γράφει ο Αθανάσιος Θ. Φωτόπουλος

Γεννήθηκα στον Πύργο Ηλείας, την πρωτεύουσα των “Αγίων Τόπων” (και είμαι υπερήφανος γι’ αυτό), όμως ο πατέρας μου καταγόταν από το Σοποτό των Καλαβρύτων (γενν. 1916). Πρωτοπήγα στο χωριό αυτό 18χρονος, τον Αύγουστο του 1968, και ανέπνευσα τον ηρωϊκό αέρα των Καλαβρύτων. Μάλιστα είχα το …θράσος να δημοσιεύσω στα 19μου χρόνια ένα βιβλίο 70 σελίδων για την ιστορία του χωριού αυτού. Χωρίς να με συνδέει κάτι το υλικό με τη γενέτειρα του πατέρα μου (ούτε το πατρικό του σπίτι δεν είχε κρατήσει, αφού ως ουδόλως φιλοκτήμων το είχε χαρίσει), αφιέρωσα κάποια από τα καλύτερα χρόνια της επιστημονικής μου σταδιοδρομίας στην επιστημονική μελέτη της Ιστορίας (και Λαογραφίας) της επαρχίας Καλαβρύτων.

Αν δεν έχετε γνωρίσει την ιστορική φυσιογνωμία και αρκείσθε στη γνώση του τουρισμού και του χιονοδρομικού κέντρου, και θέλετε να μάθετε κάποια στοιχειώδη πράγματα, διαβάστε το παρακάτω κείμενό μου (έτ. 2001), το οποίο αφιερώνω στη μνήμη του τίμιου και καλού μου πατέρα.

Η ΣΥΜΒΟΛΗ ΤΩΝ ΚΑΛΑΒΡΥΤΩΝ ΣΤΟΥΣ ΑΓΩΝΕΣ

ΤΟΥ ΕΘΝΟΥΣ ΚΑΙ ΤΟ «ΚΑΛΑΒΡΥΤΙΝΟ ΙΔΕΩΔΕΣ»

Με ιδιαίτερη συγκίνηση αποδέχτηκα την πρόσκληση της Παγκόσμιας Ένωσης Καλαβρυτινών για να είμαι ομιλητής στο Συνέδριο αυτό, στο οποίο συμμετέχουν Καλαβρυτινοί από όλα τα μέρη της γης. Η συγκινησιακή μου φόρτιση προέρχεται από το γεγονός ότι στα Καλαβρυτινά χώματα γεννήθηκε ο αείμνηστος πατέρας μου, και ο ίδιος αφιέρωσα τα καλύτερα και γονιμότερα χρόνια της ερευνητικής και επιστημονικής μου ζωής στη μελέτη του παρελθόντος της κοινής μας ιδιαίτερης πατρίδας. Κι αυτό παρακαλώ να μην το θεωρήσετε υπερβολικό. Θυμούμαι τώρα ότι ο αείμνηστος συμπατριώτης μας συγγραφέας Πάνος Παπαρρηγόπουλος, από τα Φίλια, το βιβλίο του «Λαογραφικά των Καλαβρύτων» αφιέρωσε στην Καλαβρυτινή γη που τον γέννησε και τον ανάθρεψε Καλαβρυτινό. Δεν είναι χωρίς σημασία τα λόγια του αυτά. Ένας επιπόλαιος κριτής θά ’λεγε ότι ο Παπαρρηγόπουλος έπασχε από ανίατο τοπικισμό, αφού λόγια σαν τα δικά του θα μπορούσε να είχε πει κι ένας Μανιάτης, Γορτύνιος ή Ηλείος. Πού οφειλόταν λοιπόν η υπερηφάνεια του συγγραφέα μας για τη γενέθλια γη; Και γιατί ακόμα και σήμερα, αν κάποιος από εμάς ερωτηθεί από πού κατάγεται, θ’ απαντήσει πάλι με υπερηφάνεια «από τα ηρωικά Καλάβρυτα»;

Η περιοχή που σήμερα αποτελεί την επαρχία Καλαβρύτων αποτελούσε κατά την αρχαιότητα τμήμα της Αρκαδίας με την ονομασία Αζανίς ή Αζανία. Τόπος ορεινός, δυσχείμερος και με περιορισμένη γεωργική παραγωγή, δεν διακρίθηκε για την ιδιαίτερη συμβολή του στον πνευματικό βίο της Αρχαίας Ελλάδας. Οι κάτοικοί του αποκαλούνταν, γιατί όντως ήσαν, βαλανηφάγοι. Εντούτοις και περιώνυμες πόλεις ιδρύθηκαν και λαμπρά ιερά, και συμμετοχή παρατηρήθηκε στα πολιτικά και στρατιωτικά δρώμενα των αρχαίων χρόνων. Οι σκληροτράχηλοι Αζάνες αποτέλεσαν το κύριο τμήμα των Μυρίων του Ξενοφώντα, οι οποίοι έγραψαν επικές σελίδες στα βάθη της Ασίας μέχρι να αντικρίσουν την πολυπόθητη θάλασσα. Οι σκληρές και δύσκολες οικονομικές συνθήκες έδιωχναν τους άλκιμους πολεμιστές από τη γη τους και τους έστελναν σε μέρη μακρινά και επικίνδυνα για να βρουν την τύχη τους. Καθ’ όλη την αρχαιότητα και τη ρωμαιοκρατία ο τόπος γνώρισε αναστατώσεις, δοκιμασίες που δεν είναι γνωστές σ’ όλη τους την έκταση. Την ύπαρξη των αρχαίων προγόνων μας υπενθυμίζουν τα ερείπια που υπάρχουν στα περισσότερα χωριά μας και τα εντυπωσιακά ευρήματα των Λουσών, ο ανασκαπτόμένος Κλείτορας, η ανερεύνητη Ψωφίδα και κάποια λιγοστά λείψανα της περιώνυμης πόλης Κύναιθας.

Κατά το Μεσαίωνα τρία είναι τα σημαντικά στοιχεία που τονίζουν την ιδιαιτερότητα των Καλαβρύτων μέσα στην ελληνική ιστορία: 1° Η επικράτηση του Χριστιανισμού και η ανάδειξη μοναστικών κέντρων με σημαντικότερο το Μέγα Σπήλαιο. 2° Η αντίσταση του ελληνικού στοιχείου στην κάθοδο ξένων βορείων φυλών, κυρίως Σλάβων, που απειλούσαν να αλλοιώσουν την φυλετική, εθνική και πνευματική φυσιογνωμία των εντοπίων. Σήμερα εκείνη η απειλή ανιχνεύεται μόνο σε τοπωνύμια και λέξεις του ποιμενικού κυρίως βίου. 3° Η διοίκηση από τους Παλαιολόγους στο πλαίσιο του δεσποτάτου του Μυστρά στα ύστερα βυζαντινά χρόνια, όταν κατερχόταν απειλητικός ο Τούρκος κατακτητής. Στα χώματα αυτά γράφτηκαν ένδοξες σελίδες αντίστασης, ηρωισμού και αυτοθυσίας, πλην όμως ήτανε θέλημα Θεού να τουρκέψει όχι μόνο η Πόλη αλλά ολόκληρος ο ελληνικός χώρος. Τότε ο λαός της επαρχίας εισήλθε σε περίοδο κακουχιών, δοκιμασιών και δεινοπαθημάτων.

Η αυχμηρότητα του εδάφους θεωρούνταν και θεωρείται κατάρα, τότε όμως στάθηκε σωτήρια για τους προγόνους μας. Οι Τούρκοι προτιμούσαν τις πεδινές και γόνιμες περιοχές και αρκούνταν στην είσπραξη φόρων από τους κατοίκους των ορεινών. Έτσι τα Καλάβρυτα δεν εγνώρισαν πικρής σκλαβιάς χειροπιαστό σκοτάδι. Ο ελληνικός πληθυσμός έμεινε αναλλοίωτος, μάλιστα ενισχύθηκε και από πληθυσμό πεδινών επαρχιών που εγκαταστάθηκαν στα ορεινά για μεγαλύτερη ασφάλεια και κάποια ελευθερία. Οι Τούρκοι κατοικούσαν μόνο στην πρωτεύουσα, τα Καλάβρυτα, και λιγοστοί σε χωριά όπου είχαν τα τσιφλίκια τους. Έτσι αναπτύσσεται σχεδόν ανεμπόδιστα η λειτουργία του θεσμού της τοπικής αυτοδιοίκησης που κυριολεκτικά συσπείρωσε το λαό, καλλιέργησε την πολιτική συμπεριφορά, δημιούργησε προϋποθέσεις για την ομαλή οικονομική και κοινωνική ζωή. Αν παρατηρήθηκαν υπερβάσεις, τούτο ήταν αναμενόμενο σε μια εποχή όπου επικρατούσε το δίκιο του ισχυροτέρου και η διαφθορά ήταν σύνηθες φαινόμενο στον κρατικό μηχανισμό. Αναδεικνύονται προυχοντικές οικογένειες που κάνουν εντονότατη την παρουσία τους κυρίως μετά το δεύτερο μισό του 18ου αιώνα: Ζαϊμαίοι, Χαραλάμπηδες, Θεοχαρόπουλοι, Φωτηλαίοι κ.ά. Κι ενώ ο λαός περίμενε το χρόνο που θ’ αποκτούσε τη ελευθερία του, αλλά ζούσε μέσα σε συνθήκες σκληρής εργασίας για να εξασφαλίσει την επιβίωσή του, στα Καλαβρυτινά βουνά ήδη επικρατούσε η ελευθερία. Η νεότητα που δεν μπορούσε πια στους Τούρκους να δουλεύει πήρε το ντουφέκι της και πύκνωσε τις τάξεις των κλεφτών. Στις ορεινές σπηλιές, στους απότομους βράχους, τα φαράγγια, τις ποταμιές και τα φιλόξενα μοναστήρια, οι κλέφτες ασκούνταν στα όπλα, γυμνάζονταν, τραγουδούσαν και πολεμούσαν για το δίκιο και τη λευτεριά. Τα ονόματα των Καλαβρυτινών κλεφτών διέσωσε η παράδοση και το δημοτικό τραγούδι. Αλλά και η ιστορία μιλάει για τη περίφημη οικογένεια των κλεφτών Πετιμεζαίων από τα Σουδενά, όπου βρισκόταν ο οχυρός πύργος τους, μέσα στον οποίο οι Τούρκοι κύκλωσαν και εξόντωσαν τον καπετάν-Θανάση Πετιμεζά. Αυτός με τον Κολοκοτρώνη και τον Ζαχαριά αποτελούσαν την ηγετική ομάδα των κλέφτικων ομάδων της Πελοποννήσου, την οποία ο μεν Κανδηλώρος, με κάποια υπερβολή ίσως, ονόμασε αρματολική ομοσπονδία, ο δε Βλαχογιάννης αμφισβήτησε εμφορούμενος από σφοδρό αντιμοραϊτικό πνεύμα. Άλλος παράγοντας εθνισμού ήταν η τοπική εκκλησία και τα μοναστήρια. Κιβωτός όπου κυριολεκτικά σώθηκε η γλώσσα, η θρησκεία και της πατρίδας τ’ άγια. Η εκκλησία στάθηκε το άσυλο των πονεμένων, απελπισμένων και κυνηγημένων από τη εξουσία Ελλήνων. Εκεί ο παπάς και δάσκαλος εθέριευαν τη αποσταμένη ελπίδα με λόγια μαγικά προαναγγέλλοντας την έλευση του φωτός της ελευθερίας. Και δεν είναι παράδοξο το ότι ένας ιεράρχης κήρυξε τον πανεθνικό αγώνα το 1821 στο Καλαβρυτινό μοναστήρι της Αγίας Λαύρας.

Σαν πας, πουλί μου, στο Μοριά , σαν πας στη Άγια Λαύρα,

χαιρέτα μου την κλεφτουριά και τους καπεταναίους.

Αυτά ψάλλει ο ανώνυμος λαϊκός τραγουδιστής, σε πείσμα κάποιων σημερινών επιστημόνων που εκδίδουν ανθολογία του κλέφτικου τραγουδιού και δεν συμπεριλαμβάνουν κανένα πελοποννησιακό, γιατί, όπως ισχυρίζονται, η Πελοπόννησος δεν είχε κλεφτουριά. Δεν θα τους απαντήσουμε εμείς τώρα πάνω σ’ αυτό, αρκούμαστε στους δυο στίχους του δημοτικού τραγουδιού που προαναφέραμε. Σημειώνουμε όμως ότι σ’ αυτούς γίνεται άρρηκτη σύνδεση της Μονής Αγίας Λαύρας με την κλεφτουριά, της θρησκευτικής με την αγωνιστική-αντιστασιακή παράδοση. Φαίνεται ότι οι καιροί ωρίμασαν και πλησίασε η ώρα μεγάλου ξεσηκωμού.

Όταν το Μάρτιο του 1821 έβραζε ο Μοριάς από επαναστατική διάθεση, εδώ στα Καλάβρυτα δόθηκε το σύνθημα για τον πανεθνικό ξεσηκωμό. Στην Αγία Λαύρα, μέσα σ’ ένα κλίμα βαρύ, ο Παλαιών Πατρών Γερμανός και οι προεστοί των Καλαβρύτων συσκέπτονται για να πάρουν την τελική τους απόφαση. Το έθνος κρέμεται από αυτούς. Η απόφασή τους θα είναι καθοριστική, αφού από αυτήν θα εξαρτηθεί η λευτεριά ή ο όλεθρος. Οι άλλοι αρχιερείς και προεστοί της Πελοποννήσου είτε παραμένουν διστακτικοί σε μέρη ασφαλή είτε έχουν προσέλθει στην έδρα της Οθωμανικής διοίκησης, την Τριπολιτσά, υπακούοντας σε διαταγή της εξουσίας. Οι προεστοί των Καλαβρύτων αρνήθηκαν να προσέλθουν και η άρνησή τους αυτή αποτελεί ουσιαστικά την πρώτη επαναστατική πράξη του Αγώνα του 1821. Την απόφασή τους συμπύκνωσε ο Ασημ. Φωτήλας στα εξής λόγια: «Να πιάσωμεν τα όπλα και ο Θεός ας μας βοηθήσει». Στις 7 Μαρτίου οι προεστοί αναφέρουν σε επιστολή τους: «Αι ελπίδες μας είναι εγγύς και όπου βλέπομεν ότι η κίνησις του σκοπού οργανίζεται, καθώς η Βλαχία αποσκίρτησεν και η Ρούμελη όλη ετοιμάσθη και περιμένει την ὁδηγίαν μας εις το να κινηθή. Η ανάγκη ούτως υπαγορεύει και η θεία πρόνοια ελπίζομεν να μην μας αφήσει κατησχυμμένους». Στην Αγία Λαύρα λοιπόν οι λεβέντες πρωτανάψαν του πολέμου τη φωτιά, όσο κι αν αυτό το αμφισβητούν διάφοροι για λόγους τοπικιστικούς ή ιδεολογικούς. Στη συνείδηση του Έθνους η Λαύρα αποτελεί ιερό σύμβολο που ταυτίζεται με τη επανάσταση του 1821. Την 25η Μαρτίου γιορτάζει η Παναγιά, γιορτάζει και η πατρίδα, κι αυτό θα μείνει ανεξάλειπτο ανά τους αιώνες. Τη γενναιότητα της Καλαβρυτινής ψυχής έδειξαν όλοι οι αγώνες κατά τη διάρκεια της επανάστασης και κυρίως στην περίοδο που ο Ιμπραήμ σκορπούσε τον τρόμο και την καταστροφή στον κατακαημένο Μοριά. Στις χιονισμένες πλαγιές του Χελμού, στο Καστράκι της Νωνάκριδας, επαναλήφθηκε ο ηρωισμός των γυναικών του Ζαλόγγου, γράφτηκε μια νέα χρυσή σελίδα στις δέλτους της τοπικής ιστορίας. Αξιοθαύμαστη είναι και η αντίσταση που πρόβαλαν, καθώς και η απάντηση που έδωσαν οι μοναχοί του Μεγάλου Σπηλαίου στον Ιμπραήμ πασά, όταν κλήθηκαν να παραδώσουν το ιερό μνημείο της Ορθοδοξίας στους παμμίαρους μουσουλμάνους Αιγυπτίους.

Αλλά οι αγώνες όχι μόνο για την κατάκτηση αλλά και για τη διατήρηση και επέκταση της ελευθερίας στους αλύτρωτους αδελφούς μας έφερε τους Καλαβρυτινούς στα μετερίζια των εθνικών αγώνων: στον Μακεδονικό Αγώνα, στους βαλκανικούς πολέμους, στη Μικρασία, στο Βορειοηπειρωτικό μέτωπο, στην αδούλωτη Κύπρο. Τέλος, τα Καλάβρυτα έγιναν σύμβολο για τη θυσία των τέκνων του κατά την αποφράδα ημέρα της 13ης Δεκέμβρη 1943. Ίσως δεν είναι τώρα η κατάλληλη στιγμή να σημάνουμε το προσκλητήριο των ηρώων που αγωνίστηκαν ή και πέθαναν εκτελώντας το χρέος τους, τοῖς ’κείνων ῥήμασι πειθόμενοι, κατ’ εξαίρεση όμως ας αναφέρουμε το όνομα του ηρωικού νεκρού λοχαγού Καποτά που έδωσε τη ζωή του για την Κύπρο μας τιμώντας την ένδοξη στολή του Έλληνα αξιωματικού αλλά και τη γενέτειρά του, τα ηρωικά Καλάβρυτα.

Πριν από μερικές δεκαετίες σε κάποια Καλαβρυτινά έντυπα γινόταν χρήση, ίσως και κατάχρηση, του όρου «Καλαβρυτινό ιδεώδες». Οι δυο αυτές λέξεις σ’ άλλους δημιουργούσαν ιερή συγκίνηση, και σ’ άλλους δηκτικά και ειρωνικά σχόλια. Ο καθένας κρίνει ένα πράγμα ανάλογα με το πρίσμα μέσα από το οποίο το βλέπει, την ιδεολογία του, την παιδεία του, την κοινωνική του θέση, την πολιτική-κομματική του ένταξη. Βλέπουμε όμως στις ημέρες μας να γίνεται λόγος, και μάλιστα από υπεύθυνα και σοβαρά πρόσωπα, και για «αρκαδικό ιδεώδες». Ποιο μπορεί, λοιπόν, να είναι το περιεχόμενο και η σημασία του όρου που μας ενδιαφέρει;

Νομίζω ότι το περιεχόμενο του όρου έχει απόλυτη σχέση με την καταγωγή. Ο Καλαβρυτινός έχει βαθιά συναίσθηση της ιστορικότητας του τόπου του και κυρίως της συμβολής αυτού στην έναρξη της επανάστασης του 1821. Γνωρίζει από την ιστορία αλλά κι από τη ζωντανή λαϊκή παράδοση την προσφορά των προγόνων του σε όλους τους εθνικούς αγώνες. Ο μεγάλος μαρμάρινος σταυρός στη ράχη του Καππή δείχνει καθημερινά ότι για τη μεγάλη υπόθεση της λευτεριάς πρέπει κι οι ζωντανοί να δίνουν το αίμα τους. Δεν είναι πολλές οι πόλεις της Ελλάδας που πλήρωσαν τόσο βαρύ φόρο αίματος για τη χιλιάκριβη τη λευτεριά. Ο Καλαβρυτινός διέπρεψε όπου κι αν πήγε, είτε μετανάστης σε μακρινές ηπείρους είτε βιοπαλαιστής, επιχειρηματίας, επιστήμονας, στέλεχος του κρατικού οργανισμού σε διάφορα μέρη της χώρας. Η πρόοδός του οφείλεται στην εμμονή του να τηρεί πιστά και απαρέγκλιτα τα ηθικά παραγγέλματα που του πέρασαν στη συνείδησή του οι γο-νείς, οι δάσκαλοι και οι νεκρές – αλλά τόσο ζωντανές! – μορφές του παρελθόντος που τις αναφέρουν το δημοτικό τραγούδι και η ιστορία. Ο Καλαβρυτινός είναι κατά βάση συντηρητικός. Πιστεύει στην πατρίδα, την ιδιαίτερή του αλλά και τη μεγάλη ελληνική πατρίδα, στην ορθόδοξη θρησκεία και στον δοκιμασμένο μέσα στους αιώνες θεσμό της οικογένειας. Αυτό δε σημαίνει ότι το πνεύμα του είναι στείρο και άγονο. Από την Καλαβρυτινή γη ξεπήδησαν σπινθηροβόλα και πολλοίς αιρετικά πνεύματα στο χώρο της πολιτικής ζωής και σκέψης. Αρκούμαι να αναφέρω τα ονόματα του Παν. Σοφιανόπουλου, του Αριστείδη Οικονόμου και του Θρασ. Πετιμεζά. Βέβαια υλικές ανάγκες, που δημιουργεί αναπόφευκτα η ορεινή μορφολογία του τόπου, οδηγού-σαν στη θετικότερη αντιμετώπιση της ζωής, χωρίς ωστόσο να παραμεληθεί και η καλλιέργεια του πνεύματος. Είναι αρκετοί οι Καλαβρυτινοί που από τα χρόνια της Τουρκοκρατίας διακρίθηκαν στα γράμματα και πρόσφεραν μεγάλες υπηρεσίες στην παιδεία και την Τέχνη (Παρθένιος Σπανός, Νεόφυτος Καυσοκαλυβίτης, Γεώργ. Παπανδρέου, Σπ. Περεσιάδης, Γιώργος Ασημακόπουλος κ.ά.).

Ύστερα από τα παραπάνω δεν νομίζω ότι δικαιούται να μειδιά και να ειρωνεύεται ο οποιοσδήποτε επί τω ακούσματι των λέξεων «Καλαβρυτινό ιδεώδες». Είναι ιδεώδες, δηλαδή ιδανικό, η αγάπη προς την πατρική γη, ο θαυμασμός και σεβασμός των παραδόσεων, επιτευγμάτων, θυσιών και παρακαταθηκών των προγόνων. Και νομίζω ότι σ’ αυτό θα συμφωνήσουν πολλοί συμπατριώτες και ιδιαίτερα αυτοί που ζουν μακριά από τα άγια χώματα της επαρχίας μας, αλλά τη βλέπουν καθημερινά με τα ορθάνοιχτα μάτια της ψυχής τους. Ο τόπος μας είναι ιερός, είναι στοιχειό και μας προσκαλεί, μάνα και μας προσμένει. Ας τον αγαπούμε, ας τον επισκεπτόμαστε όσο πιο συχνά μπορούμε, ας μελετούμε το παρελθόν του, δηλαδή την ιστορία και τον πολι-τισμό του. Το αξίζει. Τιμώντας τον τόπο μας, τιμάμε πρώτα τον εαυτό μας.

γράφει ο Αθανάσιος Θ. Φωτόπουλος

Follow us on Google News Ακολουθήστε το kalavrytapress.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις