζουν ζωές, βάφοντας με αίμα τον τόπο ολάκερο. Δεν έμεινε πέτρα πάνω στην πέτρα. Σπαράζουν οι μανάδες σκάβοντας με τα νύχια το χώμα, κρύφτηκαν ο ήλιος και τα πουλιά. Παντού στάχτη και θάνατος. Η Παρασκευούλα, πεντέμισι χρόνων, νιώθει να χάνεται το μυαλό της, λαβώνεται η ψυχή της. Κρύβεται με τ’ αδέλφια της στο βουνό, δυο μερόνυχτα περπατούν θρηνώντας τον πατέρα. Ο Μητροπολίτης ζητάει από τις οικογένειες να δώσουν παιδιά για υιοθεσία στην Αυστραλία. Με φλογισμένα μάτια η μικρή σηκώνει το τρεμάμενο χεράκι της και φωνάζει: «Εγώ θα πάω στην… Αστραλία, εγώ!» Χλώμιασε η μάνα της, η Αρχοντούλα, στράγγιξε το αίμα από τις φλέβες της. Το αεροσκάφος Ντακότα με το όνομα «Αέρας» αναλαμβάνει να συνεχίσει την ιστορία…

Είναι η αληθινή, σπαρακτική ιστορία της Βίβιαν Στεφάνου που η ίδια εμπιστεύτηκε στον Μένιο Σακελλαρόπουλο. Σήμερα μοιράζει τη ζωή μεταξύ Πάτρας και Καλαβρύτων ενώ πλέον η ιστορία είναι καταγεγραμμένη στο βιβλίο με τίτλο «Το κορίτσι της στάχτης» που μόλις κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις «Ψυχογιός».  Ο ίδιος μίλησε στο thebest.gr για τη συναντήσεις τους, για το ταξίδι που έκανε μαζί της, πίσω στο χρόνο.

Η επιστροφή της Βίβιαν Στεφάνου στην Ελλάδα…

«Όταν πια είχε ξεκινήσει να σταδιοδρομεί στο Λονδίνο, στην Ύπατη Αρμοστεία κι ενώ έκανε κι άλλες σπουδές, τα παράτησε όλα για να ακολουθήσει τον άντρα της ο οποίος δέχθηκε ένα τηλέφωνο από την ελληνική κυβέρνηση για να ιδρύσει τη σχολή του Πολυτεχνείου της Πάτρας.

Η Βίβιαν χωρίς να το σκεφτεί, εκείνος ήταν προβληματισμένος, του είπε, «κ. Πρύτανη φύγαμε για την Πάτρα». Εκεί την περίμενε μία μεγάλη έκπληξη. Από το μπαλκόνι του νέου της σπιτιού, φαινόταν αγκυροβολημένο, σε αποστρατεία,  το πλοίο που την έφερε από την Αυστραλία, το 1961. Είχε έρθει τότε να δει την οικογένεια της» εξηγεί ο Μένιος Σακελλαρόπουλος.

Πώς προέκυψε η συνάντηση με την κα Στεφάνου;

Η ζωή μου έδωσε ένα μεγάλο δώρο, όταν παρουσίαζα στην Πάτρα, το βιβλίο «Πικρό γάλα». Με πλησίασε μία κυρία και με ρώτησε αν γνωρίζω την κα Στεφάνου και την ιστορία της. Με στεναχώρια, απάντησα ότι δεν την γνωρίζω. Όταν λοιπόν μου είπε την ιστορία της και ότι ήταν παρούσα στο Ολοκαύτωμα, σε ηλικία πέντε ετών, κλειδωμένη στο δημοτικό σχολείο αλλά και το τι ακολούθησε, σταμάτησα να βγάζω φωτογραφίες και να υπογράφω βιβλία.

Έμαθα περισσότερα και προσπάθησα να την βρω. Αρχικά ήταν αρνητική. «και ποιον ενδιαφέρει  η ιστορία μου και τι ξεχωριστό έχει από ιστορίες άλλων ανθρώπων που έχουν υποφέρει» μου είπε. Το κλειδί ήταν μια απλή κουβέντα που είπα. Ότι η ιστορία της πρέπει να μείνει στη βιβλιοθήκη, τουλάχιστον, των εγγόνων της. Να θυμούνται τη γιαγιά τους για πάντα, τα εγγόνια, τα δισέγγονα, οι επόμενες γενιές.

Την πίεσα αρκετά, στη συνέχεια την επισκέφθηκα στο σπίτι της στην Πάτρα και τα Καλάβρυτα πολλές φορές για να μου αφηγηθεί την ιστορία της . Συνέχεια σταματούσαμε κλαίγοντας, κι εκείνη κι εγώ. Τιμήσαμε την τεντούρα της που μας έδινε κουράγιο για να συνεχίσουμε να μιλάμε. Θυμάμαι ότι έκλαιγα ακατάπαυστα όσο την άκουγα γιατί η πρώτη εξομολόγηση έγινε στο γραφείο του αείμνηστου συζύγου της, του  πρύτανη του Πολυτεχνείου της Πάτρας, του Γιώργου Στεφάνου. Ο τόπος ήταν σαν μαυσωλείο, υπήρχαν ι φωτογραφίες όλης της οικογένειας της. Οι γονείς, τα αδέλφια, οι παππούδες, οι θετοί φονείς, ήταν όλοι εκεί. Πολλές φορές φοβήθηκα ότι θα πάθουμε κάτι από αυτή την τεράστια συγκινησιακή φόρτιση.

Είχαμε καθημερινή επαφή, και τηλεφωνικά. Με συγκλόνισε η ιστορία γιατί οι περιγραφές της ήταν ολοζώντανες, σαν να βρισκόταν στο δημοτικό σχολείο των Καλαβρύτων, στις 13 Δεκεμβρίου 1943. Το πώς έσκαβαν με τα ματωμένα νύχια τους για να θάψουν τους νεκρούς τους, ήταν μία από τις εικόνες που νόμιζα ότι βλέπω μπροστά μου. Είμαι περήφανος που γνώρισα αυτή τη συγκλονιστική γυναίκα, που έγινα μέρος της ιστορίας της, και αυτή η ιστορία πια είναι στα χέρια των Ελλήνων. Δεν είναι βασισμένη σε πραγματικά γεγονότα, είναι απολύτως αληθινή ιστορία,  από τη σελίδα 1 έως την 400, με σεβασμό, στην ιστορία των Καλαβρύτων, στο ολοκαύτωμα, στους ανθρώπους που έχασαν πατεράδες, αδέλφια, παιδιά.

Δεν έχω αλλάξει ούτε λέξη, γιατί θεωρώ ότι μπροστά στο ολοκαύτωμα, πρέπει να μένει κανείς σιωπηλός, ακίνητος, να υποκλίνεται μπροστά στην ιστορία που ανατρίχιασε τον πλανήτη. Όταν έχεις μπροστά σου μία γυναίκα που ανατρίχιασε τον πλανήτη. Όταν έχεις μία γυναίκα μπροστά σου, να περιγράφει λεπτό προς λεπτό, μέσα από την ψυχή της, την καρδιά της και το μυαλό της όσα έζησε, μένεις άναυδος. Ήταν ευλογία που ήρθε αυτή η ιστορία στα χέρια μου κι έγιναν βιβλίο οι παιδικές μου αναμνήσεις από τα Καλάβρυτα.

Έχουν προηγηθεί βιβλία με την ιστορία των Καλαβρύτων, με ιστορικά στοιχεία,  αυτό όμως είναι κάτι διαφορετικό. Είναι η ιστορία της Βίβιαν και το Ολοκαύτωμα, μέσα από τα δικά της μάτια. Είναι το πώς η ίδια, ή αδελφή της, η μητέρα της, κατάφεραν να επιβιώσουν περπατώντας για δυόμιση μέρες, στους -10 βαθμούς, έχοντας στη μύτη τους τη μυρωδιά του θανάτου. Δείχνει ότι ο άνθρωπος μπορεί να αντέξει τα πάντα, από τη στιγμή που έχει έστω και μισή ανάσα.  Μπορεί να σηκωθεί και να μεγαλουργήσει. Γιατί η Βίβιαν μεγαλούργησε. Έφυγε από τα Καλάβρυτα, μέσα από την απόλυτη καταστροφή, υιοθετήθηκε στην Αυστραλία χωρίς να ξέρει λέξη αγγλικά και τελείωσε το Κολέγιο, μπήκε στο Πανεπιστήμιο και έφτασε μέχρι της Ύπατη Αρμοστεία. Είναι για όλους μας ένα μάθημα ζωής. Είναι το παράδειγμα του ανθρώπου που δεν λυγίζει ποτέ. Έδωσε μάλιστα στην κοινωνία δύο ανθρώπους που σώσουν ζωές, τον Βασίλη και την Ευγενία.

Έχοντας στο μυαλό μου τη φωνή της, τα δακρυσμένα μάτια της, το τρέμουλο στα χέρια της από την ανάμνηση των γερμανικών πολυβόλων και του αίματος, έκλαιγα καθ’ όλη τη διάρκεια της συγγραφής του βιβλίου

Πόσος χρόνος χρειάστηκε για να ολοκληρωθεί η συγγραφή του βιβλίου; 

Όταν ξεκινάω να γράψω ένα βιβλίο, γράφω καθημερινά. Σε αυτό το βιβλίο αυτό συνέβη με ακόμα μεγαλύτερο ρυθμό γιατί είχα στα αυτιά μου την φωνή της Παρασκευούλας. Την μετονόμασαν σε Βίβιαν όταν πήγε στην Αυστραλία για να είναι το όνομα της πιο εύηχο και να μπορούν να το πουν τα υπόλοιπα παιδιά.

Έχοντας λοιπόν στο μυαλό μου τη φωνή της, τα δακρυσμένα μάτια της, το τρέμουλο στα χέρια της από την ανάμνηση των γερμανικών πολυβόλων και του αίματος, έκλαιγα καθ’ όλη τη διάρκεια της συγγραφής του βιβλίου. Τελείωσε σε ελάχιστο χρόνο γιατί ήταν μία ιστορία που μου έπαιρνε το χέρι και το καθοδηγούσε. Ήθελα να τελειώσω την ιστορία και να την παραδώσω στα χέρια της. Ήταν χρέος τιμής για εμένα να το διαβάσει πριν το δώσω στον εκδοτικό. Θα θυμάμαι το κλάμα της στο τηλέφωνο, όταν τελείωσε την ανάγνωση.

Το εξώφυλλο του βιβλίου…

Σκέφτηκα ότι μία τόσο έντονη ιστορία δε θα μπορούσε να έχει στο εξώφυλλό της ούτε γερμανικά κράνη, ούτε όπλα, ούτε τα καμένα Καλάβρυτα. Έπρεπε να έχει την ηρωίδα, την Βίβιαν. Με το τέλος της αρχικής μας κουβέντας, στην Πάτρα, μου έδειξε μία φωτογραφία και μου είπε, «αυτό το κοριτσάκι που βλέπεις είμαι εγώ. Είναι τραβηγμένη την ημέρα που έφτασε στο αεροδρόμιο του Σίδνεϋ, τρομοκρατημένη.  Κι ας έφυγε από τα κατεστραμμένα Καλάβρυτα γιατί είχε μία επιθυμία να διώξει όλο αυτόν τον πανικό από μέσα της.

Όταν μετά το ολοκαύτωμα ο Μητροπολίτης Καλαβρύτων και Αιγιαλείας ρώτησε αν κάποια οικογένεια ήθελε να δώσει το παιδί της για υιοθεσία, καμία μάνα δεν έδινε το παιδί της. Αυτό το κορίτσι όμως, η Παρασκευούλα, σήκωσε το χέρι της και είπε, «εγώ θα πάω στην Αστραλία». Η μητέρα της ήταν σαν να την χτύπησε κεραυνός κι εκείνη επέμενε ότι θα πάει στην Αυστραλία για «να τα αλλάξει όλα», όπως είπε. Η φωτογραφία λοιπόν του εξωφύλλου είναι από την ημέρα που φτάνει στο αεροδρόμιο. Την περιμένουν χίλιοι Έλληνες με σημαιάκια. Από πίσω φαίνεται η ντακότα που την μετέφερε. Φοράει τα ρούχα και τα παπούτσια που της είχαν στείλει οι θετοί της γονείς για να ταξιδέψει. Στεκόταν αγέρωχη έχοντας πει στον εαυτό της ότι δεν θα κλάψει. Φοβόταν μήπως την στείλουν πίσω. Σκεφτόταν ότι αν την δουν να κλαίει, θα τους δυσαρεστούσε.

Αυτή η φωτογραφία έγινε πρωτοσέλιδο στους Σίδνεϋ Τάιμς. Μετά ήταν μπροστά σε όλους τους κινηματογράφους της Αυστραλίας .Όταν άρχισε να κυκλοφορεί με τους θετούς της γονείς, είχε μεγάλη απορία. Της εξήγησαν λοιπόν ότι ήταν ένα παράδειγμα ηρωισμού, ήταν το πρώτο ορφανό παιδί από το ολοκαύτωμα των Καλαβρύτων που πήγε στην Αυστραλία. Η ζωή πήρε το δρόμο της, αλλά αυτή η φωτογραφία ήταν χαρακτηριστικά. Την έχει στο γραφείο του συζύγου της. Την έβγαλε από την κορνίζα και μου την έδωσε.

Πηγαίνοντας όμως το μυαλό μου σε αυτή την ιστορία των Καλαβρύτων, λέω ότι όταν άνθρωποι έχουν περάσει τέτοια μαρτυρία πρέπει να είμαστε πιο αισιόδοξοι και δυνατοί

Ο τίτλος του βιβλίου…

Σκέφτηκα τον τίτλο μέσα σε ενάμιση λεπτό.  Προφανώς αντιλαμβανόμαστε τον πόνο των ηρωίδων μανάδων που έχασαν στο Ολοκαύτωμα άντρες και παιδιά. Εγώ όμως μπήκα στο μυαλό ενός παιδιού, πεντέμιση ετών, που έχει δει να σκοτώνουν τον πατέρα του, τον Βασίλη Σταθούλια. Τον έθαψε με τα χέρια της. Είδε δίπλα της εκατοντάδες νεκρούς. Έφυγε για να σωθεί μέσα από τις στάχτες, όσο ακόμα τα σπίτια καίγονταν.

Μέσα από τις στάχτες λοιπόν πήρε ένα δρόμο για να δείξει στην ανθρωπότητα ότι δεν μπορούμε να το βάζουμε ποτέ κάτω. Αυτή ήταν η μοίρα της. Επέζησε από πολλά για να δείξει το μεγαλείο του ανθρώπου. Υπάρχουν δυσκολίες στην καθημερινότητα όλων. Πηγαίνοντας όμως το μυαλό μου σε αυτή την ιστορία των Καλαβρύτων, λέω ότι όταν άνθρωποι έχουν περάσει τέτοια μαρτυρία πρέπει να είμαστε πιο αισιόδοξοι και δυνατοί.

Την πρώτη φορά όμως που είδα αυτό το θέαμα, με το μεγάλο σταυρό, με τα ονόματα στις πλάκες, αυτή τη σκληράδα που σου βγάζει αυτό το ματωμένο χώμα, συγκλονίστηκα

Ο Μένιος Σακελλαρόπουλος και το Ολοκαύτωμα των Καλαβρύτων 

«Είναι το πιο σκληρό και ειδεχθές έγκλημα στην ιστορία του Β΄ Παγκοσμίου πολέμου. Η ιστορία των Καλαβρύτων  έφτασε από την Ωκεανία και την Αυστραλία μέχρι την Αφρική, παντού γιατί στην ουσία χάραξε την ιστορία της ανθρωπότητας. Το να μαζέψουν όλο τον ανδρικό πληθυσμό, από 12 χρονών και πάνω και να τον εκτελέσουν, ήταν κάτι που ξεφεύγει από τον ανθρώπινο νου, ήταν κάτι αποτρόπαιο. Η απόλυτη κτηνωδία.

Από μικρός είχα εντρυφήσει σε αυτή την ιστορία με αντίδραση και παράπονο, αρχικά. Με έπαιρνε ο πατέρας μου από την παραλία της Ακράτας όπου έκανα τα μπάνια μου και έπαιζα, για να πάμε βόλτα στα Καλάβρυτα. Δυσανασχετούσα που με έτρεχε στα βουνά και στα λαγκάδια. Είχαμε ένα μικρό αυτοκινητάκι και θυμόμουν ότι ζαλιζόμουν στις στροφές.

Την πρώτη φορά όμως που είδα αυτό το θέαμα, με το μεγάλο σταυρό, με τα ονόματα στις πλάκες, αυτή τη σκληράδα που σου βγάζει αυτό το ματωμένο χώμα, συγκλονίστηκα. Τις επόμενες χρονιές, πήγαινα με μεγάλη ευχαρίστηση. Λειτουργούσε μέσα μου πολύ έντονα, με αποτέλεσμα να το επιδιώκω αυτή την επίσκεψη κάθε χρόνο. Ακόμα και όταν έφυγαν οι γονείς μου από τη ζωή, το συνέχισα. Πήγαινα κάθε καλοκαίρι, στην πορεία δημιουργήθηκε και το μουσείο μέσα από το οποίο ξαναζείς την ιστορία.  Τα ματωμένα ρούχα, τα τρυπημένα παλτά, τα σπασμένα ρολόγια, το σταματημένο στην ώρα του ολοκαυτώματος ρολόι της εκκλησίας, είναι μερικά από τα πράγματα που συμβάλλουν σε αυτό.

* Η πρώτη παρουσίαση του βιβλίου θα γίνει στα Καλάβρυτα, στις 23 Οκτωβρίου ενώ θα ακολουθήσει και μία παρουσίαση στην Πάτρα. 

πηγή:www.thebest.gr