Δεν μπορώ να καταλάβω αν η αύξηση των ακροδεξιών ρητορικών που παρατηρώ όσο πλησιάζουμε προς τις εκλογές οφείλεται σε μόδα ή σε μια γενικότερη τάση αντίδρασης. Αυτό όμως που πραγματικά με προβληματίζει είναι κάτι διαφορετικό:

Πώς μπορεί να παρουσιάζεται ως «αντισυστημική» μια ρητορική που, αντί να στρέφεται στις πραγματικές ευθύνες της εξουσίας και των θεσμών, επιλέγει να κατασκευάζει αποδιοπομπαίους τράγους;

Με ποιον τρόπο αντιμάχεται το σύστημα όταν, πολλές φορές, αναπαράγει ακριβώς τους ίδιους μηχανισμούς φόβου, πόλωσης και χειραγώγησης που χαρακτηρίζουν κάθε μορφή προπαγάνδας;

Πριν από λίγες ημέρες διάβασα ότι εμείς, οι προοδευτικοί, ευθυνόμαστε για τη δολοφονία του ποινικολόγου Σταύρου Γεωργίου.

Αλήθεια τώρα;

Αν ένας άνθρωπος βρισκόταν παράνομα στη χώρα και δεν είχε απομακρυνθεί, το πρώτο ερώτημα αφορά τη λειτουργία των κρατικών μηχανισμών και την εφαρμογή της νομοθεσίας. Η ποινική ευθύνη ανήκει αποκλειστικά στον δράστη. Η θεσμική ευθύνη, όταν υπάρχουν παραλείψεις ή αστοχίες, αφορά την Πολιτεία και τους αρμόδιους μηχανισμούς. Δεν μεταφέρεται συλλογικά σε κάθε άνθρωπο που αυτοπροσδιορίζεται ως προοδευτικός, συντηρητικός ή οτιδήποτε άλλο.

Ας σοβαρευτούμε λοιπόν!

Γιατί είναι πολύ εύκολο να πετάμε κατηγορίες. Είναι πολύ πιο δύσκολο να σκεφτόμαστε. Και δυστυχώς, όσο πλησιάζουμε στις εκλογές, βλέπω όλο και περισσότερους ανθρώπους να αναπαράγουν αναρτήσεις χωρίς να αναρωτηθούν έστω για λίγα δευτερόλεπτα: «Στέκει λογικά αυτό που διαβάζω ή απλώς προσπαθεί να μου προκαλέσει θυμό;».

Το ίδιο ακριβώς συνέβη και με μια άλλη ανάρτηση που διάβασα. Υποστήριζε ότι ο Παύλος Φύσσας, επειδή σε ορισμένους στίχους του υπήρχαν μισογυνιστικά στοιχεία, ευθύνεται για την αύξηση των γυναικοκτονιών.

Θα το ξαναπώ: ας σοβαρευτούμε!

Οι γυναικοκτονίες είναι ένα σύνθετο κοινωνικό φαινόμενο που σχετίζεται με βαθιά ριζωμένες αντιλήψεις, έμφυλες σχέσεις εξουσίας, κοινωνικές δομές, την αναπαραγωγή της βίας και πολλές ακόμη παραμέτρους. Δεν εξηγούνται ούτε φορτώνονται στις πλάτες ενός μόνο ανθρώπου, πόσο μάλλον ενός ανθρώπου που δολοφονήθηκε πριν από χρόνια.

Το επιχείρημα αυτό δεν αναζητά την αλήθεια. Αναζητά τη σχετικοποίηση μιας εν ψυχρώ πολιτικής δολοφονίας. Αντί να συζητηθεί το γεγονός της δολοφονίας, μεταφέρεται η συζήτηση στον χαρακτήρα του θύματος. Είναι ένας κλασικός τρόπος μετατόπισης της συζήτησης και τελικά ένας τρόπος σχετικοποίησης της πολιτικής ευθύνης για τη δολοφονία.

Και εδώ, κατά τη γνώμη μου, κρύβεται μια βαθύτερη ελληνική παθογένεια.

Έχουμε μάθει να χωρίζουμε τους ανθρώπους σε «καλούς» και «κακούς». Αν κάποιος έκανε ένα λάθος, για κάποιους μετατρέπεται αυτομάτως σε τέρας. Αν συμφωνούμε μαζί του, για άλλους γίνεται άγιος. Όμως οι άνθρωποι δεν είναι μονοδιάστατοι και η Δημοκρατία δεν λειτουργεί ούτε με αγιογραφίες ούτε με δαιμονοποιήσεις.

Λειτουργεί με γεγονότα, με ευθύνη και, πάνω απ’ όλα, με κριτική σκέψη.

Ίσως τελικά αυτή να είναι η μεγαλύτερη πρόκληση της εποχής μας. Όχι να διαλέξουμε στρατόπεδο, αλλά να μην παραδώσουμε ποτέ την ικανότητά μας να σκεφτόμαστε. Γιατί η χειρότερη μορφή προπαγάνδας δεν είναι αυτή που μας κάνει να αλλάζουμε γνώμη. Είναι αυτή που μας κάνει να σταματάμε να κρίνουμε. Και κατά την γνώμη μου αν συνεχίσουμε έτσι η μοναδική μορφή “σκεπτόμενης” νοημοσύνης θα είναι η τεχνητή.

γράφει η Αναστασία Στεφανοπούλου

Follow us on Google News Ακολουθήστε το kalavrytapress.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις