Του Γιώργου Καρβουνιάρη

Για όσους παρακολουθούν από κοντά τη νύχτα της Πάτρας, τα τελευταία χρόνια δεν µοιάζουν µε οποιαδήποτε άλλη περίοδο στο πρόσφατο παρελθόν. Δεν πρόκειται για µια απλή έξαρση εγκληµατικότητας που θα υποχωρήσει µε µερικές συλλήψεις ή µε αυξηµένη αστυνόµευση. Αυτό που συµβαίνει είναι βαθύτερο και δυσκολότερα αναστρέψιµο: η πόλη βιώνει µια δοµική µετατόπιση στον τρόπο που λειτουργεί η παρανοµία στον δηµόσιο χώρο.

Η κατανόηση της σηµερινής κατάστασης απαιτεί µια σύντοµη αναδροµή. Η δολοφονία του Ανδρέα Παΐζη το 2005 σηµατοδότησε ένα τέλος -όχι µόνο µιας ζωής, αλλά µιας ολόκληρης λογικής οργάνωσης. Ο Παΐζης εκπροσωπούσε µια εποχή όπου η παρανοµία λειτουργούσε µε άγραφους κανόνες: υπήρχαν «σύνορα», υπήρχε ιεραρχία, υπήρχε – έστω στρεβλή – εσωτερική λογική που απέτρεπε την τυφλή βία σε κατοικηµένες περιοχές και σε ακατάλληλες ώρες. Μετά το 2005, η πόλη πέρασε από διάφορες φάσεις αναδιοργάνωσης. Κανείς δεν κατάφερε να καλύψει το κενό που άφησε η «παλιά σχολή» – και αυτό το κενό γέµισε σταδιακά µε κάτι πολύ πιο επικίνδυνο από αυτό που αντικατέστησε.

Οι «νέοι παίκτες» και η λογική τους

Αυτό που εµφανίζεται σήµερα στο προσκήνιο δεν µοιάζει µε το οργανωµένο έγκληµα του παρελθόντος. Πρόκειται για νεαρούς, πολλοί εκ των οποίων γνωστοί στις αρχές από προηγούµενες υποθέσεις, που λειτουργούν µε όρους απόλυτης επιθετικότητας και δεν αναγνωρίζουν καµία ιεραρχία πέρα από αυτή που επιβάλλουν µε τη δύναµη της στιγµής. Δεν σκαρφαλώνουν στην κλίµακα της παρανοµίας µέσα από σταδιακή ανέλιξη. Διεκδικούν χώρο µε άµεση και ορατή επίδειξη ισχύος -µε το όπλο, µε τη γροθιά, µε την καταστροφή.

Στο µικροσκόπιο της αστυνοµίας έχουν µπει τελευταία ονόµατα που ανεβαίνουν µε ταχύτητα στην άτυπη ιεραρχία της πατρινής νύχτας. Ένα από αυτά είναι ένας νεαρός γνωστός µε ψευδώνυµο που παραπέµπει σε παλαίµαχο διεθνή αστέρα του ποδοσφαίρου -ένα χαρακτηριστικό δείγµα της κουλτούρας αυτής της γενιάς, που χτίζει προσωπικό «brand» µέσα στον χώρο της παρανοµίας. Η επιρροή του µεγαλώνει γρήγορα, καθώς φαίνεται να ηγείται οµάδας που διεκδικεί τον έλεγχο «πόστων» και προστασίας σε σηµεία της πόλης. Επίσης µερίδιο από τη διακίνηση ναρκωτικών, όπλων, τσιγάρων και καυσίµων. Τέτοιες µορφές έχουν περάσει από τα χέρια των αρχών -αλλά κυκλοφορούν ελεύθερες. Και κάθε φορά που επιστρέφουν στον δρόµο, η επιστροφή τους λειτουργεί ως επιβεβαίωση ότι το σύστηµα δεν µπορεί να τους σταµατήσει.

Αυτή η αίσθηση ατιµωρησίας δεν είναι απλώς παρενέργεια. Είναι πλέον κεντρικό στοιχείο της ταυτότητας αυτών των οµάδων. Η σύλληψη έχει µετατραπεί σε «παράσηµο», σε απόδειξη σκληράδας, σε στοιχείο που ενισχύει -και δεν υπονοµεύει- το κύρος στον χώρο τους.

Όταν η αφορµή δεν χρειάζεται να είναι σοβαρή

Αυτό που διαφοροποιεί τη σηµερινή κατάσταση από κάθε προηγούµενη δεν είναι µόνο η ένταση της βίας – είναι η απόλυτη αδιαφορία για το κίνητρο. Η βία του παρελθόντος, στον βαθµό που υπήρχε λογική, ακολουθούσε σχετικά κατανοητά µονοπάτια -οικονοµικό συµφέρον, ανταγωνισµός χώρων, προσωπικές διαµάχες µεγάλης κλίµακας. Σήµερα, η βία δεν χρειάζεται «επαγγελµατικό» έρεισµα για να ξεσπάσει.

Η τραγωδία της 4ης Ιανουαρίου στο νυχτερινό κέντρο «Αβαντάζ» στην Αγίου Ανδρέου, είναι το πιο χαρακτηριστικό παράδειγµα. Ένας 30χρονος πληρώνει µε τη ζωή του µια παρεξήγηση ανάµεσα σε δύο παρέες µέσα σε κέντρο διασκέδασης. Αφορµή ασήµαντη. Αποτέλεσµα µη αναστρέψιµο. Οι δράστες -γνωστοί στις αρχές- επέδειξαν επιθετικότητα που δεν είχε ανάγκη από κανένα ιδιαίτερο κίνητρο για να εκδηλωθεί. Αρκούσε µια κακή στιγµή.

Το ίδιο µοτίβο επαναλαµβάνεται. Η συνάντηση στο Σούλι, τα ξηµερώµατα της 7ης Απριλίου, ξεκίνησε ως «διαπραγµάτευση» και µέσα σε λίγα λεπτά εξελίχθηκε σε ένοπλη συµπλοκή. Ένας 30χρονος πυροβόλησε κατά δύο ατόµων, τραυµατίζοντας τον έναν στο πόδι. Το γεγονός ότι η συµπλοκή έγινε σε περιοχή κατοικίας, σε ώρα που οικογένειες κοιµούνται, δεν λειτούργησε ως ανασταλτικός παράγοντας. Απλώς δεν ενδιέφερε.

Αυτή η αδιαφορία για τις «παράπλευρες απώλειες» είναι ίσως το πιο ανησυχητικό χαρακτηριστικό της νέας πραγµατικότητας. Ο απλός πολίτης -ο περαστικός, ο γείτονας, ο θαµώνας του διπλανού τραπεζιού- έχει γίνει αδιάφορο στατιστικό στο µυαλό αυτών των ανθρώπων. Και αυτό αλλάζει θεµελιακά τους όρους της δηµόσιας ασφάλειας στην πόλη.

Η Πάτρα βρίσκεται σε ένα σταυροδρόµι που δεν της είναι εντελώς άγνωστο – αλλά ποτέ άλλοτε δεν το είχε φτάσει µε τέτοια ορµή. Η αστυνοµία αντιµετωπίζει οµάδες που δεν έχουν σταθερή δοµή, άρα δεν διαλύονται µε κλασικές µεθόδους. Η κοινωνία παρακολουθεί µε αγωνία µια µετάβαση που δεν ξέρει πού τελειώνει. Το ερώτηµα δεν είναι αν θα υπάρξει επόµενο επεισόδιο. Είναι πόσο κοντά στην καθηµερινή ζωή θα συµβεί αυτή τη φορά.

Ιστορίες που δεν αφήνουν περιθώρια εφησυχασµού

Τα ξηµερώµατα της 7ης Απριλίου, στην περιοχή του Σουλίου, δέκα άτοµα συγκεντρώθηκαν για να «επιλύσουν» διαφορές. Η συνάντηση κατέληξε σε πυροβολισµούς: ένας 30χρονος άδειασε το όπλο του, τραυµατίζοντας έναν 22χρονο στο πόδι. Λίγους µήνες νωρίτερα, στις 4 Ιανουαρίου, µια παρεξήγηση µεταξύ παρεών σε κέντρο διασκέδασης είχε κοστίσει τη ζωή ενός 30χρονου. Αφορµή ασήµαντη, αποτέλεσµα θανατηφόρο. Οι δράστες και στις δύο περιπτώσεις ήταν γνωστοί στις αρχές – και στις δύο περιπτώσεις η «οµερτά» κάλυψε τα κενά. Στο ίδιο διάστηµα η πόλη καταγράφει αύξηση εµπρησµών οχηµάτων και εκρηκτικών «µηνυµάτων» σε στοχευµένες διευθύνσεις. Η εικόνα είναι ξεκάθαρη – και δεν αφήνει περιθώρια εφησυχασµού.

*Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα ΝΕΟΛΟΓΟΣ

Follow us on Google News Ακολουθήστε το kalavrytapress.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις