Παρατίθενται φωτογραφίες:
1. Του υψηλότερου βουνού των Καμενιάνων, Γολέμι ή Αρκούδι, υψόμετρον 1.724 μέτρα.
Ειλημμένη υπό του νεαρού Θεοδώρου Παναγοπούλου του Χρήστου από τους Καμενιάνους.

2. Βλαχοκόνακου από καλαμιές εις θερινόν ποιμνιοστάσιον.
Εκ του βιβλίου «Η βλαχοζωή στα βουνά και στους κάμπους» (του Βασίλη Λαμνάτου).

3. Ποιμενικής ράβδου και τσαρουχιού.
Εκ του βιβλίου «Η βλαχοζωή στα βουνά και στους κάμπους».

Και οι τρεις φωτογραφίες συνδέονται αναπόσπαστα με την Ιστορίαν, την Παράδοσιν και την Πολιτιστικήν μας Κληρονομίαν. Συνδέονται με την λεβεντιάν και την υπερηφάνειαν των τσελιγκάδων μας.
Εν συνεχεία του από 11ης Αυγούστου ε.ε. δημοσιεύματός μου υπό τον τίτλον: ΠΙΝΑΞ ΤΟΠΩΝΥΜΙΩΝ ΤΗΣ ΕΡΥΜΑΝΘΙΟΥ ΚΑΠΡΙΒΑΙΝΑΣ, το οποίον εφιλοξένησεν η Έγκριτος Εφημερίς Kalavryta Press του κ. Καμπέρου Χρήστου, φέρω εις γνώσιν ὑμῶν τα ακόλουθα:
Κατηφορίζοντες από Επάνω Καπρίβαινα προς Καμενιάνους συναντάμε τα τοπωνύμια:
Επάνω και Κάτω Μαλκότσι. Εις αμφότερα τα ως άνω τοπωνύμια υπάρχουν πηγές εκ των οποίων αναβλύζει γάργαρον, δροσερόν, νεαρόν ύδωρ. Η λέξις Μαλκότσι εξ ανδρικού τουρκικού ονόματος μιας σημαντικής τουρκικής οικογενείας ΑΚΙΝΤΖΗΔΩΝ (= ατάκτων ιππέων της Οθωμανικής αυτοκρατορίας).
Συνεχίζοντες την πορείαν μας, αμέσως πιο κάτω, συναντάμε:
Την Κάτω Καπρίβαιναν.
Τόπον εύφορον – κατά κύριον λόγον σε σιτάρι και δη «μαυραγάνι» – εκ του οποίου το αφράτο ψωμί, το μοσχοβολητόν του οποίου κατέκλυζε το χωριό, όταν εφούρνιζαν οι νοικοκυρές μόλις ο λαμπρός ήλιος άρχιζε να ροδοφιλάη τις γύρω βουνοκορφές. Τον επισκέπτην, ο οποίος έφθανεν εξακόσια (600) μέτρα από το χωριό τα πρωϊνά, η αίσθησις της αμβροσίας τον έβαζεν εις τον Κήπον της Εδέμ.
Παρατίθεται φωτογραφία:
4. Κάτω Καπρίβαινας – Άνω Κάτω Μαλκότσι – Σέλας – Φουρκισμένης – Γολέμι.

Επίσης το υψίπεδο της Κάτω Καπρίβαινας προσφέρεται πλουσιοπαρόχως και ως βοσκότοπος. Όταν η περιοχή ήταν εκ περιτροπής εις αγρανάπαυσιν, οι ποιμένες του χωριού μας ανέβαζαν τα ποίμνιά των την Άνοιξιν εις την Καπρίβαιναν και την εγγύς περιοχήν, αμιλλώμενοι προς καλλιτέραν παραγωγήν γαλακτοκομικών προϊόντων.
Παρατίθεται φωτογραφία:
5. Εν ώρα βοσκής εις την Κάτω Καπρίβαιναν της ποίμνης του Αρχιτσέλιγκα Χρήστου Παναγόπουλου ή Χρηστάρα, από τους Καμενιάνους Καλαβρύτων. Το τσελιγκόπουλον εις περίοπτον θέσιν παίζει με την φλογέραν του τραγούδια της ποιμενικής ζωής εις τα βουνά, τα οποία συνδυάζονται αρμονικά με τον ήχον των κουδουνιών των ποιμενομένων ζώων, με τον δροσερόν αέρα του βουνού, τον κελαηδισμόν του φτερωτού βασιλείου της περιοχής και το κελάρυσμα των δροσερών νερών.



Επίσης παρατίθεται ποιητικόν κείμενον άσματος της Βλαχοζωής εις τα βουνά:
«Πάνω σε ψηλή ραχούλα
κάθεται μια βλαχοπούλα
και τη ρόκα της βαστάει
προβατάκια αρνιά φυλάει.
Τσελιγκόπουλο από πέρα
τραγουδάει με τη φλογέρα.
Τραγουδάει το καημένο
με παράπονο, θλιμμένο.
Το ’χει η αγάπη λαβωμένο
Και βαριαβαλαντωμένο».
Τα υψίπεδα της Καπρίβαινας και της ευρύτερης περιοχής είναι τόπος δεμένος στενά με την Μυθολογίαν, την Ιστορίαν και την Παράδοσιν.
Εις την Βορειο-Ανατολικήν πλευράν της Κάτω Καπρίβαινας το τοπωνύμιον Αργαλειοί, τόπος, όπου πάντα οι ποιμένες έφτιαχναν «στρούγκες» την Άνοιξιν.
Εκεί κατά το πάλαι ποτέ οι τσελιγκοπούλες έστηναν τους αργαλειούς των και έφτιαχναν τα ανεκτιμήτου αξίας κεντητά.
6. Παρατίθεται φωτογραφία του τοπωνυμίου ως έχει σήμερον.
Κάτω Καπρίβαινα – Αργαλειοί – Άνω-Κάτω Μαλκότσι – Φουρκισμένη – Γολέμι.

Παρά την συμβολήν των ρεμάτων της Καπρίβαινας (αρχήν Ποντολάγκαδου) και Νότια ευρίσκεται του Παπαγιάννη το χωράφι, τόπος φανταστικός για θερινόν ποιμνιοστάσιον. Το είχεν αγοράσει ο προπάππος του παππού μου ο Φώτης ο Φωτόπουλος ή Γεωργακόπουλος από έναν Παπαγιάννην εκ Λεχουρίου Καλαβρύτων. Το ποιμνιοστάσιον αυτό περιήλθεν ως προικώον εις την εγγονήν του Γαρυφαλιά (= Γαρούφω) σύζυγον Θεοδώρου Θεοδωρακοπούλου εκ Καμενιάνων.
7. Παρατίθεται σχετική φωτογραφία.


Επί των ημερών μου εις το προαναφερόμενον αγρόκτημα – συναινέσει του ιδιοκτήτου – εγκαθιστούσαμε το θερινόν μας ποιμνιοστάσιον. Μάλιστα εκείθεν επί ένα μήνα πριν τις θερινές διακοπές των σχολείων μετέβαινα πεζός εις το Γυμνάσιον Αροανίας (Σωποτού), του οποίου ήμουν μαθητής. Αυτό εσήμαινε τρεις ώρες πεζοπορία κάθε πρωί και τρεις το μεσημέρι = έξι ώρες. Εβοηθούσα τον πατέρα μου εις το άρμεγμα του ποιμνίου, εν συνεχεία εδιάβαζα με το λυχνάρι μέχρι τις μεταμεσονύκτιες ώρες και το πρωί το συνηθισμένον δρομολόγιον.
Πολλές φορές, όταν ολόκληρος η οικογένειά μας επεσκέπτετο το προαναφερόμενον ποιμνιοστάσιον, κατά κύριον λόγον, την ημέραν του κουρέματος (κούρου) των προβάτων, εφτιάχναμε ῥιγανόλαδον ένα ολόκληρον αρνί, χρησιμοποιούντες το αυτοφυές εις την περιοχήν πράσινον, τρυφερόν ορίγανον.
Για λάδι χρησιμοποιούσαμε την έμπλουτον εις εύγευστον ζωϊκόν βούτυρον καρυφήν γάλακτος, την οποίαν συλλέγαμε κάθε πρωΐ από το βραδυνόν γάλα. Έτσι, και με το ψητόν της σούβλας, εφτιάχναμεν ένα πλουσιοπάροχον γεύμα, με ανεπανάληπτον νοστιμιάν, την οποίαν απελάμβανεν η οικογένεια και οι κουρευτές των προβάτων, καθώς και κάθε επισκέπτης.
Την τακτικήν αυτήν ακολουθούσαν όλοι οι ποιμένες του βουνού.
Το κούρεμα εγένετο με «δανεικαριά», τοῦτ’ έστιν οι ποιμένες την μίαν ημέραν εκούρευαν τα πρόβατα του ενός, την επομένην του άλλου κ.ο.κ.
Αι σύζυγοι των τσελιγκάδων με τις τσελιγκοπούλες έκαναν την συλλογήν των ποκαριών κατά κατηγορίαν.
«Ποκάρι» (= υποκοριστικόν του πόκος), «Πόκος» (= έριον προβάτου ακατέργαστον, όγκος μαλλιού).
«ἡνίκα πεκτεῖν ὣρα προβάτων πόκον ἠρινόν».
Τοῦτ’ ἒστιν: Την Άνοιξιν όταν είναι καιρός να κουρέψουν τα πρόβατα.
(Αριστοφάνους Όρνιθες 714).
Έχει την ρίζαν του εις το Ομηρικόν ρήμα πείκω ἢ πέκω (Λατινικόν pecto), που σημαίνει κείρω, κουρεύω, «πείκειν ὂϊς» (ὂϊς = πρόβατον).
Ενταύθα επισημαίνω ότι:
Επειδή το πρόβατον εις την Αρχαίαν Ελληνικήν ελέγετο και μήλον, ο έχων πολλά πρόβατα λέγεται εύμηλος.
Εις την πόλιν των Πατρών, όπισθεν Ιερού Ναού Αποστόλου Ανδρέου υπάρχει οδός Ευμήλου. Τούτο, διότι κατά το πάλαι ποτέ η περιοχή αυτή ήτο αγροτοκτηνοτροφική και είχεν εγκατασταθεί εκεί κάποιος τσέλιγκας με την ποίμνην του, αποτελουμένην εκ πλήθους προβάτων.
Εις αγροτοκτηνοτροφικήν περιοχήν του τόπου μας είδα ονομασίαν οδού με το επώνυμον του συνόλου των συγγενών, ιδιοκτητών των αγροκτημάτων και της επαύλεως γενικώτερον.
Επειδή οι συγκεκριμένοι συγγενείς ήσαν τσελιγκάδες με πολλά πρόβατα, θεωρώ φρόνιμον, όπως η κατά τ’ ανωτέρω οδός ονομασθή «οδός ευμήλων». Τοῦτ’ έστιν τσελιγκάδων με πολλά πρόβατα.
Αυτά προκειμένου να γίνωμε κοινωνοί της κτηνοτροφικής ζωής εις τα βουνά. Τα ποίμνιά μας, τόσον εις τους γόνιμους κάμπους μας, όσον και εις τα βουνά, απολαμβάνουν των ευνοϊκωτέρων συνθηκών βοσκής, ποτίσματος, σταλίσματος και σταβλισμού, ακόμη και του καθαρού αέρος, τον οποίον αναπνέουν.
Τούτων ένεκεν και όχι γιατί μας αγαπούν, το Ελληνικόν τυρί φέτα κατέχει την πρώτην θέσιν εις την παγκόσμιον αγοράν. Όμως βάλλεται παντοιοτρόπως.
Όθεν, κάνομεν έκκλησιν προς τους συμπατριώτες μας, να μην πολεμούν τον κτηνοτροφικόν πλούτον του τόπου μας.
8. Παρατίθεται φωτογραφία του κουρέματος των προβάτων.

«Η βλαχοζωή στα βουνά και τους κάμπους» (Βασίλη Λαμνάτου).
9. Επειδή εδώ γίνεται λόγος για την βλαχοζωή εις τα ορεινά βοσκοτόπια, εθεώρησα φρόνιμον να παραθέσω και φωτογραφίαν τσέλιγκα με το γκεσέμι του εις τα βουνά.

«Η βλαχοζωή στα βουνά και στους κάμπους» (Βασίλη Λαμνάτου).
Εις την φωτογραφίαν φαίνεται η αγάπη του τσέλιγκα προς την ποίμνην του και η ανταπόδοσις αυτής από το γκεσέμι του. Φαίνεται η αρχοντιά των τσελιγκάδων των Ελληνικών βουνών.
Οι φωτογραφίες του κουρέματος των προβάτων και του τσέλιγκα με το γκεσέμι του αφιερώνονται εις τους τσελιγκάδες του χωριού μου:
– Βασιλοθόδωρον Παπασπυρόπουλον
– Χρήστον Παναγόπουλον ἢ Χρηστάραν
– Βασίλειον Παναγόπουλον, αδελφόν του προηγουμένου.
Εις τον βετεράνον Αρχιτσέλιγκα Νικόλαον Παναγόπουλον ἢ Νικολόν Ντζουβάραν αφιερώνω το ποιητικόν κείμενον του άσματος, το οποίον ως τσελιγκόπουλον τραγουδούσε με την φλογέραν του.
«Βγήκεν ο Νικόλας στα βουνά,
Νικολό Ντζουβάρα,
να μάση παλληκάρια,
Νικόλα και Ντζουβάρα,
Τα μάζεψε τα μέτρησε
ήταν δυό-τρεις χιλιάδες
και κάθισε τα διάταξε
σα να ’τανε πατέρας».
Πιο πέρα και παρά το φαράγγι Ποντολάγκαδου το Τσαγκαρούλι.
Βράχος, παρέχων προστασίαν από καιρικές συνθήκες, αλλά και άριστος κρυψώνας. Εκεί υπήρχε μικρόν υποδηματοποιείον (= Τσαγκαρούλι), όπου περιποιούντο τα τσαρούχια των εκπαιδευομένων προεπαναστατικά εις την Καπρίβαιναν.
Ενταύθα επισημαίνω ότι η Καπρίβαινα ήταν ο χώρος εκπαιδεύσεως των νεαρών βλαστών του τόπου μας προ και κατά την Επανάστασιν.
10 + 10α + 10β. Παρατίθεται φωτογραφία του βράχου Τσαγκαρούλι.



Σημείωσις:
Όπως προκύπτει από την παράδοσιν, το εργαστήριον αυτό (Τσαγκαρούλι) ελειτούργησε και καθ’ όλην την διάρκειαν της Επαναστάσεως.
Πιο κάτω και αριστερά του ρέματος ο «Πόντος». Τόπος εύφορος και προσφερόμενος για βόσκησιν ποιμνίων.
Το τοπωνύμιον Πόντος εν αντιδιαστολῆ προς το θαλάσσιον πέρασμα: (= μεταπτωτική βαθμίδα του Ινδο-Ευρωπαϊκού Pent – «πατώ, περπατώ – περνώ περπατώντας» κατά την αρχαίαν Ινδικήν γλώσσαν panthah «πέρασμα, δρόμος»).
Η ονομασία εκ της ημιονικής οδού από Καμενιάνους προς Καπρίβαινα, η οποία εις το σημείον αυτό (Πόντον) διέρχεται καθέτως μέσα από το ρέμα το αποκαλούμενον Ποντολάγκαδον.
11+11α. Παρατίθεται φωτογραφία της περιοχής.
Πόντος – Πέρασμα – Ποντολάγκαδον – Σέλα.


Των υψιπέδων και του ορεινού όγκου της Ερυμανθίου Καπρίβαινας γενικώτερον δεσπόζει τεράστιος γυμνός όγκος (= αλπικόν τοπίον), το οποίον φέρει την ονομασίαν Γολέμι, υψόμετρον 1.724 μέτρα. Κατά το Σερβοκροάτικον λεξικόν, Γολέμι σημαίνει μεγάλο τέρας, θεριό. Κατά το Σέρβικον λεξικόν σημαίνει μεγάλος, πελώριος, τεράστιος.
Κατ’ άλλο Σλαβικόν λεξικόν σημαίνει γυμνός τόπος, κρύος τόπος,
Εις τον τοπικόν Στρατιωτικόν χάρτην απαντάται με την ονομασίαν Αρκούδι.
Εις την κορυφήν του όρους Γολέμι (υψομ. 1.724 μ.) καθήμενος εν έτει 2009 ο αείμνηστος Καλογερόπουλος – Κουντουριώτης Χρήστος του Κωνσταντίνου εκ Καμενιάνων Καλαβρύτων, Αρχιπλοίαρχος Πολεμικού Ναυτικού ε.α. τότε.
Την πέτραν εις την οποίαν στηρίζεται το αριστερόν του πόδι είχε πελεκήσει ο ίδιος με τον Τσίτσικα του τσεκουριά (= με το όπισθεν μέρος του πελέκεως).
Την πέτραν είχε λαξεύσει όταν ήταν μαθητής οκταταξίου Γυμνασίου.
12. Παρατίθεται σχετική φωτογραφία.

Εις το όρος Γολέμι είναι αυτοφυές το καλλίτερον τσάϊ του κόσμου.
13. Παρατίθεται φωτογραφία αυτοφυούς «τσαγιάς».

Η φωτογραφία ευγενώς μοι προσεφέρθη υπό του αειμνήστου ομοχωρίου μας Καλογεροπούλου-Κουντουριώτη Χρήστου, του Κωνσταντίνου, Ανωτάτου Αξιωματικού του Πολεμικού Ναυτικού και δη του Στόλου των Υποβρυχίων, συνεχιστού των ηρωϊκών ναυμάχων μας του ’21.
14. Θα ήταν παράλειψις, αν εδώ δεν παρέθετα φωτογραφίαν του αειμνήστου Χρήστου Καλογεροπούλου-Κουντουργιώτη μετά της αειμνήστου συζύγου του Όλγας, καθημένων εις θέσιν «Βουλιαγμένον» Κάτω Καπρίβαινας.

Εις τον χώρον αυτόν ο πατέρας του είχε θερινόν ποιμνιοστάσιον εν έτει 1958, όπου παρεθέριζεν ο Αρχιπλοίαρχος εν έτει 1958, μαθητής ὢν Β΄ τάξεως 8/ταξίου Γυμνασίου.
Οι προαναφερόμενες ονομασίες του όρους Γολέμι μαζί και του τέρατος της Καταιγίδος, του ηττηθέντος υπό της ηλιακής θεότητος και μάλιστα προερχόμενες εκ διαφόρων πηγών, δεν ενεφανίσθησαν ως «από μηχανής θεός», ούτε έπεσαν «ως ζάρια εις το τάβλι».
Όλα αυτά και γενικώτερον την συμπεριφοράν «.… του άγριου θηρίου, του κάπρου, του τέρατος της καταιγίδος, του ηττηθέντος υπό της ηλιακής θεότητος ….» τα είχαν μελετήσει οι πρώτοι κάτοικοι των Καμενιάνων και εφρόντισαν – εμπνεόμενοι μάλιστα από τον σχετικόν άθλον του Ηρακλέους – και εξησφάλισαν για το χωριό φυσικήν προστασίαν, εκμεταλλευόμενοι τις τοπικές συνθήκες και ιδιαιτερότητες της περιοχής, δαμάζοντες έτσι επιστημονικά και τεχνικά τον Ερυμάνθιον Κάπρον, την μανίαν των καταστροφικών στοιχείων της Φύσεως.
Σημείωσις: Οι φωτογραφίες των τοπωνυμίων Πόντος, Τσαγκαρούλι, Παπαγιάννη, Αργαλειοί, Κάτω Καπρίβαινα, Άνω-Κάτω Μαλκότσι, Σέλα, Φουρκισμένη και Γολέμι ελήφθησαν υπό του ακούραστου νεαρού Θεοδώρου Παναγοπούλου του Χρήστου από τους Καμενιάνους, ο οποίος – πέραν από την επαγγελματικήν του δραστηριότητα – εργάζεται αόκνως για την προστασίαν του περιβάλλοντος και της Πολιτιστικής κληρονομιάς του τόπου μας.
Ἐν Καμενιάνοις τῆ 26η Σεπτεμβρίου 2025

Φωτόπουλος Δ. Γεώργιος – Γεωργάκης
Εκ Μεγάλης Βρύσης Καμενιάνων Καλαβρύτων
Ακολουθήστε το kalavrytapress.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις



























