Η επιχείρηση πραγματοποιήθηκε από 5 έως 15 Δεκεμβρίου του 1943 και υπήρξε μία από τις πιο απάνθρωπες της Βέρμαχτ όχι μόνο στην Ελλάδα αλλά και στην Ευρώπη γενικότερα.
82 χρόνια συμπληρώνονται από τη στιγμή που το ρολόι της εκκλησίας των Καλαβρύτων σταματά στις 02:34 το μεσημέρι.

Είναι η ώρα που οι Γερμανοί κατακτητές ισοπεδώνουν την πόλη, ενώ την ίδια στιγμή στον γειτονικό λόφο δολοφονούν εν ψυχρώ εκατοντάδες αμάχους.

Οι Γερμανοί μπήκαν στα Καλάβρυτα στις 09/12. Δημιούργησαν έναν ασφυκτικό κλοιό γύρω από την πόλη, προκειμένου να μην μπορεί κανείς να ξεφύγει. Την έντονη ανησυχία των κατοίκων κατάφερε, παραπλανώντας τους, να κατευνάσει ο Γερμανός Διοικητής, ο οποίος τους διαβεβαίωσε ότι δεν πρόκειται κανείς να πάθει τίποτε και ότι ο στόχος τους ήταν η εξόντωση των ανταρτών.

Προχώρησαν αρχικά στην πυρπόληση σπιτιών που ανήκαν σε αντάρτες και αναζήτησαν την τύχη των Γερμανών τραυματιών της Μάχης της Κερπινής.
Στις 12/12, οι Γερμανοί άρχισαν να ετοιμάζονται για να αποχωρήσουν την επομένη. Το πρωί στις 13/12, ημέρα Δευτέρα, πριν καλά καλά ξημερώσει, χτύπησαν τις καμπάνες της κεντρικής εκκλησίας και Γερμανοί αξιωματικοί και στρατιώτες διέταξαν να συγκεντρωθούν όλοι οι κάτοικοι στο Δημοτικό Σχολείο, αφού πάρουν μαζί τους μια κουβέρτα και τρόφιμα μιας ημέρας.

Στο κτίριο του σχολείου έγινε ο χωρισμός και ο αποχωρισμός. Τα γυναικόπαιδα κλείστηκαν στο σχολείο και οι άνδρες από 14 χρονών και πάνω οδηγήθηκαν σε φάλαγγες στην κοντινή Ράχη του Καππή. Ο χώρος ήταν προσεκτικά επιλεγμένος. Η αμφιθεατρική του διαμόρφωση δεν θα επέτρεπε σε κανένα να γλιτώσει. Οι Καλαβρυτινοί ήταν αναγκασμένοι να βλέπουν τις περιουσίες τους, τα σπίτια και ολόκληρη την πόλη, να καίγονται και, μαζί τους, να παραδίδονται στη φωτιά οι γυναίκες και τα ανήλικα παιδιά τους έγκλειστα στο κτίριο του Σχολείου, το οποίο φρουρούσαν πάνοπλοι στρατιώτες.
Ο Γερμανός Διοικητής, για να καθησυχάσει και να παραπλανήσει τους συγκεντρωμένους, έδωσε το λόγο της στρατιωτικής του τιμής ότι δεν πρόκειται να τους σκοτώσουν. Ολόκληρη η πόλη παραδόθηκε σης φλόγες.
Την ίδια στιγμή ο Οδοντωτός κατηφόριζε κατάφορτος με τις σοδιές από το πλιάτσικο των Γερμανών στα σπίτια, στα μαγαζιά και τις αποθήκες, απ΄ όπου άρπαξαν ότι πολύτιμο υπήρχε. Μαζί και τα χρήματα και τα αποθέματα των Τραπεζών και των Δημοσιών Υπηρεσιών, αφού προηγουμένως ανάγκασαν τους Διευθυντές να τα παραδώσουν.
Από το ξενοδοχείο «Μέγας Αλέξανδρος», με μια πράσινη και ύστερα μια κόκκινη φωτοβολίδα, δόθηκε το σύνθημα της εκτέλεσης. Τα πολυβόλα θέρισαν τους Καλαβρυτινούς. Ακολούθησε η χαριστική βολή που ολοκλήρωσε το έγκλημα. Διασώθηκαν 13 άτομα.

Στο δημοτικό σχολείο, τα γυναικόπαιδα έζησαν στιγμές αγωνίας και τρόμου, καθώς οι φλόγες έζωναν το κτίριο του σχολείου. Σπάζοντας πόρτες και παράθυρα κατάφεραν τελικά να ξεφύγουν τρέχοντας μακριά από τα σπίτια που φλέγονταν, άρχισαν να αναζητούν τους δικούς τους, Μία από τις γυναίκες, η ηλικιωμένη Κρίνα Τσαβαλά, ποδοπατήθηκε από το πανικόβλητο πλήθος των γυναικόπαιδων και ξεψύχησε πριν αντικρίσει το αποτρόπαιο έγκλημα.
Ύστερα, οι γυναίκες ανηφόρισαν προς το μέρος που είχαν οδηγήσει τους άνδρες και βρέθηκαν μπροστά στο πιο φρικιαστικό και απάνθρωπο θέαμα. Άνδρες, πατεράδες, γιοι και αδελφοί κείτονταν νεκροί πλημμυρισμένοι στο αίμα.
Το μεγάλο Δράμα των Καλαβρύτων είχε ξεκινήσει. Τα νιάτα, οι δημιουργικές δυνάμεις της πόλης, περιουσίες και κόποι χρόνων αφανίστηκαν στις 2:34΄ της 13ης Δεκεμβρίου 1943, όπως δείχνουν οι δείκτες του σταματημένου ρολογιού της εκκλησίας.


Η συνέχεια του δράματος βρήκε τις γυναίκες να προσπαθούν με τα νύχια να σκάψουν πρόχειρους τάφους στην παγωμένη γη του Δεκέμβρη, για να θάψουν τους νεκρούς τους. Με τις κουβέρτες που είχαν κοντά τους, μετέφεραν τους σκοτωμένους στο νεκροταφείο και άλλους έθαψαν εκεί στο λόφο, μια τραγική σκηνή που κράτησε μέρες.
Ακολούθησε η προσπάθεια της επιβίωσης μέσα στα χαλάσματα, που έμελλε για χρόνια να στεγάσουν τις απορφανισμένες οικογένειες.

Το Ολοκαύτωμα των Καλαβρύτων «συγκίνησε και συνένωσε τους Έλληνες – δυνάμωσε τον αγώνα τους κατά του κατακτητή», ομολογεί ο τότε γενικός στρατιωτικός διοικητής των Γερμανών στην Ελλάδα.

Οι Καλαβρυτινές Γυναίκες, οι Καλαβρυτινές Μανάδες, μορφές ηρωικές, παλεύοντας κάτω από δύσκολες συνθήκες, κατάφεραν να αναθρέψουν τα παιδιά τους και να ξαναχτίσουν την πόλη μέσα από τα ερείπια.
Στον Τόπο της Εκτέλεσης, ο Λευκός Σταυρός και η Πετρωμένη Καλαβρυτινή Μάνα, αιώνια σύμβολα του μαρτυρίου, εξακολουθούν να στέλνουν μηνύματα ειρήνης και συναδέλφωσης των λαών του κόσμου.

1943 – «Επιχείρηση Καλάβρυτα»
Η Κατοχή αποτελεί μια οπό τις πιο συγκλονιστικές περιόδους της νεότερης ελληνικής ιστορίας. Ο λαός μας, εξαντλημένος από την πολεμική εποποιία του 1940, υποχρεώθηκε να αντιμετωπίσει πολλαπλές περιπέτειες και κακουχίες. Την εισβολή των κατακτητών, το πρόβλημα της επιβίωσης, την οδυνηρή περιπέτεια της πείνας, εκτελέσεις, βασανιστήρια και καταστροφές.
Η ευρύτερη περιοχή των Καλαβρύτων, τόπος με μακραίωνη ιστορική διαδρομή και επαναστατικό παρελθόν, υπέστη την περίοδο της Κατοχής τεράστιες απώλειες σε έμψυχο δυναμικό, με μαζικές εκτελέσεις αμάχων και ολοκληρωτικές καταστροφές.
Το καλοκαίρι του 1943, άρχισαν εκτελέσεις, βομβαρδισμοί και καταστροφές χωριών:
• Ιούλιος 1943 (29/07): Βομβαρδισμός των χωριών Λαπάτα, Τρεχλό, Μάνεσι. Μεταξύ των 16 θυμάτων και μικρά παιδιά.
• Αύγουστος 1943 (31/08): Πυρπόληση του χωριού Άνω Λουσοί. Εκτέλεση 4 κατοίκων. Απαγχονισμός στην πλατεία του Χελμού των Καλαβρύτων του νεαρού Ντίνου Παυλόπουλου.
• Νοέμβριος 1943 (29/11): Βομβαρδισμός του χωριού Βυσωκά. 13 νεκροί, τραυματίες και καταστροφή οικιών.

Οι εγκληματικές πράξεις των Γερμανικών στρατευμάτων Κατοχής κορυφώθηκαν το Δεκέμβριο του 1943, σε μια οργανωμένη εκκαθαριστική επιχείρηση της περιοχής των Καλαβρύτων, γνωστή ως «Επιχείρηση Καλάβρυτα» («Unternehmen Kalawrita», από 5 έως 15 Δεκεμβρίου 1943). Μια από τις πιο σκληρές επιχειρήσεις της Βέρμαχτ, όχι μόνο στην Ελλάδα, αλλά και στην Ευρώπη, γενικότερα.
Από τις αρχές του 1943, στο χώρο της Αιγιαλείας και των Καλαβρύτων συνέβησαν σημαντικά αντιστασιακά γεγονότα, μεταξύ των οποίων η Μάχη Ρογών-Κερπινής (16-17/10/1943), η οποία είχε σαν αποτέλεσμα τη συντριβή του Γερμανικού λόχου και τη σύλληψη 86 Γερμανών αιχμαλώτων. Μετά τη διαμόρφωση ενός γενικότερου κλίματος ανησυχίας για την αντιστασιακή δράση στην περιοχή των Καλαβρύτων, η 117 Μονάδα Κυνηγών αποφασίζει να δράσει.

Ο Διοικητής της 117 Jager Division von Karl Le Suire
(Οι Γερμανοί που κουράστηκαν να εκτελούν αθώους σε σταθερό στόχο, κάθονται ν’ αναπαυθούν… Το Βερολίνο διέταξε ανακρίσεις για τη σφαγή και παρέπεμψε τρεις αξιωματικούς σε δίκη για υπέρβαση διαταγών… Η θεία δίκη δεν τους άφησε ατιμώρητους. Ο στρατηγός Καρλ Φον Λε Σουίρ, ο Τέννερ και άλλοι αξιωματικοί σκοτώθηκαν στο ρωσικό μέτωπο…)
Τα Γερμανικά στρατεύματα, που ξεκίνησαν από Τρίπολη, Αίγιο, Πάτρα, ακολούθησαν ακτινωτή πορεία σύμφωνα με τους γερμανικούς χάρτες, με κατεύθυνση την επαρχία Καλαβρύτων και κατάληξη τα Καλάβρυτα.
Οι Γερμανικές δυνάμεις, μηχανοκίνητες και πεζοπόρες, που ξεκινούν από την Πάτρα, στις 05/12/1943 με κατεύθυνση τα Καλάβρυτα, είχαν επικεφαλής τον αντισυνταγματάρχη Γιούλιους Βόλφιγκερ (G. Wolfinger) και ακολούθησαν το δρόμο Πάτρα – Χαλανδρίτσα – Καλάβρυτα, απόσταση 77 χιλιομέτρων.
Στο ξεκίνημά τους λεηλάτησαν και πυρπόλησαν τη Μονή Ομπλού, σε μικρή απόσταση νότια της Πάτρας.
• Στις 06/12, μετά από ένα ατύχημα του Wolfinger, διοικητής ορίστηκε ο Εμπερσμπέργκερ (Ebersberger), διοικητής του συντάγματος Αιγίου.
• Στις 07/12, τα πεζοπόρα τμήματα χτένισαν στο πέρασμά τους όλα τα χωριά και σκόρπισαν τη φωτιά και το θάνατο. Στην Κάτω Βλασία σκότωσαν 3 άνδρες και 1 γυναίκα και στον Κάλανο 3 βοσκούς από τα Καλάβρυτα και έναν ακόμη πολίτη. Μετά χωρίστηκαν σε δύο ομάδες: η μία πήγε προς Λεχούρι – Τριπόταμα – Δίβρη και επέστρεψε από Μορόχοβα – Λειβάρτζι και η άλλη συνέχισε προς Καλάβρυτα.
• Στις 08/12, πέρασαν από το Μάνεσι και το Σαραδί, σκότωσαν 1 άνδρα.
• Στις 09/12, έφταοαν στη διασταύρωση του δρόμου Σκεπαστού-Κλειτορίας. Στο εκκλησάκι της Αγίας Άννας, συγκέντρωσαν όλο τον ανδρικό πληθυσμό του χωριού Βυσωκά και, μετά από μια σύντομη ομιλία, τους άφησαν ελεύθερους. Την ίδια μέρα, μπήκαν στα Καλάβρυτα.
• Στις 10/12, εκτέλεσαν στο χωριό Συρμπάνι (Πριόλιθος) 5 άνδρες.
Οι Γερμανικές δυνάμεις από Αίγιο προς Καλάβρυτα, με επικεφαλής τον αντισυνταγματάρχη Εμπερσμπέργκερ (Ebersberger), εφόρμησαν στα Καλάβρυτα, με 3 πεζοπόρα τμήματα.
• Στις 06/12 άλλη πεζοπόρο ομάδα, από το Αίγιο, προχώρησε με πορεία από τον Κερενίτη ποταμό προς Πλατανιώτισσα, Βιλιβίνα και Μαμουσιά, στην οποία, αφού εγκαταστάθηκε, έστησε ενέδρα.
• Στις 07/12 , πεζοπόρες φάλαγγες από το Αίγιο προχωρούν κάνοντας εκκαθαριστικές επιχειρηθείς και αφού κατέβηκαν από την οροσειρά Σταυριά πάνω από το χωριό Ρογοί, τοποθέτησαν μυδράλια και όλμους.

• Στις 08/12, ο Ebersberger χώρισε το στρατό σε δύο ομάδες και μπήκαν το πρωί στους Ρογούς. Έκαψαν ολοσχερώς το χωριό και εκτέλεσαν 65 άνδρες και παιδιά.

• Άλλη ομάδα μπήκε την ίδια ημέρα στην Κερπινή, έβαλαν φωτιά και εκτέλεσαν 38 άνδρες και παιδιά,

• Στη συνέχεια, έκαψαν την Άνω και Κάτω Ζαχλωρού και σκότωσαν 19 άνδρες. Ακολούθως έφτασαν στη Μονή του Μεγάλου Σπηλαίου και σκότωσαν 16 άτομα, μοναχούς, επισκέπτες και υποτακτικούς, ενώ εκτέλεσαν και 9 μοναχούς, στη θέση Ψηλός Σταυρός.
• Στις 09/12, έφτασαν στο χωριό Σούβαρδο, όπου έβαλαν φωτιά και σκότωσαν 5 άνδρες, το ίδιο και στο χωριό Βραχνί, όπου σκότωσαν 6 άνδρες.
Στη στάση της Κερπινής εγκαταστάθηκε Γερμανική διμοιρία. Στη θέση αυτή εκτελέστηκαν 4 άνδρες.
• Στις 09/12, περνώντας από τις Αυλές των Καλαβρύτων, Γερμανικές δυνάμεις, με επικεφαλής τον Ebersberger, μπήκε στα Καλάβρυτα, όπου είχαν φτάσει και οι δυνάμεις από την Πάτρα.
Το ξενοδοχείο ΧΕΛΜΟΣ μετά την καταστροφή

• Στις 13/12, ολοκλήρωσαν την επιχείρηση, πυρπόλησαν και κατέστρεψαν ολοκληρωτικά την πόλη των Καλαβρύτων, λεηλάτησαν ό,τι πολύτιμο υπήρχε και εκτέλεσαν όλο τον ανδρικό πληθυσμό της πόλης από 14 χρονών και πάνω, στη Ράχη του Καππή.
• Στις 14/12, ανέβηκαν στο Μοναστήρι της Αγίας Λαύρας, το λεηλάτησαν, το πυρπόλησαν και εκτέλεσαν 6 άνδρες, μοναχούς, επισκέπτες και υποτακτικούς. Την ίδια ημέρα, λεηλάτησαν το χωριό Βυσωκά, σκότωσαν 3 άνδρες και έφυγαν για την Πάτρα. Επίσης πέρασαν από το Μοναστήρι του Μεγάλου Σπηλαίου και το έκαψαν.
Το Μοναστήρι Μεγάλου Σπηλαίου μετά τη φωτιά

Τα γερμανικά στρατεύματα που κινήθηκαν από Τρίπολη με επικεφαλής τον ταγματάρχη Gnass, κατευθύνθηκαν προς Δημητσάνα και Λαγκάδια Αρκαδίας.
• Στις 07/12, δόθηκε διαταγή στην ομάδα μάχης ΚΟΚΕΡΤ να προχωρήσει από τα Παγκρατέϊκα Καλύβια μέσω του χωριού Φίλια και Τσορωτά στα Μαζέϊκα (Κάτω Κλειτορία). Την ίδια ημέρα τα Γερμανικά στρατεύματα μπήκαν στα Μαζέϊκα αναζητώντας την τύχη των Γερμανών αιχμαλώτων της Μάχης Ρογών-Κερπινής, χτενίζοντας όλα τα γύρω χωριά και τη νύχτα της 07/12 προς 08/12 έφτασαν στο Μάζι. Το ίδιο ίδιο απόγευμα, οι αντάρτες είχαν ήδη προβεί στην εκτέλεση των αιχμαλώτων.
• Οι Γερμανοί μετέφεραν τους διασωθέντες στα Μαζέϊκα και κατέθεσαν τα γεγονότα στον Συνταγματάρχη Le Suir, ο οποίος είχε ήδη φτάσει στην περιοχή.
• Οι Γερμανοί, με 12 έλληνες οδηγούς, το Σάββατο το βράδυ στις 11/12, κατευθύνθηκαν προς το χωριό Μάζι και στη συνέχεια στη θέση Μαγέρου στις 12/12, όπου βρήκαν τους εκτελεσθέντες Γερμανούς. Εκεί εκτέλεσαν 10 Μαζαίους.

• Στις 14/12, λεηλάτησαν και έκαψαν το μεγαλύτερο μέρος των Μαζεϊκων και μετά έφυγαν προς την Τρίπολη.
Στο απόρρητο ραδιογράφημα της 117 Jager Division (Αρ.1595/43), καταγράφεται ο τελικός απολογισμός της Επιχείρησης Καλάβρυτα: “…(1) Κατεστράφησαν ολοκληρωτικά τα χωριά: Ρογοί, Κερπινή, Στάση Κερπινής, Άνω Ζαχλωρού, Κάτω Ζαχλωρού, Σούβαρδο, Βραχνί, Καλάβρυτα, Μοναστήρια Μεγάλου Σπηλαίου και Αγίας Λαύρας, Αγία Κυριακή, Αυλές, Βυσωκά, Φτέρη, Πλατανιώτισσα, Πυργάκι, Βάλτσα, Μελίσσια, Μοναστήρι Ομπλού, Λαπαναγοί, Μάζι, Μαζέικα, Παγκράτι, Μορόχωβα, Δερβένι, Βάλτος, Πλανητέρου, Καλύβια. (2) 696 Έλληνες εκτελέστηκαν…”.

Το Ολοκαύτωμα των Καλαβρύτων, τον Δεκέμβριο του 1943, αποτελεί, αναμφίβολα, ένα από τα σημαντικότερα ιστορικά γεγονότα της νεότερης ελληνικής ιστορίας και παράλληλα σηματοδοτεί διαχρονικά ένα από τα πιο στυγνά εγκλήματα των δυνάμεων κατοχής στην Ελλάδα, και γενικότερα στην Ευρώπη, κατά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο.
Παρά την πάροδο εβδομήντα και πλέον ετών από τον μοιραίο εκείνο Δεκέμβριο του 1943, τα γεγονότα που εξελίχθηκαν και οδήγησαν τελικά στο Ολοκαύτωμα των Καλαβρύτων παραμένουν ανεξίτηλα χαραγμένα στην ιστορική μνήμη.

Η μονογραφία ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ «ΚΑΛΑΒΡΥΤΑ». Η δράση της 117 Μεραρχίας Κυνηγών μέσα από τα Γερμανικά Αρχεία αποτελεί τον πρώτο τόμο μίας σειράς εκδόσεων με βάση τα γερμανικά αρχεία που διαθέτει η Διεύθυνση Ιστορίας Στρατού (ΔΙΣ). Επιδίωξη της Διεύθυνσης είναι να αναδειχθούν, μέσω της προαναφερθείσας σειράς, τόσο η ιστορική αξία των εγγράφων αυτών όσο και η εξέλιξη των γεγονότων μέσα από τη δράση των γερμανικών μονάδων στον ελληνικό χώρο.
Η παρούσα μονογραφία αναφέρεται στην εκκαθαριστική επιχείρηση των Γερμανών στα Καλάβρυτα. Για πρώτη φορά, το ελληνικό κοινό αποκτά πρόσβαση σε πρωτογενές αρχειακό υλικό, το οποίο καταγράφει το σκεπτικό της γερμανικής ηγεσίας και τα γεγονότα που οδήγησαν τελικά στο Ολοκαύτωμα των Καλαβρύτων. Το πρωτότυπο αρχειακό υλικό που χρησιμοποιήθηκε περιλαμβάνει διαταγές επιχειρήσεων, ημερήσιες αναφορές μονάδων, σχέδια άμυνας και γενικές διαταγές της Διοίκησης της 117ης Μεραρχίας Κυνηγών, καθώς και αποσπάσματα από τις αναφορές του Γερμανού Αρχιστρατήγου Νοτιοανατολικής Ευρώπης. Η αλληλογραφία και οι αναφορές των αξιωματικών και των μονάδων του γερμανικού στρατού όχι μόνον παρατίθενται πλέον σε πλήρη μορφή αλλά και μεταγραμμένα-μεταφρασμένα στην ελληνική γλώσσα. Με αυτόν τον τρόπο, ο κάθε ενδιαφερόμενος Έλληνας αναγνώστης έχει τη δυνατότητα άμεσης πρόσβασης στην πρωτογενή αρχειακή πηγή, προκειμένου να διαμορφώσει την προσωπική του άποψη για τη ακρίβεια της ιστορικής πληροφορίας.
Πρέπει, στο σημείο αυτό, να τονιστεί η μεγάλη αξιοπιστία των πληροφοριών που προσφέρει το εν λόγω αρχειακό υλικό, αφού τα συγκεκριμένα έγγραφα δε συντάχθηκαν με σκοπό να δουν το φως της δημοσιότητας. Αντίθετα, πρόκειται για τις απόρρητες αναφορές των αξιωματικών προς τους ανωτέρους τους, οι οποίες, όπως είναι φυσικό, διακρίνονται από όλη εκείνη την ακρίβεια που ένας διοικητής αναμένει από τις αναφορές των υφισταμένων του, ιδιαίτερα σε συνθήκες πολέμου.
Η αυθεντικότητα και ο πλουραλισμός των πηγών που χρησιμοποιήθηκαν για τη συγγραφή της συγκεκριμένης μονογραφίας συνιστούν τα εχέγγυα για την αξιοπιστία και αποδοχή των εξιστορούμενων γεγονότων. Η παρούσα μονογραφία απευθύνεται στο κοινό που ενδιαφέρεται για την απροκατάληπτη και επιστημονικά διερευνήσιμη αναζήτηση της ιστορικής αλήθειας.

Ιωάννης Γεμενετζής
Συνταγματάρχης (ΠΒ) – Ιστορικός
Ο ιστορικός τόμος ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ «ΚΑΛΑΒΡΥΤΑ». Η δράση της 117 Μεραρχίας Κυνηγών μέσα από τα Γερμανικά Αρχεία αποτελεί έκδοση της Διεύθυνσης Ιστορίας Στρατού του ΓΕΣ.
Ο Συνταγματάρχης (ΠΒ) Ιωάννης Γεμενετζής γεννήθηκε στην Πάτρα το 1966. Αποφοίτησε από τη Στρατιωτική Σχολή Ευελπίδων με το βαθμό του Ανθυπολοχαγού Πυροβολικού (1988) και από το Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών. Σήμερα υπηρετεί ως Ιστορικός στη Διεύθυνση Ιστορίας Στρατού (ΔΙΣ) όπου είναι υποδιευθυντής, αρμόδιος για το αρχείο της περιόδου της Εθνικής Αντίστασης (1941-1944). Παράλληλα, είναι πρόεδρος της Ελληνικής Επιτροπής Στρατιωτικής Ιστορίας (Ε.Ε.Σ.Ι.).
Έχει συμμετάσχει στις συλλογικές εκδόσεις της ΔΙΣ Οι πολιτικοκοστρατιωτικές σχέσεις Ελλάδας – Γαλλίας (19ος – 20ός αιώνας) και Μνήμες Πολέμου καθώς και στη συλλογική έκδοση Εμείς οι Έλληνες (εκδόσεις ΣΚΑΪ).
Έχει συγγράψει τη μονογραφία Η Επιχείρηση Καλάβρυτα μέσα από τα Γερμανικά Αρχεία, καθώς και τον τόμο Οι κυριότερες μάχες του Ελληνικού Στρατού (1897–1955) της ΔΙΣ.
Υπήρξε υπεύθυνος έργου του προγράμματος «Κοινωνία της Πληροφορίας» της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την «Ψηφιοποίηση, ανάδειξη και προβολή του ιστορικού αρχείου της Διεύθυνσης Ιστορίας Στρατού».
Άρθρα και μελέτες του έχουν δημοσιευθεί κυρίως στη Στρατιωτική και Ναυτική Επιθεώρηση, στο διαδικτυακό κόμβο του ΓΕΣ καθώς και σε ελληνογαλλικές και ελληνοβουλγαρικές εκδόσεις στο πλαίσιο συνεργασίας της Διεύθυνσης Ιστορίας Στρατού με τις αντίστοιχες Διευθύνσεις Γαλλίας και Βουλγαρίας.
Αποσπάσματα από την Εισαγωγή του βιβλίου:
[…] Οι γερμανικές δυνάμεις κατοχής στήριξαν την επιβολή της κυριαρχίας τους όχι μόνο στην υποταγή του λαού αλλά και στη συνεργασία των ανδρείκελων αρχών. Κάθε αντίσταση και κάθε αντίδραση τιμωρείτο με αντίποινα που έλαβαν τη μορφή αθρόων εκτελέσεων ανθρώπων ανεξαρτήτως φύλου και ηλικίας και ολοσχερών καταστροφών περιουσιακών στοιχείων. Με βάση την αρχή αυτή, τα στρατεύματα κατοχής (γερμανικά, ιταλικά και βουλγαρικά) προέβησαν σε εγκλήματα και δηώσεις σε βάρος του ελληνικού πληθυσμού, με δικαιολογία τη δράση των αντιστασιακών οργανώσεων. Τα εγκλήματα που διέπραξαν οι Γερμανοί αποτελούν ενιαίο και αναπόσπαστο μέρος της ναζιστικής αντίληψης περί ολοκληρωτικού πολέμου και διεξήχθησαν στο πλαίσιο της εκτέλεσης ενός προσυμφωνημένου και προμελετημένου σχεδίου τρομοκράτησης και εκμετάλλευσης των κατοίκων των κατεχόμενων περιοχών. Απώτερος σκοπός τους ήταν να εξαλείψουν κάθε μορφή αντίστασης που θα απειλούσε με άμεσο ή έμμεσο τρόπο την επιβολή και διατήρηση της εξουσίας τους. Στο πλαίσιο αυτής της προσχεδιασμένης «πολιτικής» εκτελέστηκαν χιλιάδες όμηροι και κρατούμενοι που είχαν συλληφθεί για αντίποινα, εφαρμόσθηκαν μέτρα αντεκδικήσεων, γκρεμίστηκαν πόλεις και χωριά, εξοντώθηκαν χιλιάδες αθώοι πολίτες σε μαζικές εκτελέσεις και καταστράφηκαν περιουσίες. Η ευθύνη των αθώων για «αδικήματα» που διέπραξαν άλλοι ήταν η επίσημη πολιτική και στάση των αρχών κατοχής, οι οποίες φρόντιζαν να υλοποιήσουν τις αποφάσεις, καθόσον, όπως είναι γνωστό, οι Γερμανοί είχαν προσδιορίσει τους ομήρους ως «κατοίκους μιας χώρας που εγγυώνται με την ζωή τους την άψογη συμπεριφορά του πληθυσμού». Αυτό το δόγμα πήρε την επίσημη έγκριση το Σεπτέμβριο του 1941 με την έκδοση μιας γενικής διαταγής που έφερε την υπογραφή του Βίλχελμ Κάιτελ (Wilhelm Bodewin Johann Gustav Keitel).
[…] Ιδιαίτερη μνεία χρήζει να γίνει για τα εγκλήματα και τις δηώσεις στο Δήμο Καλαβρύτων, ο οποίος γνώρισε, κατά την περίοδο της γερμανικής κατοχής, τεράστιες απώλειες σε έμψυχο δυναμικό, απόρροια μαζικών εκτελέσεων αμάχων και ολοκληρωτικών καταστροφών. Λόγω καταστροφής των αρχείων του Δήμου τα στοιχεία αντλήθηκαν από δελτία πληροφοριών και από τον ημερήσιο Τύπο, καθώς και από το υπάρχον γερμανικό αρχειακό υλικό. Αποκορύφωμα της γερμανικής θηριωδίας υπήρξε η εκτέλεση 497 κατοίκων των Καλαβρύτων και 180 από τα γύρω χωριά, πολλά από τα οποία πυρπολήθηκαν τον Δεκέμβριο του 1943. Η τραγωδία αυτή αποτέλεσε ένα από τα αγριότερα ομαδικά εγκλήματα του ναζισμού εναντίον άοπλου πληθυσμού.
[…] Κατά τη διάρκεια της ιταλογερμανικής κατοχής και ειδικότερα το 1943 η ευρύτερη περιοχή Αιγιαλείας-Καλαβρύτων υπήρξε πεδίο σημαντικής αντιστασιακής δράσης. Τα πολυάριθμα σαμποτάζ και οι ανταρτικές ενέδρες διαμόρφωσαν ένα γενικότερο κλίμα ανησυχίας και η κατατρόπωση των επαναστατικών ομάδων γύρω από τα Καλάβρυτα κρίθηκε από το γερμανικό Επιτελείο ως μια απολύτως απαραίτητη στρατιωτική αναγκαιότητα.
Η Μάχη της Κερπινής στις 16-17 Οκτωβρίου του 1943 μεταξύ του «Ανεξάρτητου Τάγματος Καλαβρύτων» του ΕΛΑΣ (μετέπειτα 2ο Τάγμα του 12ου Συντάγματος ΕΛΑΣ) και του 5ου Λόχου του 749ου Συντάγματος Κυνηγών, που είχε ως αποτέλεσμα την αιχμαλωσία ογδόντα ενός Γερμανών ‒Λόχος Σόμπερ (Schober)‒ ήταν η αφορμή για την Επιχείρηση «Καλάβρυτα» (Unternehmen ‘‘Kalavryta’’).

Η διαταγή για την επιχείρηση υπογράφηκε στις 25 Νοεμβρίου του 1943 από το διοικητή της 117ης Μεραρχίας Κυνηγών και σκοπός της ήταν η εκκαθάριση του ορεινού όγκου του Χελμού από αντιστασιακές ομάδες, η αναζήτηση των Γερμανών αιχμαλώτων του Λόχου Σόμπερ και η τρομοκράτηση του πληθυσμού με εκτελέσεις αμάχων και λεηλασίες, προκειμένου να μην προσφέρουν υποστήριξη στους αντάρτες. Η επιχείρηση πραγματοποιήθηκε από 5 έως 15 Δεκεμβρίου του 1943 και υπήρξε μία από τις πιο απάνθρωπες της Βέρμαχτ όχι μόνο στην Ελλάδα αλλά και στην Ευρώπη γενικότερα. Οι γερμανικές δυνάμεις χωρίστηκαν σε τρεις ομάδες μάχης, συνολικής δύναμης 3.000 ανδρών, και ξεκίνησαν αντίστοιχα από την Πάτρα, το Αίγιο και τη Βυτίνα, έχοντας η κάθε μια διαφορετικό βάθος δράσης. Κατά τη διάρκεια των εκκαθαριστικών επιχειρήσεων, τα χωριά και οι κάτοικοι της περιοχής γνώρισαν την αγριότητα των γερμανικών αντιποίνων και ιδιαίτερα μετά τις 8 Δεκεμβρίου, όταν έγινε γνωστό ότι εβδομήντα πέντε Γερμανοί αιχμάλωτοι εκτελέστηκαν από τους αντάρτες στην τοποθεσία Μαγέρου κοντά στο χωριό Μάζι, οπότε τα γερμανικά τμήματα, με επικεφαλής τον Ταγματάρχη Εμπερσμπέργκερ (Ebersberger), αφάνισαν πλέον τα πάντα στο πέρασμά τους. Στις 8 Δεκεμβρίου έκαψαν ολοσχερώς τους Ρογούς, την Κερπινή, την Άνω και Κάτω Ζαχλωρού, εκτελώντας άνδρες και παιδιά. Επιπλέον, εκτελέστηκαν δεκαέξι άτομα στη Μονή του Μεγάλου Σπηλαίου και δέκα μοναχοί στη θέση Ψηλός Σταυρός. Την επόμενη ημέρα κατέκαψαν τα χωριά Σούβαρδο και Βραχνί, ενώ αποκορύφωμα της επιχείρησης αποτέλεσε, στις 13 Δεκεμβρίου, η λεηλασία, πυρπόληση και ολοκληρωτική καταστροφή των Καλαβρύτων και, τέλος, η εκτέλεση όλου του ανδρικού πληθυσμού της πόλης, ηλικίας από δεκατεσσάρων ετών και άνω, στη Ράχη του Καππή. Το ολοκαύτωμα συνεχίστηκε και την επόμενη ημέρα στο χωριό Βισοκά και στο ιστορικό Μοναστήρι της Αγίας Λαύρας, όπου και έπεσε η αυλαία της επιχείρησης.
Οι Γερμανοί εισήλθαν στα Καλάβρυτα στις 9 Δεκεμβρίου του 1943. Την έντονη ανησυχία των κατοίκων κατεύνασαν οι διαβεβαιώσεις του Γερμανού διοικητή ότι δε θα διέτρεχαν κανένα κίνδυνο. Μάλιστα ορισμένοι Καλαβρυτινοί που είχαν εγκαταλείψει την πόλη από το φόβο αντιποίνων επέστρεψαν στα σπίτια τους. Οι Γερμανοί προχώρησαν αρχικά στην πυρπόληση οικιών που ανήκαν σε μέλη αντιστασιακών οργανώσεων. Στη συνέχεια αναζήτησαν την τύχη των Γερμανών τραυματιών της Μάχης της Κερπινής και στις 12 του μηνός άρχισαν να ετοιμάζουν την αποχώρησή τους.
Όμως, το πρωί της 13ης Δεκεμβρίου, ημέρα Δευτέρα, χτύπησαν οι καμπάνες της κεντρικής εκκλησίας και δόθηκε διαταγή να συγκεντρωθούν όλοι οι κάτοικοι στο δημοτικό σχολείο, αφού πάρουν μαζί τους μία κουβέρτα και τρόφιμα μίας ημέρας. Στη συνέχεια, οι γυναίκες, τα παιδιά και οι λιγοστοί υπερήλικες της πόλης κλείστηκαν σε αίθουσες διδασκαλίας, ενώ όλοι οι άνδρες από 14 έως 65 ετών οδηγήθηκαν σε φάλαγγες σε κοντινή επικλινή τοποθεσία, τη Ράχη του Καππή. Ο χώρος ήταν προσεκτικά επιλεγμένος, καθώς η αμφιθεατρική του διαμόρφωση δε θα επέτρεπε σε κανέναν να γλιτώσει από τις ριπές των πολυβόλων που είχαν τοποθετηθεί περιμετρικά. Το μεσημέρι της ίδιας ημέρας, με τη ρίψη φωτοβολίδων, δόθηκε το σύνθημα της εκτέλεσης. Οι ριπές των πολυβόλων θέρισαν τους Καλαβρυτινούς. Το έγκλημα ολοκληρώθηκε με τις χαριστικές βολές στους επιζώντες. Τελικά, διασώθηκαν δεκατρία άτομα που «θάφτηκαν» κάτω από τα σώματα των εκτελεσθέντων. Στο δημοτικό σχολείο τα γυναικόπαιδα έζησαν στιγμές αγωνίας και τρόμου, καθώς οι φλόγες έζωναν το κτήριο. Σπάζοντας πόρτες και παράθυρα κατάφεραν να ξεφύγουν και αναζήτησαν τους οικείους τους. Ανηφορίζοντας προς τον αγρό όπου οι Γερμανοί είχαν οδηγήσει τους άνδρες αντίκρισαν το φρικιαστικό θέαμα πατεράδων, γιων και αδελφών που κείτονταν νεκροί. Το δράμα ολοκληρώθηκε τις επόμενες ημέρες, με τις Καλαβρυτινές να σκάβουν πρόχειρους τάφους για να θάψουν τους νεκρούς τους. Με τις κουβέρτες που είχαν μαζί τους, μετέφεραν ορισμένους στο νεκροταφείο, ενώ άλλους τους έθαψαν στο λόφο.
Στην Τελική Αναφορά Εμπειριών της 117ης Μεραρχίας στις 19 Ιανουαρίου του 1944 αναφέρεται ότι καταστράφηκαν εικοσιτέσσερα χωριά και τρεις Μονές, οι εκτελέσεις δε, ανήλθαν σε 696 άτομα. Η επιχείρηση ολοκληρώθηκε στις 14 Δεκεμβρίου και οι γερμανικές Μονάδες επέστρεψαν στην βάση τους.
«[…] Ως πράξη αντιποίνων για τη δολοφονία των 75 αιχμαλώτων του Λόχου Σόμπερ διατάχθηκε ο τυφεκισμός του ανδρικού πληθυσμού και η πυρπόληση όλων των οικισμών στην περιοχή της επιχείρησης.
Στις 14.12.43 η επιχείρηση έληξε και οι μονάδες επέστρεψαν στα στρατόπεδα.
1. Απώλειες εχθρού: 17 νεκροί, πολλοί τραυματίες.
2. Φίλιες απώλειες: 13 νεκροί, 12 τραυματίες.
3. Αντίποινα
Οι ακόλουθοι οικισμοί καταστράφηκαν:
Ρογοί, Κερπινή, σιδηροδρομικός σταθμός Κερπινής, Άνω Ζαχλωρού, Κάτω Ζαχλωρού, Σούβαρδο, Βραχνί, Καλάβρυτα, Μονή Μεγάλου Σπηλαίου, Μονή [Αγίας] Λαύρας, Αγ. Κυριακή, Αυλές, Βισοκά, Φτέρη, Κλαπατσούνα, Πυργάκι, Βάλτσα, Μελίσσια, Μονή Ομπλού, Λαπαναγοί, Μάζι, Μαζέικα, Παγκράτι, Μορόχοβα, Δερβένι, Βάλτος, Πλανητέρο, Καλύβια (4 χλμ. Δ των Μαζέικων).
696 Έλληνες τυφεκίσθηκαν […]».
Πηγή από:
Ιωάννης Γεμενετζής Συνταγματάρχης (ΠΒ) – Ιστορικός
Ο ιστορικός τόμος ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ «ΚΑΛΑΒΡΥΤΑ». Η δράση της 117 Μεραρχίας Κυνηγών μέσα από τα Γερμανικά Αρχεία αποτελεί έκδοση της Διεύθυνσης Ιστορίας Στρατού του ΓΕΣ.
Πληροφορίες για τις εκδόσεις της ΔΙΣ μπορείτε να βρείτε στην ιστοσελίδα http://dis.army.gr/el/content/nees-kyklofories ενώ τα σημεία πώλησης των βιβλίων μπορείτε να τα αναζητήσετε στην ιστοσελίδα http://dis.army.gr/el/content/publications
Ο Συνταγματάρχης (ΠΒ) Ιωάννης Γεμενετζής γεννήθηκε στην Πάτρα το 1966. Αποφοίτησε από τη Στρατιωτική Σχολή Ευελπίδων με το βαθμό του Ανθυπολοχαγού Πυροβολικού (1988) και από το Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών.
Σήμερα υπηρετεί ως Ιστορικός στη Διεύθυνση Ιστορίας Στρατού (ΔΙΣ) όπου είναι υποδιευθυντής, αρμόδιος για το αρχείο της περιόδου της Εθνικής Αντίστασης (1941-1944). Παράλληλα, είναι πρόεδρος της Ελληνικής Επιτροπής Στρατιωτικής Ιστορίας (Ε.Ε.Σ.Ι.).
Έχει συμμετάσχει στις συλλογικές εκδόσεις της ΔΙΣ Οι πολιτικοκοστρατιωτικές σχέσεις Ελλάδας – Γαλλίας (19ος – 20ός αιώνας) και Μνήμες Πολέμου καθώς και στη συλλογική έκδοση Εμείς οι Έλληνες (εκδόσεις ΣΚΑΪ).
Έχει συγγράψει τη μονογραφία Η Επιχείρηση Καλάβρυτα μέσα από τα Γερμανικά Αρχεία, καθώς και τον τόμο Οι κυριότερες μάχες του Ελληνικού Στρατού (1897–1955) της ΔΙΣ.
Υπήρξε υπεύθυνος έργου του προγράμματος «Κοινωνία της Πληροφορίας» της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την «Ψηφιοποίηση, ανάδειξη και προβολή του ιστορικού αρχείου της Διεύθυνσης Ιστορίας Στρατού».
Άρθρα και μελέτες του έχουν δημοσιευθεί κυρίως στη Στρατιωτική και Ναυτική Επιθεώρηση, στο διαδικτυακό κόμβο του ΓΕΣ καθώς και σε ελληνογαλλικές και ελληνοβουλγαρικές εκδόσεις στο πλαίσιο συνεργασίας της Διεύθυνσης Ιστορίας Στρατού με τις αντίστοιχες Διευθύνσεις Γαλλίας και Βουλγαρίας.
Αποσπάσματα από την Εισαγωγή του βιβλίου:
[…] Οι γερμανικές δυνάμεις κατοχής στήριξαν την επιβολή της κυριαρχίας τους όχι μόνο στην υποταγή του λαού αλλά και στη συνεργασία των ανδρείκελων αρχών. Κάθε αντίσταση και κάθε αντίδραση τιμωρείτο με αντίποινα που έλαβαν τη μορφή αθρόων εκτελέσεων ανθρώπων ανεξαρτήτως φύλου και ηλικίας και ολοσχερών καταστροφών περιουσιακών στοιχείων. Με βάση την αρχή αυτή, τα στρατεύματα κατοχής (γερμανικά, ιταλικά και βουλγαρικά) προέβησαν σε εγκλήματα και δηώσεις σε βάρος του ελληνικού πληθυσμού, με δικαιολογία τη δράση των αντιστασιακών οργανώσεων.
Τα εγκλήματα που διέπραξαν οι Γερμανοί αποτελούν ενιαίο και αναπόσπαστο μέρος της ναζιστικής αντίληψης περί ολοκληρωτικού πολέμου και διεξήχθησαν στο πλαίσιο της εκτέλεσης ενός προσυμφωνημένου και προμελετημένου σχεδίου τρομοκράτησης και εκμετάλλευσης των κατοίκων των κατεχόμενων περιοχών. Απώτερος σκοπός τους ήταν να εξαλείψουν κάθε μορφή αντίστασης που θα απειλούσε με άμεσο ή έμμεσο τρόπο την επιβολή και διατήρηση της εξουσίας τους.
Στο πλαίσιο αυτής της προσχεδιασμένης «πολιτικής» εκτελέστηκαν χιλιάδες όμηροι και κρατούμενοι που είχαν συλληφθεί για αντίποινα, εφαρμόσθηκαν μέτρα αντεκδικήσεων, γκρεμίστηκαν πόλεις και χωριά, εξοντώθηκαν χιλιάδες αθώοι πολίτες σε μαζικές εκτελέσεις και καταστράφηκαν περιουσίες.
Η ευθύνη των αθώων για «αδικήματα» που διέπραξαν άλλοι ήταν η επίσημη πολιτική και στάση των αρχών κατοχής, οι οποίες φρόντιζαν να υλοποιήσουν τις αποφάσεις, καθόσον, όπως είναι γνωστό, οι Γερμανοί είχαν προσδιορίσει τους ομήρους ως «κατοίκους μιας χώρας που εγγυώνται με την ζωή τους την άψογη συμπεριφορά του πληθυσμού». Αυτό το δόγμα πήρε την επίσημη έγκριση το Σεπτέμβριο του 1941 με την έκδοση μιας γενικής διαταγής που έφερε την υπογραφή του Βίλχελμ Κάιτελ (Wilhelm Bodewin Johann Gustav Keitel).
[…] Ιδιαίτερη μνεία χρήζει να γίνει για τα εγκλήματα και τις δηώσεις στο Δήμο Καλαβρύτων, ο οποίος γνώρισε, κατά την περίοδο της γερμανικής κατοχής, τεράστιες απώλειες σε έμψυχο δυναμικό, απόρροια μαζικών εκτελέσεων αμάχων και ολοκληρωτικών καταστροφών. Λόγω καταστροφής των αρχείων του Δήμου τα στοιχεία αντλήθηκαν από δελτία πληροφοριών και από τον ημερήσιο Τύπο, καθώς και από το υπάρχον γερμανικό αρχειακό υλικό.
Αποκορύφωμα της γερμανικής θηριωδίας υπήρξε η εκτέλεση 497 κατοίκων των Καλαβρύτων και 180 από τα γύρω χωριά, πολλά από τα οποία πυρπολήθηκαν τον Δεκέμβριο του 1943. Η τραγωδία αυτή αποτέλεσε ένα από τα αγριότερα ομαδικά εγκλήματα του ναζισμού εναντίον άοπλου πληθυσμού.
[…] Κατά τη διάρκεια της ιταλογερμανικής κατοχής και ειδικότερα το 1943 η ευρύτερη περιοχή Αιγιαλείας-Καλαβρύτων υπήρξε πεδίο σημαντικής αντιστασιακής δράσης. Τα πολυάριθμα σαμποτάζ και οι ανταρτικές ενέδρες διαμόρφωσαν ένα γενικότερο κλίμα ανησυχίας και η κατατρόπωση των επαναστατικών ομάδων γύρω από τα Καλάβρυτα κρίθηκε από το γερμανικό Επιτελείο ως μια απολύτως απαραίτητη στρατιωτική αναγκαιότητα.
Η Μάχη της Κερπινής στις 16-17 Οκτωβρίου του 1943 μεταξύ του «Ανεξάρτητου Τάγματος Καλαβρύτων» του ΕΛΑΣ (μετέπειτα 2ο Τάγμα του 12ου Συντάγματος ΕΛΑΣ) και του 5ου Λόχου του 749ου Συντάγματος Κυνηγών, που είχε ως αποτέλεσμα την αιχμαλωσία ογδόντα ενός Γερμανών ‒Λόχος Σόμπερ (Schober)‒ ήταν η αφορμή για την Επιχείρηση «Καλάβρυτα» (Unternehmen ‘‘Kalavryta”).
Το έγκλημα ολοκληρώθηκε με τις χαριστικές βολές στους επιζώντες. Τελικά, διασώθηκαν δεκατρία άτομα που «θάφτηκαν» κάτω από τα σώματα των εκτελεσθέντων. Στο δημοτικό σχολείο τα γυναικόπαιδα έζησαν στιγμές αγωνίας και τρόμου, καθώς οι φλόγες έζωναν το κτήριο. Σπάζοντας πόρτες και παράθυρα κατάφεραν να ξεφύγουν και αναζήτησαν τους οικείους τους.
Ανηφορίζοντας προς τον αγρό όπου οι Γερμανοί είχαν οδηγήσει τους άνδρες αντίκρισαν το φρικιαστικό θέαμα πατεράδων, γιων και αδελφών που κείτονταν νεκροί. Το δράμα ολοκληρώθηκε τις επόμενες ημέρες, με τις Καλαβρυτινές να σκάβουν πρόχειρους τάφους για να θάψουν τους νεκρούς τους. Με τις κουβέρτες που είχαν μαζί τους, μετέφεραν ορισμένους στο νεκροταφείο, ενώ άλλους τους έθαψαν στο λόφο.
Στην Τελική Αναφορά Εμπειριών της 117ης Μεραρχίας των Κυνηγών στις 19 Ιανουαρίου του 1944 αναφέρεται ότι καταστράφηκαν εικοσιτέσσερα χωριά και τρεις Μονές, οι εκτελέσεις δε, ανήλθαν σε 696 άτομα. Η επιχείρηση ολοκληρώθηκε στις 14 Δεκεμβρίου και οι γερμανικές Μονάδες επέστρεψαν στην βάση τους.
«[…] Ως πράξη αντιποίνων για τη δολοφονία των 75 αιχμαλώτων του Λόχου Σόμπερ διατάχθηκε ο τυφεκισμός του ανδρικού πληθυσμού και η πυρπόληση όλων των οικισμών στην περιοχή της επιχείρησης.
Στις 14.12.43 η επιχείρηση έληξε και οι μονάδες επέστρεψαν στα στρατόπεδα.
1. Απώλειες εχθρού: 17 νεκροί, πολλοί τραυματίες.
2. Φίλιες απώλειες: 13 νεκροί, 12 τραυματίες.
3. Αντίποινα
Οι ακόλουθοι οικισμοί καταστράφηκαν:
Ρογοί, Κερπινή, σιδηροδρομικός σταθμός Κερπινής, Άνω Ζαχλωρού, Κάτω Ζαχλωρού, Σούβαρδο, Βραχνί, Καλάβρυτα, Μονή Μεγάλου Σπηλαίου, Μονή [Αγίας] Λαύρας, Αγ. Κυριακή, Αυλές, Βισοκά, Φτέρη, Κλαπατσούνα, Πυργάκι, Βάλτσα, Μελίσσια, Μονή Ομπλού, Λαπαναγοί, Μάζι, Μαζέικα, Παγκράτι, Μορόχοβα, Δερβένι, Βάλτος, Πλανητέρο, Καλύβια (4 χλμ. Δ των Μαζέικων).
696 Έλληνες τυφεκίσθηκαν […]».
Τελική αναφορά εμπειριών
Η συγκέντρωση της ομάδας Gnass για την Επιχείρηση «Καλάβρυτα» πραγματοποιήθηκε σύμφωνα προς το σχέδιο. Το 749 Jager Retsiment ξεκίνησε για την επιχείρηση από τους χώρους στρατοπεδεύσεως των Πατρών και του Αιγίου. Η ημέρα X της επιχειρήσεως ήταν η 5.12.43. Πλην μιας παρατεταμένης ενόπλου συμπλοκής της Α.Α. 116 μάχιμης μονάδας Αναγνωρίσεων κοντά στο Παγκράτι, κατά τη διάρκεια της επιχειρήσεως δεν έλαβαν χώρα ευρείας εκτάσεως εχθροπραξίες. Ο εχθρός από την πρώτη ημέρα της επιχειρήσεως υποχώρησε με κατεύθυνση ανατολικά και βορειοανατολικά. Το 22ο Σύνταγμα Αεροπορικών Καταδρομών έλαβε στις 7.12.43 τη διαταγή να εμποδίσει τη διαφυγή των συμμοριών, διενεργώντας αποκλεισμό κατά μήκος της κοιλάδας του Φενεού (Επιχείρηση “Stiglitz”) και το 965 Σύνταγμα Πεζικού Φρουράς έλαβε στις 8.12.43 τη διαταγή να διενεργήσει αποκλεισμό με έναν ενισχυμένο λόχο στη γραμμή Νεμούτας – Λάλα – Δούκα, προκειμένου να εμποδίσει τη διαφυγή προς ΝΔ (Επιχείρηση “Büffel”).
Ως πράξη αντιποίνων για τη δολοφονία των 86 αιχμαλώτων του Λόχου Schober διατάχθηκε ο τυφεκισμός του ανδρικού πληθυσμού των Καλαβρύτων και η πυρπόληση όλων των οικισμών στην περιοχή της επιχειρήσεως. Στις 14.12.43 η επιχείρηση έληξε και οι μονάδες επέστρεψαν στα στρατόπεδα.
1.) Απώλειες εχθρού: 17 νεκροί, πολλοί τραυματίες.
2.) Φίλιες απώλειες: 13 νεκροί, 12 τραυματίες.
3.) Αντίποινα
Οι ακόλουθοι οικισμοί καταστράφηκαν:
Ρογοί, Κερπινή, Σιδηροδρομικός Σταθμός Κερπινής, Άνω Ζαχλωρού, Κάτω Ζαχλωρού, Σούβαρδο, Βραχνί, Καλάβρυτα, Μονή Μεγάλου Σπηλαίου, Μονή [Αγίας] Λαύρας, Αγ. Κυριακή, Αυλές, Βισοκά, Φτέρη, Κλαπατσούνα, Πυργάκι, Βάλτσα, Μελίσσια, Μονή Ομπλού, Λαπαναγοί, Μάζι, Μαζέικα, Παγκράτι, Μορόχοβα, Δερβένι, Βάλτος, Πλανητέρο, Καλύβια (4 χλμ. Δ των Μαζέικων).
696 Έλληνες τυφεκίσθηκαν.
4.) Λάφυρα
259.623.000 δραχμές σε κυκλοφορία.
12.460.000 δραχμές εκτός κυκλοφορίας.
5.740.000 Χρεόγραφα (υποτιμημένα).
1.930 πρόβατα, 19 βοοειδή, 27 μικροί ορεινοί ίπποι, 28 όνοι, 1 ίππος.
14 κυνηγετικά όπλα, 5 πιστόλια, 1 πιστόλι φωτοβολίδων.
1 ζεύγος κιάλια, ιταλικά πολεμοφόδια τυφεκίων και κυνηγετικά πολεμοφόδια.
5.) Στάση του άμαχου πληθυσμού
Ένα μεγάλο μέρος του άμαχου πληθυσμού είχε διαφύγει, καθώς φαίνεται, από το φόβο της αιχμαλωσίας, και στα χωριά είχαν παραμείνει κατά κύριο λόγο ηλικιωμένοι. Ο πληθυσμός που εναπέμεινε προσπάθησε μέσω υπερβολικής και δουλοπρεπούς ευγένειας και εκδηλώσεων συμπάθειας να αποδείξει ότι δεν είχε καμία σχέση με τις συμμορίες.
6.) Διασφάλιση ευκινησίας ορεινών ομάδων
Για τη διασφάλιση της ευκινησίας των ορεινών ομάδων του 749 Jager Retsiment και της Α.Α. 116 μάχιμης μονάδας Αναγνωρίσεων ήταν αναγκαία η χορήγηση τουρκμενικής φάλαγγας υποζυγίων και επιπρόσθετα κατασχέθη-καν στα χωριά ημίονοι και όνοι.
Π.χ. για έναν ενισχυμένο λόχο χρειάστηκε:
Δύναμη Υποζύγια για όπλα και πολεμοφόδια
(11 ελαφρά πολυβόλα, 1 ελαφρύ βομβιδοβόλο, 2 βαρέα πολυβόλα και 2 βομβιδοβόλα) Υποζύγια για 4 ημερήσιες ποσότητες επιμελητείας και διατροφής
174 32 19
7.) Οπλισμός και εξοπλισμός σε πολεμοφόδια
Μεταφέρθηκε ο πλήρης εξοπλισμός σε όπλα και πολεμοφόδια. Η διάθεση μιας πυροβολαρχίας υπήρξε εξαιρετικά αποδοτική και σε περίπτωση μεγαλύτερης επαφής με τον εχθρό θα ήταν ιδιαίτερης σημασίας.
8.) Ρυθμός προελάσεως της ορεινής ομάδας
Ο ημερήσιος ρυθμός των προσωρινά ευκίνητων ορεινών ομάδων ανέρχεται κατά μέσο όρο σε 20 χλμ.
Ρυθμός εμπροσθοφυλακής: 25 χλμ.
9.) Εξοπλισμός της διμοιρίας μηχανικού.
10.) 1 μηχανοκίνητη μονάδα διαβιβάσεων της μεραρχίας – μοίρα διαβιβάσεων.
11.) αα) μηχανοκίνητη θέση διαβιβάσεων στην τεθωρακισμένη εμπροσθοφυλακή της πεδινής μοίρας της μάχιμης ομάδας Βέλφινγκερ.
ββ) άμεση ασύρματη επικοινωνία με τους λόχους, τηλεπικοινωνία με το τάγμα στο Αίγιο μέσω της χρήσης των ελληνικών γραμμών προς Καλάβρυτα,
12.) Απαραίτητη θεωρείται η άμεση επικοινωνία με το σύνταγμα. Εκμετάλλευση του υπάρχοντος επικοινωνιακού συστήματος,
13.) Η ύπαιθρος χώρα μπορεί να προμηθεύσει: κρέας, θα πρέπει να γίνεται ανεφοδιασμός με: ψωμί, υλικά για σούπες και τσιγάρα.
Ελεγχθέν!
Στρατηγείο Μεραρχίας, 18 Δεκεμβρίου 1943
von Le Suire
Υποστράτηγος κ’ Διοικητής Μεραρχίας
Πηγή:
Η τύχη των Καλαβρύτων φαίνεται να προδιαγράφτηκε μετά την ήττα των Γερμανών από τις δυνάμεις του ΕΛΑΣ στη Μάχη της Κερπινής (20 Οκτωβρίου 1943), κατά την οποία σκοτώθηκαν δεκάδες Γερμανοί στρατιώτες και αιχμαλωτίστηκαν 78.
Τότε τέθηκε σε εφαρμογή από το γερμανικό στρατηγείο η «Επιχείρηση Καλάβρυτα» («Unternehmen Kalavryta»), με αντικειμενικό στόχο την περικύκλωση των ανταρτών στην ορεινή περιοχή των Καλαβρύτων και την εξόντωσή τους. Την εκτέλεση της αποστολής ανέλαβαν μονάδες της 117ης Μεραρχίας Κυνηγών, που έδρευε στην Πελοπόννησο και είχε επικεφαλής τον υποστράτηγο Καρλ φον Λε Ζουίρ (1898-1954).

Ο γερμανός στρατηγός με τις αριστοκρατικές ρίζες, έχοντας πληροφορηθεί την εκτέλεση των 78 γερμανών αιχμαλώτων από τους αντάρτες, διέταξε τους άνδρες του να μην διστάσουν να λάβουν τα πιο σκληρά αντίποινα εναντίον του άμαχου πληθυσμού της περιοχής. Ήταν, άλλωστε, πρακτική των αρχών κατοχής να εκτελούν για κάθε σκοτωμένο γερμανό στρατιωτικό πολλαπλάσιους έλληνες αμάχους.
Η «Επιχείρηση Καλάβρυτα» ξεκίνησε στις 4 Δεκεμβρίου, όταν οι γερμανικές δυνάμεις άρχισαν να συρρέουν στην ευρύτερη περιοχή των Καλαβρύτων από την Πάτρα, το Αίγιο, τον Πύργο και την Τρίπολη. Στο διάβα τους έκαιγαν χωριά και μοναστήρια (Μέγα Σπήλαιο και Αγία Λαύρα) και σκότωναν άοπλους πολίτες και μοναχούς.
Στις 9 Δεκεμβρίου έφθασαν στα Καλάβρυτα, δημιουργώντας ένα ασφυκτικό κλοιό γύρω από την πόλη. Καθησύχασαν τους κατοίκους, διαβεβαιώνοντας ότι στόχος τους ήταν αποκλειστικά η εξόντωση των ανταρτών και μάλιστα ζήτησαν από όσους την είχαν εγκαταλείψει να επιστρέψουν άφοβα πίσω στα Καλάβρυτα. Για να τους πείσουν ακόμη περισσότερο προχώρησαν στην πυρπόληση σπιτιών, που ανήκαν σε αντάρτες, και αναζήτησαν την τύχη των γερμανών τραυματιών της μάχης της Κερπινής.
Έξαφνα, όμως, το πρωί της Δευτέρας 13 Δεκεμβρίου συγκέντρωσαν όλο τον πληθυσμό στην κεντρική πλατεία και οδήγησαν τον άρρενα πληθυσμό άνω των 13 ετών σε μια επικλινή τοποθεσία, που ονομαζόταν «Ράχη του Καπή», ενώ τα γυναικόπαιδα τα κλείδωσαν στο σχολείο. Στη ράχη του Καπή εκτυλίχθηκε τις πρώτες μεταμεσημβρινές ώρες η τραγωδία, που οδήγησε σχεδόν όλο τον άρρενα πληθυσμό των Καλαβρύτων στο θάνατο. Με ριπές πολυβόλων οι Γερμανοί εκτέλεσαν τους συγκεντρωμένους, γύρω στους 800 ανθρώπους. Μόνο 13 Καλαβρυτινοί διασώθηκαν και αυτοί επειδή είχαν καλυφθεί από τα πτώματα των συμπολιτών τους και οι Γερμανοί τους θεώρησαν νεκρούς. Το σήμα για την εκτέλεση έδωσε με φωτοβολίδα από το κέντρο των Καλαβρύτων ο ταγματάρχης Χανς Εμπερσμπέργκερ και επικεφαλής του εκτελεστικού αποσπάσματος ήταν ο υπολοχαγός Βίλιμπαντ Ακαμπχούμπερ.
Το έγκλημα ολοκληρώθηκε με την πυρπόληση όλων σχεδόν των σπιτιών των Καλαβρύτων. Όσον αφορά την τύχη των γυναικόπαιδων, αυτά σώθηκαν χάρη στον ανθρωπισμό ενός Αυστριακού στρατιώτη, στον οποίο είχε ανατεθεί η φύλαξή τους. Αυτός άφησε ελεύθερη την είσοδο του σχολείου και διευκόλυνε την απομάκρυνσή τους. Όμως, το πλήρωσε με τη ζωή του, αφού καταδικάσθηκε σε θάνατο και εκτελέστηκε. Συνολικά, κατά τη διάρκεια της «Επιχείρησης Καλάβρυτα», οι Γερμανοί σκότωσαν 1.101 άτομα, κατέστρεψαν και λεηλάτησαν πάνω από 1.000 σπίτια, κατάσχεσαν 2.000 αιγοπρόβατα και απέσπασαν 260.000.000 δραχμές.
Κανείς από τους υπευθύνους του Ολοκαυτώματος των Καλαβρύτων δεν λογοδότησε στη Δικαιοσύνη. Ο στρατηγός Λε Ζουίρ πέθανε αιχμάλωτος των Σοβιετικών το 1954, ο Εμπερσμπέργκερ σκοτώθηκε στο Ανατολικό Μέτωπο και ο Ακαμπχούμπερ πέθανε στην Αυστρία το 1972, σε ηλικία 67 ετών. Μόνο ο κατοχικός στρατιωτικός διοικητής της Ελλάδας, στρατηγός Χέλμουτ Φέλμι (1885-1965), καταδικάσθηκε το 1948 σε κάθειρξη 15 ετών από το Δικαστήριο της Νυρεμβέργης για όλα τα εγκλήματα πολέμου του Γ’ Ράιχ στην Ελλάδα, αλλά μετά από τρία χρόνια αφέθηκε ελεύθερος.
Παρά το γεγονός ότι η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας έχει αναγνωρίσει δημόσια τη ναζιστική αγριότητα κατά των Καλαβρύτων, ακόμα δεν έχει καταβληθεί καμμιά αποζημίωση. Τον Απρίλιο του 2000, ο τότε Πρόεδρος της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, Γιοχάννες Ράου, επισκέφτηκε τα Καλάβρυτα όπου εξέφρασε συναισθήματα ντροπής και βαθιάς θλίψης για την τραγωδία. Εντούτοις όμως, δεν ανέλαβε την ευθύνη εξ ονόματος του γερμανικού κράτους και δεν αναφέρθηκε στο ζήτημα των αποζημιώσεων.
Για τον αριθμό θυμάτων και επιζώντων από τη σφαγή της 13ης Δεκεμβρίου αλλά για το συνολικό αριθμό των θυμάτων από την επιδρομή των Γερμανών στην περιοχή, έχουν διατυπωθεί κατά καιρούς αντιφατικοί αριθμοί. Το ίδιο ισχύει και για τις τις υλικές καταστροφές.
Ανθρώπινες απώλειες
Απόρρητο τηλεγραφικό σήμα που έστειλε το τμήμα Ia της 117ης Γερμανικής Μεραρχίας Καταδρομών, στις 31 Δεκεμβρίου 1943, προς το κεντρικό αρχηγείο του 68ου Σώματος Στρατού, αναφέρει πως, στα πλαίσια αντιποίνων, εκτελέστηκαν 696 Έλληνες σε όλη την περιοχή.
Στις 7 Νοεμβρίου 1944, στο έγγραφο απαγγελίας κατηγορίας εναντίον που συνέταξε η Επιτροπή των Ηνωμένων Εθνών για Εγκλήματα Πολέμου (UNWCC), αναφέρεται πως στα Καλάβρυτα εκτελέστηκαν είτε «περίπου 1.000» είτε «πάνω από 750» και έγινε δυνατό να ταυτοποιηθούν, ονομαστικά, 461 θύματα. Ο τελευταίος αριθμός στηρίχτηκε σε κατάλογο που συνέταξε το δημαρχείο Καλαβρύτων, υπό το νέο δήμαρχο Τάκη Σπηλιόπουλο (ένας από τους επιζώντες).

Στις 29 Δεκεμβρίου 1945, ο Σπηλιόπουλος δημοσίευσε τα 461 ονόματα του προαναφερθέντος καταλόγου, με την επιφύλαξη ότι «εκτός από τα αναφερθέντα, εκτελέστηκαν και άλλα πρόσωπα, τα στοιχεία των οποίων δεν έγινε δυνατό μέχρι σήμερα να διακριβωθούν». Το 1952, το Ελληνικό Γραφείο για Εγκληματα Πολέμου έστειλε στη γερμανική δικαιοσύνη τον κατάλογο αυτό, με παρόμοια επιφύλαξη για επιπλέον θύματα.
Το 1945, ο Κ. Καλαντζής δημοσίευσε κατάλογο 521 θυμάτων από την εκτέλεση στα Καλάβρυτα, όπου περιλαμβάνονται όμως και εκτελέσεις σε άλλες ημερομηνίες. Ο κατάλογος αυτό ανέφερε και την ηλικία των περισσότερων θυμάτων.
Στις 13 Ιανουαρίου 1946, ο δήμαρχος Τ. Σπηλιόπουλος κατέθεσε ενόρκως στις δικαστικές αρχές για «περίπου 800 ντόπιους και ξένους νεκρούς»ς και ο μητροπολίτης Πατρών Θεόκλητος για« 750 κατοίκους των Καλαβρύτων».
Τον Αύγουστο του 1947, ο Τ. Σπηλιόπουλος, σε κατάθεσή του στην αποκαλούμενη δίκη των στρατηγών νοτιοανατολικού χώρου, στη Νυρεμβέργη, ανέφερε 1.390 νεκρούς μόνο στα Καλάβρυτα. Επιπλέον, μίλησε και για «επιπλέον 240 πρόσωπα, που βρίσκονταν εκείνη τη μέρα τυχαία στην περιοχή των Καλαβρύτων». Παρά τις αντιρρήσεις που εξέφρασε η υπεράσπιση, για τη βασιμότητα των αριθμών αυτών, η κατάθεση αυτή λήφθηκε υπόψη στην αιτιολόγηση της ποινής των 15 ετών που επιβλήθηκε σε έναν από τους κατηγορουμένους.
Το 1947, ο Κ. Α. Δοξιάδης δημοσίευσε τον αριθμό των 1.436 νεκρών Καλαβρυτινών, χωρίς αναφορά πηγών ή άλλων λεπτομερειών.
Το 1949, ο Δ. Μαγκριώτης δημοσίευσε βιβλίο του κατάλογο 1.450 προσώπων που εκτελέστηκαν από τα γερμανικά στρατεύματα στην Αχαΐα, σε όλο το διάστημα της Κατοχής. Το βιβλίο βασίστηκε σε πληροφορίες του Εθνικού Γραφείου Ερευνών για Εγκλήματα Πολέμου.
Το 1952, η Γερμανίδα Έρενγκαρντ Σαμ επισκέφτηκε τα Καλάβρυτα, όπου την πληροφόρησαν ότι είχαν εκτελεστεί 800-1000 άνδρες. Με βάση αυτούς τους αριθμούς, το γερμανικό Υπουργείο Εξωτερικών συνέταξε ένα υπόμνημα όπου αναφέρεται αριθμός για τα θύματα που οπωσδήποτε ξεπερνά τα 1.000.
Το 1962, και άλλοι επιζήσαντες ανέφεραν, σε ένορκες καταθέσεις τους, αριθμούς θυμάτων μεγαλύτερους από εκείνους που είχαν καταθέσει λίγο μετά το γεγονός. Οι αριθμοί αυτοί, κατά περίπτωση, ήταν «περισσότερα από 1.000 και λιγότερα από 1.500», «περίπου 1.200», «περίπου 1.250».
Το 1980, στο εκκλησάκι κάτω από το μνημείο, τοποθετήθηκαν χάλκινες πλάκες όπου αναγράφονται τα ονόματα 601 θυμάτων των εκτελέσεων της 13ης Δεκεμβρίου. Οι πλάκες αυτές, όμως, περιέχουν και ονόματα ανδρών που έχασαν τη ζωή τους σε άλλες περιοχές και υπό διαφορετικές συνθήκες.
Το 1992, το γερμανικό Ομοσπονδιακό Αρχείο, στη σειρά εγγράφων του Η Ευρώπη στη σκιά του αγγυλωτού σταυρού, αναφέρει 1.300 νεκρούς. Αργότερα, ο αριθμός αυτός υιοθετήθηκε από ελληνικές, αγγλικές και γερμανικές επιστημονικές μελέτες.
Μεταξύ 1992 και 1995, οι Καλαβρυτινοί Α. Δαφαλιάς και Φ. Σαρδελιάνος, μετά από εντατικές επιτόπιες έρευνες, κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι ο αριθμός των νεκρών της 13ης Δεκεμβριου ήταν κάτω από 500.
Εκτός των παραπάνω αριθμών που προέρχονται από αυτόπτες μάρτυρες ή ερευνητές, στο θέμα έχει αναφερθεί κατα καιρούς και ο ξένος (αγγλόφωνος και γερμανόφωνος) Τύπος, με αριθμούς που κυμαίνονται από 511 έως 1.200 θύματα.
Σύμφωνα με το Γερμανό ιστορικό Χέρμαν Φρανκ Μάγερ, οι πραγματικοί αριθμοί εκτελεσθέντων πρέπει να εξαχθούν κυρίως από τα αρχεία της γερμανικής μεραρχίας, καθώς ο επικεφαλής της στρατηγός Καρλ φον Λε Σουίρ είχε δώσει σαφείς εντολές[20] να καταγράφουν με ακρίβεια όχι μόνο τις απώλειες όλων των εμπλεκομένων στις μάχες αλλά και αυτές των θυμάτων από τα αντίποινα εναντίον του άμαχου πληθυσμού. Ότι οι Γερμανοί καταμέτρησαν τα θύματα πριν τους οδηγήσουν στον τόπο εκτέλεσης, επιβεβαιώνεται και από Γερμανό στρατιώτη που ήταν παρών. Έτσι, σε συνδυασμό με τις ελληνικές πηγές, ο Μάγερ καταλήγει στους εξής αριθμούς:
677 άτομα εκτελέστηκαν σε όλη την περιοχή των Καλαβρύτων και των γειτονικών χωριών. Ο αριθμός προκύπτει από τους 696 εκτελεσθέντες που ανέφερε η μεραρχία, αφού αφαιρεθούν οι 12 διαφυγόντες (οι Γερμανοί δεν ήξεραν ότι υπήρχαν διαφυγόντες).. Από αυτούς, τουλάχιστον 143 άνδρες εκτελέστηκαν πριν η μεραρχία μπει στα Καλάβρυτα. Συγκεκριμένα, εκτελέσεις έγιναν στους Ρωγούς (58), Κερπινή (37), Άνω και Κάτω Ζαχλωρού (21), Μονή Μεγάλου Σπηλαίου (22) και κοντά στην Κερπινή (5).
Στα Καλάβρυτα, τη 13η Δεκεμβρίου, εκτελέστηκαν 499 άτομα (ο αριθμός προκύπτει αφαιρώντας, από τους 511 της γερμανικής αναφοράς, τους 12 διαφυγόντες).
Άλλες καταστροφές
Το τηλεγράφημα της μεραρχίας αναφέρει πως καταστράφηκαν οι τοποθεσίες Ρωγοί, Κερπινή, σιδ. σταθμός Κερπινής, άνω Ζαχλωρού, Κάτω Ζαχλωρού, Σούβαρδο, Βραχνί, Καλάβρυτα, Μονή Μεγάλου σπηλαίου, Μονή Αγίας Λαύρας, Αγία Κυριακή, Αυλές, Βυσοκά, Φτέρη, Κλαπατσούνα, Πυργάκι, Βάλτσα, Μελίσσια, Μονή Ομπλού, Λαπαναγοί, Μάζι, Μαζέικα, Παγκράτι, Μορόχωβα, Δερβένι, Βάλτος, Πλανητέρο, Καλύβια. Ταυτόχρονα, έγιναν πυρπολήσεις σπιτιών και σε άλλα χωριά τα οποία δεν αναφέρει η γερμανική αναφορά.
Σύμφωνα με την τελική αναφορά της ηγεσίας της μεραρχίας, οι μάχιμες γερμανικές ομάδες άρπαξαν 1.930 πρόβατα, 19 βόδια, 27 ορεινά μικρόσωμα άλογα, 28 γαϊδούρια και 1 άλογο. Οι αρπαγές αυτές έγιναν, σύμφωνα με την ηγεσία της μεραρχίας, για να στερήσουν από τον πληθυσμό τις προϋποθέσεις διαβίωσης.
Στις 28 Δεκεμβρίου 1943, η αναφορά δύο Ελληνίδων νοσοκόμων του Ελληνικού Ερυθρού Σταυρού κάνει λόγο για 360 κατεστραμμένα σπίτια (από τα οποία απόμειναν μόνο οι τέσσερεις εξωτερικοί τοίχοι), εκκλησίες και σχολεία. Διασώθηκαν μόνο 15 σπίτια.
Τον Αύγουστο του 1947, ο Τ. Σπηλιόπουλος, σε κατάθεσή του στην αποκαλούμενη Δίκη των Στρατηγών Νοτιοανατολικού Χώρου, στη Νυρεμβέργη, ανέφερε ότι αρπάχτηκαν 30.000 ζώα, από τα οποία 15.000 πρόβατα και 5.000 άλογα και βόδια.
Το 1946, το ελληνικό Υπουργείο Κοινωνικής Πρόνοιας ανέφερε σε στατιστική του ότι τα Καλάβρυτα είχαν 700 σπίτια, από τα οποία καταστράφηκαν τα 640.
Το 1946, ο Κ. Α. Δοξιάδης δημοσίευσε χάρτη των Καλαβρύτων ο οποίος είχε καταρτιστεί πριν την καταστροφή, απ’ όπου προκύπτει ότι υπήρχαν 400 περίπου κτίρια, από τα οποία σώθηκε ποσοστό μικρότερο του 10%. Με τους αριθμούς αυτούς συμφωνεί σε μεγάλο βαθμό και ο Α. Δαφαλιάς.
Σύμφωνα με τον Γερμανό ιστορικό Χέρμαν Φ. Μάγερ, ο γερμανικός στρατός πυρπόλησε περίπου 1.000 σπίτια σε πάνω από 50 χωριά από τα οποία τα περισσότερα λεηλατήθηκαν πριν την καταστροφή τους. Επίσης, οι κατοχικές δυνάμεις μετέφεραν στις βάσεις τους περισσότερα από 2.000 πρόβατα και μεγαλύτερα ζώα και έκλεψαν περίπου 260.000.000 δραχμές.
Πηγή φωτογραφίες και κείμενο από:
Ακολουθήστε το kalavrytapress.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις





























