Σαν σήμερα… 08-12-1943
Οι Γερμανοί στα πλαίσια της «Επιχείρησης Καλάβρυτα» συγκλίνουν προς την ομώνυμη πόλη από πέντε διαφορετικές κατευθύνσεις: Πάτρα, Αίγιο, Κόρινθο, Πύργο και Τρίπολη. Στον δρόμο τους σκορπούν τον θάνατο και τον όλεθρο. Στις 08-12-1943 τα χωριά Ρωγοί, Κερπινή, Ζαχλωρού και η Μονή του Μεγάλου Σπηλαίου, λεηλατούνται, πυρπολούνται, καταστρέφονται. Οι κάτοικοι και οι Μοναχοί εκτελούνται ή θανατώνονται απάνθρωπα…
Μαρτυρία Φίλιππου Μπουρή
Κερπινή. 8 Δεκεμβρίου 1943. Ημέρα Τετάρτη. Μια ηλιόλουστη μέρα. Οι Γερμανοί μπαίνουν το πρωί στο χωριό. Καθώς βγήκαν πάνω στο Σταυρί ρίξανε δύο όλμους σε κάτι πρόβατα. Αυτά σκιαχτήκανε και γυρίσανε πίσω. Εγώ κάτι καταλάβαινα και ‘λεγα:
«Δεν είναι καλά τα πράγματα».
Από την παραμονή είχαμε μάθει ότι έρχονται οι Γερμανοί και δεν φύγαμε. «Μωραίνει Κύριος ον βούλεται απολέσαι». Είχαμε πέσει θύματα της 5ης Γερμανικής Φάλαγγας, που προπαγάνδιζε ότι δεν θα μας πειράξουνε. Εγώ καίτοι ήμουν νεώτερος τους έλεγα να φύγουμε, ενώ ο Πρόεδρος και οι άλλοι οι πιο μεγαλύτεροι δεν φεύγανε λέγοντας ότι:
«Θα μείνουμε εδώ. Εμείς δεν έχουμε κάνει τίποτε. Αν φύγουμε θα μας κάψουν τα σπίτια».
Όσοι κάτοικοι είχανε φύγει επιστρέψανε κατά το μεσημέρι, αφού μάθανε ότι οι Γερμανοί δεν πειράζανε κανέναν.
Το χωριό τους υποδέχτηκε και τους περιποιήθηκε με τον καλύτερο τρόπο (φαγητά-κρασιά). Όλη μέρα δεν δείξανε τις διαθέσεις τους. Δεν παρουσιάσανε τίποτε το ύποπτο. Ήσαν ήσυχοι, ειρηνικοί. Το απόγευμα αρχίσανε να φεύγουνε και να εγκαταλείπουν το χωριό, παίρνοντας το δρόμο προς τα Καλάβρυτα. Αυτοί όμως δεν φύγανε, κάνανε ότι φύγανε και πήγανε στον τόπο της εκτελέσεως-στη Λιθακιά- στήσανε τα πολυβόλα τους και ξαναγυρίσανε. Πιάνουν το χωριό γύρω- γύρω. Και κοιτάξανε να μαζέψουνε τον πληθυσμό από 15 ετών έως 60, να τους βάλουνε δήθεν λόγο.
Ενώ ξεκινήσανε αυτά αρχίσανε και οι σποραδικές τις εκτελέσεις και πυρκαγιές μέσα στο χωριό. Γιατί έχουμε οκτώ- εννιά θύματα μέσα στο χωριό. Πιάνανε έναν, μπαμ του την δίνανε και μετά φωτιά στο σπίτι. Εδώ απέξω από το σπίτι μου, τον Πρόεδρο του χωριού τον ξεκοίλιασαν. Ερχόντουσαν με ένα δεμάτι αραποσιτιά για να κάψουνε το σπίτι το δικό μας. Είχαν κάψει του Γιαννίκου του σπίτι και ερχόμενος ο Πρόεδρος και περνώντας από εδώ συναντήθηκε με τον Γερμανό, ο οποίος τον ξεκοίλιασε με τη λόγχη και πέθανε εδώ απέξω. Δεν τον σκότωσε με όπλο, με τη λόγχη. Το άλλο παιδάκι, τον Κώστα τον Καλλιά, που ήταν άρρωστο μέσ’ στο σπίτι του, το βγάλανε έξω και το σκοτώσανε, μπροστά στους δικούς του. Έναν άλλον τον Θοδωρή τον Στεφανόπουλο που διαμαρτυρήθηκε, όταν κάποιος Γερμανός του πήρε το ρολόι, ο επικεφαλής Γερμανός του το επέστρεψε αλλά καθώς κάνει να φύγει προς τα κάτω τον χτυπήσανε από πίσω, τον σκοτώσανε και του πήρανε και το ρολόι. Οι Γερμανοί καίγανε και σκοτώνανε όποιον εύρισκαν.
Οι κάτοικοι έντρομοι τρέχουνε να κρυφτούνε μέσα στα ρέματα. Αρκετοί προλάβανε και κρυφτήκανε. Όσους καταφέρανε να μαζέψουνε, τους βάλανε στη γραμμή και τους πήρανε. Άρχισε να νυκτώνει, αλλιώς θα μάζευαν πολύ περισσότερους. Εμείς όλη νύχτα δεν ξέραμε τίποτα για το δράμα που παίχτηκε μετά από λίγο πιο κάτω από το χωριό, στο Λιθακιά.
Θρήνος για τους σκοτωμένους και για ‘κείνους που πήρανε. Κλάμα, σκουσμάρια, μοιρολόγια, ουρλιάσματα σκύλων, φωτιές, φόβος επικρατούν από άκρη σ’ άκρη του χωριού εκείνη την παγερή νύχτα. Τα σπίτια καίγονται. Οι γυναίκες προσπαθούνε να σώσουνε κάτι από το νοικοκυριό τους. Οι φλόγες, μέσα στο κρύο, φτάνουν ως τον ουρανό και κάνουν τη νύχτα μέρα. Οι καπνοί μάς πνίγουνε. Η Καρλοβίτσα και οι Κουρπές έχουν φωταγωγηθεί από τις φωτιές των καιγόμενων σπιτιών, ενώ οι καπνοί έχουν σκεπάσει τον ουρανό, για να μη βλέπουν τα αστέρια την καταστροφή των δολοφόνων.
Με το φως της ημέρας έφτασε το φοβερό μαντάτο. Οι άνθρωποί μας κείτονταν μακελεμένοι στου Γκρίντζου το χωράφι. Άλλος σπαραγμός, άλλο κλάμα. Οι πιο ψύχραιμοι μαζί με τις γυναίκες μεταφέρουν τους αδικοσκοτωμένους πάνω σε σκάλες και κουβέρτες στο νεκροταφείο του χωριού. Γέμισε το νεκροταφείο κορμιά σακατεμένα. Ένας θρήνος, ένα αδιάκοπο μοιρολόι ακουγόταν παντού. Με χέρια, με ξύλα και με σίδερα ανοίχτηκαν στην παγωμένη γη του Δεκέμβρη τάφοι ρηχοί κι εκεί τα άψυχα κορμιά των ανθρώπων μας σκεπάστηκαν με λιγοστό χώμα. Ο γερο –παπαθόδωρος, λίγο τους διαβάζει, παρηγορεί όσους μπορεί, τι άλλο να τους κάνει;
Αλλά το δράμα δεν τελείωσε εδώ. Μείνανε πίσω οι χήρες και τα ορφανά. Τα ερείπια και τα χαλάσματα. Η δυστυχία και η απόγνωση. Η ανηφόρα του μαρτυρίου…
Έτσι γράφτηκε η τραγωδία του χωριού μου, της Κερπινής, από τους στυγερούς δολοφόνους Γερμανούς στις 08/12/1943.
ΚΑΛΑΒΡΥΤΑ 13-12-43 – Στα μονοπάτια της μνήμης», Δημοτικό Μουσείο Καλαβρυτινού Ολοκαυτώματος», Καλάβρυτα 2011]
Περισσότερα www.dmko.gr. Μαρτυρικές πόλεις και χωριά.


Δημοτικό Μουσείο Καλαβρυτινού Ολοκαυτώματος
Ακολουθήστε το kalavrytapress.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
























